Η Πειραιώς και η Accenture ιδρύουν AI Hub στην Ελλάδα αξιοποιώντας τεχνολογίες της Anthropic
Ταυτοποιήθηκε ανήλικος στην Άρτα για κλοπές κατ’ εξακολούθηση
Με 1 Διαμαντένιο και 2 Χρυσά βραβεία διακρίθηκε η ΗΠΕΙΡΟΣ στα Monde Selection Quality Awards 2026
Επιμορφωτική συνάντηση για τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση
Ημερίδα για το Λαογραφικό Μουσείο Συρρακιωτών Πρέβεζας: Μια νέα αρχή
Συνάντηση Γ. Στύλιου με τον Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας Θ. Δαβάκη – Στο επίκεντρο η αξιοποίηση των στρατοπέδων της Άρτας

Υπάρχει σαφής προτίμηση στο φυσικό κατάστημα και διαφέρουν οι ψηφιακοί καταναλωτές με τους υπόλοιπους. Το 69,3% των ερωτηθέντων προτιμά τα φυσικά καταστήματα, το 26,1% συνδυάζει φυσικό και ψηφιακό κατάστημα και ένα 4,5% προτιμά μόνο τα ψηφιακά καταστήματα. Ενδιαφέρον υπάρχει ότι όσοι ψωνίζουν ψηφιακά θέλουν ευκολία αγορών, παράδοσης και εξοικονόμηση χρόνου.
Οι καταναλωτές που στρέφονται σε ψηφιακές αγορές πάνε επειδή αυτός ο τρόπος είναι άνετος και εύκολος και γλιτώνουν χρόνο. Στο φυσικό κατάστημα οι καταναλωτές κοιτάζουν τιμές και προσφορές, ενώ σε κλίμακα 5 βαθμών και οι δύο παράγοντες είναι στο 4,5.
Χωρίς να αλλάζει πολύ η εικόνα τα κριτήρια στα FMCG η τιμή, οι προσφορές και η ποιότητα είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για να ψωνίσει προϊόντα και να επιλέξει φυσικό κατάστημα. «Οι αποφάσεις των καταναλωτών είναι πολυπαραγοντικές», τόνισε ο κ. Μπαλτάς.
Σε ό,τι αφορά στις αλλαγές που έκαναν οι καταναλωτές για να αντιμετωπίσουν τις ανατιμήσεις ο κ. Μπαλτάς υπογράμμισε ότι βασικά έδωσαν σημασία στις προσφορές και στις προωθητικές ενέργειες, ιεράρχησαν τις ανάγκες και έδωσαν προτεραιότητα σε σημαντικές αγορές, συγκρίνοντας περισσότερο τις τιμές στο ράφι.
Προκύπτει μάλιστα ότι εμφανίζονται απρόθυμοι να αγοράζουν μικρότερες συσκευασίες λόγω χαμηλότερης απόλυτης τιμής, δεν ψωνίζουν περισσότερο μέσω διαδικτύου και λιγότερο μέσω φυσικών καταστημάτων και δεν επηρεάζονται περισσότερο από τα social media.
Ως προς τα κριτήρια αγοράς προϊόντων οι καταναλωτές επιλέγουν κατά σειρά με βάση την τιμή, εκείνα που βρίσκονται σε προσφορά, με βάση την ποιότητα, την διαθεσιμότητα ενός προϊόντος, τα συστατικά και τη σύνθεση ενός προϊόντος, το μέγεθος της συσκευασίας, την προέλευση, το είδος συσκευασίας, τη μάρκα, την εταιρεία και την καινοτομία.
Επιπλέον διαπιστώνεται ότι μειώνουν την κατανάλωση σε:
• έτοιμα γεύματα: - 48,3%
• κρασιά- μπύρες - οινοπνευματώδη: - 41,1%
• plant based ροφήματα: - 36,7%
• τρόφιμα: - 36%
• αλμυρά και γλυκά snacks: - 34,1%
• βιολογικά προϊόντα: - 33,5%
Κατηγορίες στις οποίες στρέφονται έντονα σε φθηνότερες επιλογές σε:
• Χαρτικά: 29,5%
• Είδη νοικοκυριού: 24,5%
• Συσκευασμένα και τυποποιημένα τρόφιμα: 24,1%
• Γαλακτοκομικά (γάλα, γιαούρτια, τυριά): 23,9%
• Κατεψυγμένα λαχανικά και τρόφιμα: 23,7%
• Απορρυπαντικά & καθαριστικά: 23%
Καμία αλλαγή στην κατανάλωση σημειώθηκε σε:
• Φρέσκα φρούτα και λαχανικά: 52%
• Προϊόντα ειδικής διατροφής: 37,4%
• Ψωμιά και αρτοσκευάσματα: 37,3%
• Κρέατα και προϊόντα κρέατος: 35,5%
• Γαλακτοκομικά προϊόντα: 33,9%
Ο κ. Μπαλτάς τόνισε ότι αλλάζουν αγοραστικές συνήθειες και μοτίβα συμπεριφοράς που θα μείνουν εδώ για πολλά χρόνια. Ειδικά για την ελληνική αγορά που έχει προηγηθεί η οικονομική κρίση, η πανδημία και η πληθωριστική κρίση επιδείνωσε την κατάσταση, και ο καταναλωτής έχει να αντιμετωπίσει υψηλό κόστος διαβίωσης, παρά το ότι βελτιώνεται η οικονομία.
Πρόσθεσε δε ότι φυσική και ψηφιακή αγορά κινούνται σε ένα συμβιωτικό μοντέλο απαιτώντας εναρμονισμένη στρατηγική. Επιπλέον η τιμή είναι το πρώτο σε σημαντικότητα κριτήριο αξιολόγησης τόσο για τους retailers όσο για τα brands στον συγκεκριμένο κλάδο. Οι προσφορές ξεχωρίζουν ως κριτήριο, τόσο στην επιλογή του καταστήματος, όσο και στην επιλογή του προϊόντος.
Οι αποφάσεις των καταναλωτών παραμένουν πολυκριτηριακές αλλά με αναβάθμιση των οικονομικών κριτηρίων (τιμή, προσφορές, συνολική αξία). Επιπλέον τα δεδομένα αποκαλύπτουν ότι η ελληνική αγορά τυποποιημένων καταναλωτικών προϊόντων είναι λιγότερο ετερογενής συγκριτικά με άλλους κλάδους και χώρες.
Οι συμπεριφορές των καταναλωτών είναι περισσότερο συνεκτικές και οι μεταξύ τους διάφορες λιγότερο έντονες. Ο κ. Μπαλτάς υπογράμμισε ότι χρειάζεται ενημέρωση με δεδομένα, ώστε να ταιριάζει με το περιβάλλον της αγοράς. “Δεν επιβιώνει ο ισχυρότερος, ούτε ο μεγαλύτερος αλλά ο πιο προσαρμοστικός οργανισμός σε ένα περιβάλλον που να είναι πιο ρευστό και απαιτητικό από ποτέ”.
