Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας που οφείλει να λάβει υπόψη ο καθορισμός του επιπέδου του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με τα μέλη που τάχθηκαν υπέρ της διατήρησής του στα ίδια επίπεδα, είναι:
• Το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας, αποτέλεσμα της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας: περισσότερο από το 16% του εργατικού δυναμικού ήταν άνεργο το 2019 και το 2020.
• Η τεράστια και συνεχιζόμενη οικονομική ύφεση λόγω της πανδημίας: το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8,2% το 2020, ενώ η προβλεπόμενη (σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) ανάπτυξη κατά 4,1% για το τρέχον έτος δεν επαρκεί για την ανάκτηση των απωλειών της πανδημίας, καθώς το πραγματικό ΑΕΠ για το 2021 προβλέπεται να είναι 4,5% χαμηλότερο από ό,τι το 2019.
• Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία επανεκκίνησης της οικονομίας λόγω και των νέων μεταλλάξεων.
Δεδομένων τούτων, οι υποστηρικτές της μη αύξησης εκτιμούν πως οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις μιας αύξησης του κατώτατου μισθού στην απασχόληση είναι σημαντικές, ιδίως στο τρέχον καθεστώς υψηλής ανεργίας, οικονομικής ύφεσης και αβεβαιότητας για την ανάκαμψη της οικονομίας.
Στην περίπτωση δε που η πανδημία υποχωρήσει και η οικονομία ανακάμψει δυναμικά, τότε υποστηρίζουν ότι θα υπάρξει η ευκαιρία να αναπροσαρμοστεί ο κατώτατος μισθός σε επόμενο χρόνο.
Επισημαίνουν, μάλιστα, ότι το καθαρό εισόδημα των χαμηλόμισθων ιδιωτικού τομέα έχει αυξηθεί κατά 2,5% σε πραγματικούς όρους μετά το 2019, παρά το «πάγωμα» του κατώτατου μισθού, λόγω της μείωσης των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών και της μείωσης του επιπέδου τιμών.
Στον αντίποδα, κατά άλλη άποψη, που υποστηρίχθηκε από άλλα μέλη της επιτροπής, μια αύξηση του κατώτατου μισθού σε ποσοστό έως και 4% θα ήταν συνολικώς επωφελής για την ελληνική οικονομία. Ειδικότερα, η άποψη αυτή, χωρίς να παραβλέπει τις παραπάνω επισημάνσεις, παρατηρεί ότι:
• Στη δημόσια συζήτηση ενίοτε δημιουργείται μια πλαστή εντύπωση για το μέγεθος της οικονομίας που επηρεάζεται ουσιαστικά από τον κατώτατο μισθό.
• Ακόμη και η έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας δεν δημιουργεί ανησυχία για σημαντικά αντιαναπτυξιακά αποτελέσματα από μια περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού.
• Η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος-μέλος της Ε.Ε., με εξαίρεση την Εσθονία, που δεν έχει αυξήσει τον κατώτατο μισθό κατά την περίοδο 2020-2021.
• Η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς de facto δημοσιονομικής επέκτασης και θα υπάρξει σημαντική εισροή κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
• Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών και της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάκαμψη της οικονομίας συγκλίνουν σε μεγάλο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ εντός του 2021 (έως και 4%) και ακόμα μεγαλύτερο το 2022 (έως και 6%).
• Η ανεργία ακολουθεί πτωτική τάση εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία και, παρά τη στασιμότητα το τελευταίο έτος, η πρόβλεψη των οικονομικών φορέων είναι για συνέχιση της πτωτικής της τάσης και τα επόμενα έτη (14,4% το 2022 και 13,2% το 2023, σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής).
• Την περίοδο της κρίσης της πανδημίας πραγματοποιήθηκε αύξηση των αποταμιεύσεων και η εκτίμηση είναι για αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων (κατά 7% το 2021) και της ιδιωτικής κατανάλωσης (2,6% το 2021).
• Οι αποπληθωριστικές τάσεις υποχωρούν και υπάρχουν προβλέψεις ήδη για μια μικρή αύξηση του τιμαρίθμου το 2021 και μεγαλύτερη το 2022.
Στη βάση των παραπάνω παραδοχών, οι ειδικοί συνάγουν το συμπέρασμα ότι μια αύξηση του κατώτατου μισθού σε ποσοστό έως και 4% (ενώ προτάθηκε και αύξηση έως και 5%) θα στείλει ένα θετικό σήμα για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση ενδέχεται να έχει μια αύξηση του κατώτατου μισθού, που οδηγεί σε αύξηση της πίεσης στο μισθολογικό κόστος. Ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, μια πιθανή αναπροσαρμογή προς τα πάνω του κατώτατου μισθού θα αύξανε την πίεση σε κλάδους που ήδη πλήττονται από την πανδημία, με πιθανές σημαντικές επιπτώσεις στην απασχόληση, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, που κατέθεσε κι αυτή έκθεση προκειμένου να συμβάλει στη δημόσια διαβούλευση για τον κατώτατο μισθό. Στο ίδιο συμπέρασμα φαίνεται πως καταλήγει και η Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ και το ΚΕΠΕ τονίζει πως η σχέση μεταξύ του κατώτατου μισθού και της απασχόλησης διαφοροποιείται ανάλογα με τα επίπεδα οικονομικής συγκυρίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ, η επίδραση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση σε περιόδους βαθιάς ύφεσης μπορεί να ξεπεράσει το -0,2, ενώ όσο καλυτερεύουν οι προοπτικές ανάπτυξης η επίδραση του κατώτατου μισθού αποδυναμώνεται, αν και συνεχίζει να είναι αρνητική.
Είναι ενδιαφέρον ότι μόνο όταν το ΑΕΠ φτάσει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, και ειδικότερα ξεπεράσει το 0,5%, ο κατώτατος μισθός φαίνεται να μην έχει κάποια στατιστικά σημαντική επίδραση στην απασχόληση, επισημαίνουν οι μελετητές.
Το εύρημα αυτό σε κάποιο βαθμό εξηγεί γιατί η αξιόλογη αύξηση του κατώτατου μισθού τον Φεβρουάριο του 2019 δεν φαίνεται να επηρέασε σημαντικά την απασχόληση.
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν επηρέασε και τον ρυθμό με τον οποίο η απασχόληση αυξανόταν. Δεδομένου ότι ο κατώτατος μισθός επηρεάζει τον μέσο μισθό και αυτός με τη σειρά του τον σχετικό ρυθμό μεταβολής της απασχόλησης κάθε κλάδου, οι μελετητές εκτιμούν ότι μπορεί ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης να ανακόπηκε λόγω της γενναίας αύξησης του κατώτατου μισθού τον Φεβρουάριο του 2019. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει τόσο η αξιολόγηση της Παγκόσμιας Τράπεζας όσο και η έκθεση αξιολόγησης της ΤτΕ. Μάλιστα, για τις μικρές επιχειρήσεις η επίδραση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση εκτιμάται αρνητική, κοντά στο -0,17, και καθίσταται στατιστικά ασήμαντη όταν η μεταβολή του ΑΕΠ φτάνει περίπου στο 6%. Στην πράξη, η μελέτη επισημαίνει ότι οι μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν το 85% των εργοδοτών, αλλά απασχολούν το 26% των μισθωτών, είναι ευαίσθητες σε μεταβολές του κατώτατου μισθού ακόμα και σε περιόδους ανάπτυξης.
Πολλώ δε μάλλον σε περιβάλλον πανδημίας και μάλιστα όταν αποδεικνύεται ότι οι θέσεις εργασίας σε αναστολή είναι συγκριτικά περισσότερες σε κλάδους και επιχειρήσεις όπου το ποσοστό των αμειβομένων με κατώτατο μισθό είναι επίσης υψηλό.
