Αναρτήθηκε στις:07-06-17 12:40

Χριστιανικό πιστεύω…


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Υπάρχει Θεός, όπως διατρανώνει η πανανθρώπινη έμφυτη θρησκευτική συνείδηση. Αυτό διαλαλεί το σύμπαν με τις υπέροχες φυσικές ομορφιές και την αξιοθαύμαστη ακρίβεια των φυσικών νόμων που το συγκρατούν. Αυτό βεβαιώνει και διατυμπανίζει η πολυπλοκότητα του οργανισμού του ανθρώπου, που εντοπίζει εξάλλου καθημερινά θαυμαστά σημεία στο κοντινό περιβάλλον μας, τα οποία αγνοούμε μόνον, αν εθελοτυφλούμε.

Αναμφίβολα γίνεται αποδεκτό ότι υπάρχει Θεός κι ήδη τίθεται το πιο σημαντικό ερώτημα: Ποιος άραγε είναι ο αληθινός Θεός; Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, η απάντηση διατυπώνεται με σαφήνεια, στο Σύμβολο της Πίστεως, όπου αναφέρεται η πίστη σ’ έναν Θεό, Πατέρα, Κύριο Ιησού Χριστό και Πνεύμα Άγιο.

Αυτές οι τρεις αναφορές, που αποτελούν τη βασική δομή του ιερού Συμβόλου, συνθέτουν την πλέον θεμελιώδη διδασκαλία της Ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας, δηλαδή την πίστη στον Έναν Τριαδικό Θεό, πράγμα το οποίο σημαίνει, με άλλα λόγια ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ένας και μόνος τέλειος Θεός. Οι υπόλοιπες, πλην της Ορθόδοξης Χριστιανικής θρησκείας είναι απλώς δοξασίες και πιστεύουν σε ξόανα.

Είναι αδύνατο να υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί θεοί, άπειροι κι υπερτέλειοι και για να αποδείξει αυτήν την αλήθεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χρησιμοποιεί ένα λογικό επιχείρημα. Αν είναι πολλοί οι θεοί, θα υπάρχουν και διαφορές μεταξύ τους, αφού αν δεν υπάρχουν διαφορές, τότε μιλάμε μάλλον για έναν Θεό, αν όμως υπάρχουν διαφορές, τότε «πού η τελειότης;», το εύλογο ερώτημα του Αγίου.

Αυτό το τελευταίο οφείλεται στο γεγονός, κατά το οποίο, αν άλλος έχει τη δύναμη, άλλος τη χάρη, άλλος την αγαθότητα, άλλος τη σοφία, τότε ο καθένας υστερεί σε κάτι και συνεπώς δεν μπορεί να είναι τέλειος Θεός, όπως υποστηρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην ακριβή έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως.

Επιπλέον για τον ένα και μοναδικό Θεό, ισχύει το γεγονός, όπως διακήρυξε και βεβαίωσε ο ίδιος ο αληθινός Θεός, υπεύθυνα στην πρώτη από τις Δέκα Εντολές της Παλαιάς Διαθήκης: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου… ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού». (Έξοδ κ΄3).

Στο αγιογραφικό αυτό χωρίο βεβαιώνεται και διαλαλείται πανηγυρικά και διεξοδικά απ’ τον ίδιο τον Θεό ότι δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από εκείνον. Τη μαρτυρία για τη μοναδικότητα του αληθινού Επουράνιου Πατέρα, έδωσε και μάλιστα επανέλαβε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός επικυρώνοντας τον Μωσαϊκό Νόμο: «Άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός…» στην Καινή Διαθήκη αυτή τη φορά, συμπληρώνοντας το Δόγμα.

Βέβαια, αυτή η χριστιανική διάσταση, ήρθε σε εξόφθαλμη αντίθεση με τον αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο και μάλιστα στον αριθμό των θεοτήτων, με τις προσωποπαγείς κι ανθρωπόμορφες σχέσεις του, εξορθολογώντας και μεταφέροντας τα πάθη, τις αμαρτίες, τις αστοχίες, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα, τους εγωισμούς και τους ανταγωνισμούς από το ανθρώπινο επίπεδο στον θεϊκό κύκλο της κοινωνίας του Ολύμπου, με το δωδεκάθεο, ή όπου αλλού.

Εκεί, πέρα από την κατεξοχήν επικράτηση της πολυθεΐας, ήταν διάχυτη κι η πίστη στα έμψυχα ή άψυχα κτίσματα κι ακόμη και στην ύλη. Οι άνθρωποι είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ από τον αληθινό Θεό, ώστε κατάντησαν στον εξευτελισμό, να λατρεύουν τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, το νερό, τη φωτιά, οτιδήποτε φαίνονταν παράξενο και σημαντικό, προσωποποιούσαν τους πόθους και τις επιθυμίες, θεοποιούσαν επιπλέον και τον εαυτό τους, όπως για παράδειγμα πολλούς Ρωμαίους αυτοκράτορες.

Και κατά την υπογράμμιση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «έφτασαν να τιμούν ως θεούς, διάφορα τετράποδα κι ερπετά, προβάλλοντας συστηματικά κι αξιολογώντας με ανθρώπινα κριτήρια, ποια αξίζουν περισσότερη περιποίηση ή λιγότερη περιφρόνηση, οι θεοί αυτοί ή όσοι θεοί είναι αόρατοι.

Μάλλον οι πρώτοι είναι υποδεέστεροι των δεύτερων, διότι ενώ τους προσδίδουν λογική φύση, κατάντησαν σε τέτοιο παραλογισμό… Το χειρότερο είναι ότι σήμερα στην εποχή του παραλόγου που ζούμε, αναβιώνουν τέτοιες ειδωλολατρικές αντιλήψεις μέσα από το κίνημα της ειδωλολατρίας, που υποστηρίζει την επιστροφή στην αρχαία ελληνική θρησκεία ή κι άλλες αρχαίες μυθολογίες διάφορων λαών.

Και μέσα απ’ τον πυρήνα του παραλογισμού, τις ανατολικές θρησκείες, που προωθούνται και προβάλλονται ή μάλλον επιβάλλονται συστηματικά και μεθοδευμένα στη Δύση, με φόντο την τρομοκρατία και τον υποβιβασμό της πολιτιστικής στάθμης σε πρωτόγονα στάδια. Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση, λοιπόν είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι ο Θεός είναι Ένας και μάλιστα Τριαδικός και μοναδικός.

Ωστόσο, το Σύμβολο της Πίστεως περιλαμβάνει κι εκφράζει μια άλλη σημαντική αλήθεια ότι ο Ένας αληθινός Θεός είναι Τριαδικός, Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Αυτή η θεμελιώδης αλήθεια για την Αγία Τριάδα, αποτελεί την πιο σπουδαία αποκάλυψη περί του Θεού, την οποία έλαβε ο άνθρωπος, από παλαιά με τα άγια χέρια του Μωυσή.

Ο Θεός είναι Ένας, κατά τη φύση ή την ουσία Του, αλλά είναι Τριάδα κατά τις υποστάσεις ή τα πρόσωπα. Αυτά τα τρία Πρόσωπα (Πατήρ, Υιός κι Άγιο Πνεύμα) είναι αχώριστα κι αδιαίρετα, ενωμένα μεταξύ τους, έτσι ώστε να έχουν μία φύση, μία γνώμη, μία ενέργεια.

Γι’ αυτό και δεν μιλάμε για τους Θεούς )τρεις), , αλλά για Έναν, την Αγία Τριάδα κι η Εκκλησία κατά συνέπεια, ψάλλει στην γιορτή των Αγίων Θεοφανείων: «Εν Ιορδάνη… η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις…». Πρόκειται για τη μέρα κατεξοχήν φανέρωσης της Αγίας Τριάδας, η φωνή του Θεού-Πατέρα απ' τους ουρανούς: «Ιδού, ο Υιός μου, ο αγαπητός, εν ώ ευδόκησα», ο Υιός Κύριος Ιησούς Χριστός μέσα στο ποτάμι να βαπτίζεται από τον Τίμιο Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και το Άγιο Πνεύμα, επί της κεφαλής Του καθήμενο, εν είδει περιστεράς.

Το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν αποτελεί απλώς επινόηση ή καινοτομία των αγίων Πατέρων που συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως, ώστε να επιδείξουν πρωτοπορία κι ένα ευφυολόγημα για τον Χριστιανισμό, που είναι πέρα από τα όρια του ορθολογισμού ή της λογικής εξήγησης. Ήδη από τη Γένεση, το πρώτο Βιβλίο της Αγίας Γραφής, αρχίζει να διαφαίνεται η αλήθεια του Τριαδικού Θεού, η οποία ολοκληρώνεται στην Καινή Διαθήκη..

Για παράδειγμα, ο Θεός, όταν θα δημιουργούσε τον άνθρωπο, μίλησε στον πληθυντικό αριθμό κι είπε: «Ποιήσωμεν…» (Γεν α΄ 26). Την ίδια αλήθεια δηλώνει κι η φιλοξενία των τριών αγνώστων ανδρών από τον Αβραάμ (Γεν ιη 1-8)., η οποία καθιερώθηκε στην αγιογραφία, ως συμβολική απεικόνιση - προτύπωση της Αγίας Τριάδας.

Ωστόσο η πληρέστερη κι ακριβέστερη αποκάλυψη του παρόντος δόγματος, έγινε στην Καινή Διαθήκη με τη φανέρωση των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας στη Βάπτιση του Κυρίου, καθώς για πολλοστή φορά, τονίζεται στο παρόν συμπίλημα, αλλά και στη Μεταμόρφωσή Του και στο υπερώο την Πεντηκοστή, όπου το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται επιφοιτών τους πιστούς «εν πυρήνοις γλώσσεσι».

Επιπλέον, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, έδωσε εντολή στους Αποστόλους να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίζουν τους πιστούς «εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…» (Ματθ κη΄19) και να αντιστοιχεί κάθε κατάδυση-ανάδυση σε ιδιαίτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.

Αυτή την παρακαταθήκη διαφυλάσσει η Εκκλησία, γι’ αυτό και διαρκώς καλεί τους πιστούς ν’ απευθύνουν: «Δόξα τω Πατρί και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και να προσεύχονται με τον Τρισάγιο Ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος…», με αντίστοιχη αναφορά κάθε προσφώνησης, στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, σύμφωνα με την ως άνω σειρά.

Το δόγμα του Τριαδικού Θεού δεν αποτελεί ξένη ή αδιάφορη θεωρία προς την Ορθόδοξή μας βιωματική εμπειρία. Η ενότητα κι η αγαπητική κοινωνία των Τριών εν λόγω Προσώπων της Αγίας Τριάδος αποτελούν πρότυπο ζωής για τον άνθρωπο, δίνοντας διδακτικό και παραδειγματικό έναυσμα, καθώς αυτός είναι πλασμένος «κατ' εικόνα» και οδεύει στην «καθ’ ομοίωσιν Θεού».

Αυτό το πρότυπο ενότητας, προέβαλε ο ίδιος ο Χριστός, όταν λίγο πριν από το Πάθος, προσευχήθηκε προς τον Επουράνιο Πατέρα Του, να παραμείνουν ενωμένοι οι μαθητές Του μεταξύ τους, , όπως Εκείνος είναι πάντα, μαζί Του, σε ομοούσιο κι αχώριστο κι αδιαίρετο ενότητα, εσωτερική και εξωτερική..

Με αυτά τα λόγια Του, απέβλεπε ο Χριστός «ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοί». (Ιωάν ιζ΄21). Με άλλα λόγια, δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι, ανεξάρτητα από διαφορά δέρματος, γλώσσας, πολιτισμού, μορφωτικού επιπέδου κλπ.

Ας είμαστε διαφορετικά πρόσωπα, έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση κι όλοι καλούμαστε να ζήσουμε στα πλαίσια μιας κοινωνίας που θα έχει διάχυτη στους κόλπους της, την αγάπη μεταξύ μας, κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού, αφού «ο Θεός αγάπη εστί». (Α΄ Ιωαν δ΄8).

Η πρώτη λέξη, λοιπόν στην απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως, όπως εκφωνείται από τον νουνό για λογαριασμό μας, κατά την είσοδο στον Χριστιανισμό, με το Θείο Βάπτισμα, αλλά και σε κάθε σημείο της λειτουργικής, ομολογιακής και καθημερινής ζωής στην κοινωνία μας.

Όμως και το σημείο, στο οποίο πολλοί σκοντάφτουν, και θέτουν απορίες κι αμφισβητήσεις, όπως: «Γιατί να πιστέψω στον Θεό; Πώς να πιστέψω κάτι που δεν βλέπω ή δεν καταλαβαίνω; Πώς να πιστέψω σε κάτι που μου το έμαθαν, αλλά δεν το ανακάλυψα εγώ ο ίδιος… Σε κάθε περίσταση, υπολογίζεται «το σφόδρα τεκμαιρόμενο έννομο συμφέρον του πιστού, σε συνάρτηση με λόγους οικονομίας, επιείκειας και πρόνοιας», όπως συμβαίνει στον νηπιοβαπτισμό.

Φαίνονται ότι υπακούουν στη λογική αυτά τα ερωτήματα. Ισχύει άραγε το περιεχόμενο αναφοράς τους; Πόσο λογικό είναι να ισχυρίζεται κανείς πως υπάρχει μόνον ό,τι βλέπει κι ακούει; Η αισθησιακή αντίληψη, όμως πολλές φορές ξεγελάει, οι αισθήσεις καμιά φορά εξαπατούν και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος πολύ λίγα πράγματα αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του. Πάντα μένει αόρατη, επίτηδες ή όχι σκόπιμα, «η σκοτεινή όψη του φεγγαριού». Για παράδειγμα, το φως του ήλιου, όπως μας διαβεβαιώνει η επιστήμη, δεν είναι λευκό, όπως το βλέπουμε, αλλά αναλύεται στα γνωστά χρώματα της ίριδος, δηλαδή του ουρανίου τόξου, τα οποία αναπαράγονται εργαστηριακώς, ανά πάσα στιγμή με το φασματοσκόπιο. Το ίδιο ισχύει με την διάθλαση ενός αντικειμένου στο νερό και την οπτασία στην έρημο, λόγω αντανάκλασης του ηλιακού φωτός στην εκτυφλωτική άμμο.

Επιπλέον, πέρα απ’ αυτά τα γνωστά αξιώματα από το φάσμα των χρωμάτων, υπάρχου πάλι εκ της φυσικής επιστήμης, οι υπέρυθρες και οι υπεριώδεις και Χ ακτίνες, καθώς κι άλλα πολλά που διαρκώς ανακαλύπτει ο άνθρωπος. Ευλογοφανώς διερωτώμαστε, μήπως, όλα αυτά δεν υπήρξαν, το χρόνο που ο άνθρωπος αδυνατούσε να τα παρατηρήσει επισταμένως, συστηματικά κι επιμελώς, λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας κι επαρκούς επιστημονικής κατάρτισης;

Αλλά και τώρα, που έχουν ανακαλυφθεί… , είναι συνετό και λογικό να απαιτούν όλοι οι άνθρωποι να τα δουν στο μικροσκόπιο του εργαστηρίου, για να τα παραδεχτούν, αν ο γνώμονας είναι το εγωιστικό σκεφτικό που έχει εκτεθεί. Άρα, λοιπόν το σωστό και κίνητρο προόδου είναι ότι δεχόμαστε, χωρίς δική μας αυτοψία, τις επιστημονικές και μεθοδικές παρατηρήσεις και τις μελέτες των ειδικών και κατά συνέπεια, στηρίζουμε την πίστη μας, ακλόνητα σ’ αυτές, κτίζοντας τις επόμενες, αυριανές, παρούσες και μελλοντικές απόψεις, προσθέτοντας νέα στοιχεία πάνω στις προηγούμενες.

Κάτι παρόμοιο ισχύει για γεγονότα του παρελθόντος ή για ό,τι συμβαίνει σ’ άλλα σημεία του πλανήτη. Ποιος άνθρωπος διατείνεται ότι είναι λογικός και συνετός κι υποστηρίζει ότι δεν συνέβησαν τα γεγονότα που ο ίδιος δεν έζησε ή αυτά, στα οποία δεν ήταν παρών;… Είμαστε απολύτως βέβαιοι, για παράδειγμα, όσο αφοράει τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή την Επανάσταση του 1821 και τόσα άλλα ιστορικά γεγονότα, γιατί αποδεχθήκαμε τις μαρτυρίες ειδικών κι ειδημόνων ανθρώπων, επιστημονικών παραγόντων κι άλλων έγκυρων πηγών, που τα έζησαν και τα κατέγραψαν ή τα επιβεβαίωσαν με επιστημονικά μέσα.

Παρομοίως γίνεται και για γεγονότα, τα οποία συμβαίνουν αυτή την ώρα σε άλλες περιοχές, όπως μας πληροφορούν σχετικές επιδόσεις των Μ.Μ.Ε., γραπτών και προφορικών ή αυτόπτες μάρτυρες που αποδεχόμαστε την μαρτυρία τους. Δηλαδή τελικά η μάθηση, η γνώση κι η επιστήμη έχουν βασικό θεμέλιο την πίστη.

Βέβαια, πίστη δεν σημαίνει ούτε ευπιστία, ούτε αφέλεια, ούτε επιπολαιότητα, αλλά υπέχει την έννοια της αποδοχής κι εμπιστοσύνης, δηλαδή προλείανσης του εδάφους, πριν πιστέψω. Για την ενέργεια αυτή, έχω αναφαίρετο δικαίωμα, η μάλλον την επιτακτική υποχρέωση, να εξετάσω, αν είναι αξιόπιστη κι αληθινή η μαρτυρία που καλούμαι να πιστέψω. Αυτό δεν ισχύει μόνον για την ανθρώπινη γνώση, αλλά και την πίστη στον Θεό.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός κάλεσε τον μαθητή Του, τον Θωμά, να ψηλαφήσει τα χέρια και την πλευρά Του για να διαπιστώσει ότι πραγματικά είναι Αυτός, ο Χριστός που αναστήθηκε τριήμερος εκ νεκρών. Αλλά κι οι Άγιοι Απόστολοι είχαν λάβει χάρη από τον Θεό για να επιτελούν θαυμαστά σημεία, , ως τεκμήρια της γνησιότητας του κηρύγματός τους.

Δεν έχουν, λοιπόν εντελώς; άδικο όσοι ζητούν αποδείξεις, για να πιστέψουν στην ύπαρξη του Θεού Όμως, ας μην περιμένουν ότι αν ανακαλύψουν τον Θεό με προκαθορισμένη ακρίβεια μαθηματικών εξισώσεων, θα Τον προσεγγίσουν κιόλας . Ο Θεός δεν αποδεικνύεται, αλλά αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Του δίνει, όμως τόσο έντονα σημάδια της παρουσίας Του, που λειτουργούν, αν όχι, σαν αποδείξεις, τουλάχιστον σαν σαφείς και ξεκάθαρες ενδείξεις της ύπαρξής Του, συντρεχούσης της συγκατάθεσής Του, πράγμα απαραίτητο για τη σύλληψη και την προσέγγιση.

Πιο συγκεκριμένα για την ύπαρξη του Θεού, μαρτυρούν οι παρακάτω παράγοντες: Η πανανθρώπινη συνείδηση, ο φυσικός κόσμος που μας περιβάλλει, η πίστη δεν επιβάλλεται με τη λογική, αλλά απορρέει από την καρδιά, που αγαπά κι εμπιστεύεται. Είναι εμπειρία και βίωμα στον καθένα ξεχωριστά και προσωπικά, βάσει της διαμόρφωσης της ζωής του.

Όλοι οι λαοί σε κάθε εποχή εκδηλώνουν την πίστη σε κάποιον Θεό, έστω και με διαφορετικό τρόπο, ο καθένας. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία που αναφέρει ο ιστορικός Πλούταρχος: «Μπορείς να βρεις πόλεις χωρίς τείχη, χωρίς παιδεία, χωρίς διοίκηση, χωρίς χρήματα και νομίσματα, χωρίς θέατρα και γυμναστήρια. Πόλη όμως, που δεν έχει ιερά και θεούς και δεν επιτελεί προσευχές και θυσίες, κανείς δεν είδε».

Και στον κόσμο που ζούμε, τι να πρωτοθαυμάσει κανείς! Τον υπέροχο έναστρο ουρανό, με τους μικρούς ή μεγαλύτερους αστέρες, να κινούνται με θαυμαστή ταχύτητα και καταπληκτική ακρίβεια; Ή τον πανέμορφο πλανήτη της γης μας, με τις ποικίλες εναλλαγές των τοπίων και την απίστευτη πληθώρα της πανίδας και της χλωρίδας, σε θάλασσα και στεριά;…

Αλλά, μήπως κι ο ίδιος ο ανθρώπινος οργανισμός, δεν προκαλεί κατάπληξη, με τις τόσο πολύπλοκες λειτουργίες του, που συνδυάζονται τόσο αρμονικά;… Όλα αυτά διαλαλούν την ύπαρξη ενός πάνσοφου Δημιουργού-Θεού, όπως ομολογεί κι ο ιερός Ψαλμωδός: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίηση δε χειρών αυτού αναγγελεί το στερέωμα». (Ψαλμ ιη΄2).

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλές παρόμοιες ενδείξεις, που φανερώνουν ότι πιο λογικό είναι να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει Θεός, παρά ότι δεν υπάρχει. Ωστόσο, η ύπαρξη του Θεού δεν είναι θέμα λογικών επιχειρημάτων, αλλά καλής προαίρεσης και πρόθεσης, με τη συνδρομή και συμβολή της φώτισης.

Εύστοχα χαρακτηρίστηκε η πίστη ως «έκτη αίσθηση», την οποία μας έχει χαρίσει ο Θεός, για να βλέπουμε πέρα από τα αισθητά και να ευδοκιμεί στα υπέρ-ορατά, καθώς «πίστις εστιν ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». (Εβρ ια΄ 1). Επομένως στην κατοχή της πίστης κι η προόραση διαδραματίζει θετικό ρόλο, η οποία όμως απαιτεί την σύμπνοια του Θεού.

Όσοι έζησαν την παρουσία του Θεού, μέσα από θαυμαστά γεγονότα- εκδηλώσεις της Θείας Πρόνοιας, συναντήθηκαν προσωπικά με τον Χριστό, στη χώρα της καρδιάς τους, μέσα από την προσευχή και την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας…

Αυτοί δεν μπορεί να έχουν καμία αμφιβολία για την ύπαρξή Του. Η πίστη τους αποτελεί την απάντηση στο δικό τους κάλεσμα. Τον άκουσαν να τους κτυπά την πόρτα της ψυχής τους και Του άνοιξαν. . Απ’ αυτή την προσωπική συνάντηση μαζί Του πηγάζει η ζωντανή πίστη, που μας μεταγγίζει δύναμη κι ελπίδα, υπομονή κι αισιοδοξία, την πλήρη βεβαιότητα ότι υπάρχει Θεός κι είναι μαζί μας!




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ