Αναρτήθηκε στις:04-05-17 14:37

Αντισυνταγματικός νόμος για αφορολόγητο


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Ο νομικός κόσμος μας φαίνεται ότι τελεί σε εγρήγορση, ως προς την διατύπωση της επικεφαλίδας για το αφορολόγητο, που κτίζεται αποκλειστικά με το πλαστικό χρήμα. Αναρωτιέται εύλογα κανείς, από πότε το νόμιμο μετρητό χρήμα άραγε δεν λογίζεται και δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιο; Από πότε οι ίδιες ισόποσες και νόμιμες αποδείξεις έχουν διαφορετική φορολογική μεταχείριση κι αξία. Αυτός ο υπολογισμός είναι παράδοξος κι αποτελεί οξύμωρο σχήμα.

Πάντως δεν ξέρουμε κι αναλογιζόμαστε, άραγε από πότε τιμωρείται έμπρακτα η χρήση του νόμιμου μετρητού και των νόμιμων αποδείξεων με τη φορολογική επιβάρυνση αυτών που τα χρησιμοποιούν. Η απόφαση της Κυβέρνησης, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ της 24/01/2017 και περιγράφει το πώς χτίζεται το αφορολόγητο τμήμα του εισοδήματος, είναι νομικά χωρίς βάση, στον αέρα, «πτερόεντα», λες κι είναι προφορικά λόγια του καφενείο.

Προσβάλλει σαφώς την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, από μία επί τροχάδην ματιά στην εκτίμηση, πράγμα που σημαίνει ότι το Κράτος δίνει το δικαίωμα σε όλους τους πολίτες να χρησιμοποιούν τα τραπεζογραμμάτια, δηλαδή τα μετρητά, με τα οποία διεκπεραιώνουν όλες τις συναλλαγές

Επομένως τα θεωρεί και τα αναγνωρίζει κιόλας ως μέσο νόμιμης συναλλαγής. Το ίδιο κράτος επιβάλλει την έκδοση αποδείξεων για παροχή αγαθών και υπηρεσιών, λειτουργώντας έτσι την εσωτερική αγορά με εμπράγματο μέσο, το τραπεζογραμμάτιο. Τις αποδέχεται ισότιμα, ως φορολογική Αρχή.

Δηλαδή, για πιο ευχερή κατανόηση, εισάγουμε το εξής παράδειγμα: Η απόδειξη για την τυρόπιτα, που αγοράστηκε με μετρητά είναι η ίδια, με την περίπτωση αγοράς της τυρόπιτας με κάρτας. Η μία αυτή απόδειξη έχει την ίδια αποδεικτική αξία αγοράς, έναντι οποιασδήποτε, φορολογικής Αρχής.

Επομένως, το Κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με διαφορετικό φορολογικό τρόπο, τις ίδιες συναλλαγές, που γίνονται με μετρητά ή με κάρτα. Ακόμη πιο σαφώς, δεν μπορεί να τιμωρεί εκείνον που κάνει χρήση του νόμιμου μετρητού, έναντι εκείνου που χρησιμοποιεί κάρτα, από τη στιγμή που του έχει δώσει το δικαίωμα το τραπεζογραμμάτιο.

Ας παρακολουθήσουμε τον τρόπο διαφορετικής εκτίμησης και τιμωρίας στο ίδιο ως άνω παράδειγμα της αγοράς τυρόπιτας. Εκείνος που αγοράζει την τυρόπιτα με κάρτα, απαλλάσσεται από τη φορολογία, ενώ εκείνος που την αγοράζει με μετρητά, επιβαρύνεται.

Αυτή η επιβάρυνσή του οφείλεται, αφενός μεν γιατί δεν απαλλάσσεται από την καθιερωμένη φορολογία κι αφετέρου, γιατί με τις ιδιότροπες κι ιδιόρρυθμες ιδέες της κυβέρνησης, ο φορολογούμενος θα πληρώσει και φορολογική ποινή, αν δεν συγκεντρώσει συγκεκριμένο ποσό αγορών με κάρτα, το οποίο έχει οριστεί εισοδηματική δύναμη του εν λόγω φορέα.

Οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα κι υποχρέωση συνάμα να μαζεύουν νόμιμες αποδείξεις για τη δικαιολόγηση των αγορών αγαθών και παροχής υπηρεσιών, χρησιμοποιώντας μετρητά, από τη στιγμή που το κράτος δεν έχει αποσύρει ούτε τις νόμιμες αποδείξεις, ούτε τα μετρητά.

Κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις το κράτος δεν μπορεί να αναδειχτεί σε τιμωρό των πολιτών, που χρησιμοποιούν αυτούς τους δύο τρόπους. Η υποδειγματική τιμωρία που επιβάλλει ο άδικος και συγχρόνως σκληρός νόμος, που ψήφισε η κυβέρνηση, κάτω από τα κοιμισμένα μάτια της αντιπολίτευσης, ακόμη για άλλη μια φορά. , είναι κατάφωρα καταχρηστική και παρατραβηγμένη.

Ένας νομικός που τεκμηρίωσε αυτό, όπως διατυπώνουν κι άλλοι ειδικοί, ήταν ο διδάκτορας του Εμπορικού Δικαίου σε Πανεπιστήμιο της Μεγάλης Βρετανίας, Νικολάου Κουλάδη. Αυτό συμβαίνει στο άρθρο του: «Περί φορολογίας και… υδάτων», που επισήμανε ότι η μόνη ρύθμιση που μπορεί να κάνει το κράτος, διαχωρίζοντας το μετρητό από το λεγόμενο πλαστικό χρήμα, είναι να δώσει κίνητρο περαιτέρω φοροαπαλλαγής στους χρήστες καρτών. Όμως σε καμιά περίπτωση το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να τιμωρήσει όσες δεν τις χρησιμοποιούν.

Όπως στην τούρτα πάντα υπάρχει ένα κερασάκι έτσι και στον σχετικό νόμο προβλέπεται απαλλαγή του πέναλτι επί της χρήσης μετρητών. Εισάγεται και μία εξαίρεση, για τις κατηγορίες βαριά αναπήρων (πάνω από 80%). Ομοίως, η εξαίρεση ισχύει και για τους συμπολίτες μας άνω των 70 ετών, γιατί τους θεωρεί ανήμπορους, ως πολύ ηλικιωμένους που δεν διαθέτουν ούτε την σχετική διαύγεια πνεύματος, ούτε την σωματική ικανότητα.

Αυτές όμως τις δύο κοινωνικές ομάδες, αφενός των ΑΜΕΑ κι αφετέρου των υπερήλικων, χρησιμοποιώντας δυο μέτρα και δυο σταθμά, το κράτος υποχρεώνει να υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις ηλεκτρονικά.

Μπορούμε από αγανάκτηση, να αναφωνήσουμε για το μεγαλείο(;) του αθάνατου ελληνικού κράτους της ρουσφετολογικής πρακτικής κι αλλοπρόσαλλης τακτικής, με εφαρμογή της προχειρότητας και της πατσουλιάς. Πρόκειται για το Κράτος μας, στο οποίο κάνουν κουμάντο, άλλες φορές, άσχετοι πολιτικοί κι άλλοτε δόλια στελέχη. Αυτοί με κοινό παρανομαστή την απληστία, την σκοπιμότητα και την ιδιοτέλεια προβαίνουν σε ασύστολες αδικοπραγίες σε βάρος μάλιστα ευπαθών πολιτών, οι οποίοι σέβονται την ελληνική, πολύχρονη και πνευματώδη Ελληνική Ιστορία.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ