Αναρτήθηκε στις:07-09-16 12:24

Χρόνος και Χριστιανισμός


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Η λύση του σύνθετου, πολύπλοκου, δύσκολου κι αινιγματικού προβλήματος του χρόνου απασχόλησε ανά τους αιώνες πολλούς κορυφαίους επιστήμονες, φιλοσόφους, φυσικούς, ψυχολόγους, θεολόγους κι άλλους που διέπρεψαν και καταξιώθηκαν από τον Θεό στην εξέταση και μελέτη του. Αυτοί κατήγαγαν εποικοδομητικές και χρήσιμες πληροφορίες κι ανέπτυξαν σφαιρικές κι εμπεριστατωμένες κρίσεις που κατέληξαν στην διαμόρφωση της σημερινής ολοκληρωμένης άποψης.

Ειδικότερα ο χρόνος των φιλοσόφων έχει ανθρωπολογική, οντολογική και κοσμολογική αξία, καθώς σημείο συνάντησης του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος χρόνου αποτελεί τη συνείδηση κάθε ατόμου. Η σύλληψη της έννοιας του χρόνου γίνεται πλήρως κατανοητή από τον άνθρωπο, όταν η ψυχή θεωρήσει ότι είναι διαφορετικά την πρότερη ύπαρξη του σώματος και την ύστερη αιωνιότητα της ψυχής, κατά τον καιρό της αποσύνθεσης του ανθρώπινου οργανισμού στα δυο αυτά συστατικά εκ των οποίων σύγκειται.

Ο χρόνος είναι ο αριθμός των κινήσεων που διαδραματίζονται μέσα στα πλαίσιά του και γίνονται με κανονικό ρυθμό, μέτριας έντασης, που δεν είναι δηλαδή ούτε ταχύς, ούτε βραδύς, αλλά ο ίδιος παντού σε όλες τις σφαίρες, χωρίς να αλλάζει, παρά μόνο το μετρούμενο. Για να γίνει πιο αντιληπτό το προκείμενο φαινόμενο, εισάγεται το παράδειγμα, κατά το οποίο εξηγείται ότι ο χρόνος είναι μεγάλος, αν οι κινήσεις αυτές του ιδίου ρυθμού, είναι πολλές κι αντίστροφα γίνεται λόγος για μικρό χρόνο, όταν αυτές είναι λίγες

Τα παραπάνω ισχύουν για τα πρόσκαιρα όντα, ενώ αντίθετα τα αιώνια δεν είναι πεπερασμένα και δεν ανευρίσκονται μέσα στις πτυχές του συμβατού χρόνου κι ούτε μετριέται από τον χρόνο κάποια διάστασή τους, γιατί απλούστατα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χρόνος, αν δεν υφίσταται ψυχή, που ως αθάνατη, τον υπερβαίνει, καθώς πάλι ο χρόνος εκφράζει όχι μόνον τα αισθητά, αλλά και τη ζωή της ψυχής του κόσμου, δηλαδή της κινητής εικόνας της αιωνιότητας, μολονότι η τελευταία είναι άχρονη κι αμετάβλητη.

Ο χρόνος αντίθετα από την αιωνιότητα δεν είναι ένα σταθερό κι ακίνητο μέγεθος, αλλά ισχύει γι’ αυτόν η συνεχής μεταβολή κι αέναος ροή, κατά την φιλοσοφική αρχή του Ηράκλειτου «πάντα ρει, πάντα χωρεί και ουδέν μένει». Η δομή κι η λειτουργία του χρόνου εξάλλου, έγινε ανέκαθεν κι αντικείμενο μελέτης των φυσικών και κατά τις θεωρίες τους φαίνεται ξάστερα ότι η έννοιά του σχετίζεται στενά κι αδιάσπαστα με την ομοειδή του χώρου, γι’ αυτό συχνά λέγεται για τη σύνθεση της έννοιας του χωροχρόνου από τα δυο επιμέρους στοιχεία.

Λοιπόν τον χωροχρόνο προσδιορίζουν τέσσερες συντεταγμένες κι απ’ αυτές τρεις προέρχονται από την ανάλυση του φάσματος του χώρου και μία από τον πυρήνα του χρόνου. Έτσι για παράδειγμα, ένα αεροπλάνο πετάει σε συγκεκριμένες τέσσερες συντεταγμένες, απολύτως καθορισμένες που διαγράφουν τη θέση του ανά πάσα στιγμή στα πλαίσια της πορείας του: Το ύψος, το γεωγραφικό πλάτος, το αντίστοιχο μήκος και τον χρόνο.

Προκύπτει έτσι ότι ο χρόνος δεν χωρίζεται από τον χώρο, ως μια εντελώς διακριτή μεταβλητή, αλλά αντίθετα μάλιστα αποτελεί μια, ενιαία διάσταση του κόσμου, όπου ζούμε και κινούμαστε, με τη μαθηματική έννοια του όρου. Επομένως, χάρη της κυριολεξίας και της ταυτοποίησης όρων κι εννοιών, πρέπει να μιλάμε γι’ αυτόνομο «χωρόχρονο με τέσσερες διαστάσεις», παρά όπως στην πράξη συνηθίζεται, για ένα τρισδιάστατο χώρο, ο οποίος συνοδεύεται από έναν ανεξάρτητο μονοδιάστατο χρόνο.

Κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, προσαρμοσμένο στην εξυπηρέτηση των θεωρητικών προσεγγίσεών τους, ατενίζουν οι ψυχολόγοι τον χρόνο. Συγκεκριμένα τον θεωρούν ως έναν ουσιώδη και θεμελιώδη παράγοντα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως και σε όποιον τομέα της καθημερινότητας κι αν εκδηλώνεται αυτή, κατά το στάδιο της σωματικής ανάπτυξης, της μάθησης, της εργασίας, του αθλητισμού, της διασκέδασης, της ανάπαυσης κλπ.

Στα πλαίσια των διαπροσωπικών σχέσεων και κοινωνικών δραστηριοτήτων, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την παρουσία του χρόνου, καθώς τον αισθάνεται σαν έναν απέραντων ορίων τρισδιάστατο ορίζοντα, με τις εμπλεκόμενες διαστάσεις του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, με αναφορά αντίστοιχα στις πράξεις, στις αναμνήσεις και στις προσδοκίες ή τις επιδιώξεις.

Καθώς υποπίπτει στις αισθήσεις μας, η αντίληψη του απτού χώρου είναι σχετικά εύκολη υπόθεση, ενώ απ’ την άλλη μεριά η αντίληψη του χρόνου είναι δυσκολότερη, καθώς αυτός απεκδύεται από κάθε υλική υπόσταση, ξεφεύγει της θεώρησης ως αντικειμένου, χωρίς να έχει κάτι σταθερό. Αντίθετα, η κατάκτηση της έννοιας του χρόνου απαιτεί ανάπτυξη της ικανότητας για ευθείες κι αντίστροφες νοητικές ενέργειες, δηλαδή τη μετάθεση από παρελθοντικές και παρούσες σε μελλοντικές καταστάσεις, καθώς και την ανάδρομη πορεία και τελική επιστροφή σε περασμένες καταστάσεις.

Οι θεολόγοι και μάλιστα οι Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τον χρόνο της επίγειας ζωής κι ιδίως για τον πνευματικό, υπερκόσμιο κι υπερβατικό της όντως Ζωής και τον βλέπουν κάπως διαφορετικά, καθώς τον θεωρούν «βάθρον ζωής» και «πεδίον δράσης»,, όπου αφενός καταξιώνεται η παρουσία του ανθρώπου στη γη κι αφετέρου προετοιμάζεται η ψυχή του, ώστε να είναι ετοιμοπόλεμη σε κάθε στιγμή για την κατάκτηση της αιωνιότητας, στην οποία θα βλέπει πάντα το υπέρλαμπρο μεγαλείο του Θεού, από το οποίο θα αποκομίζει την ευτυχία.

Ο βιοτικός χρόνος γίνεται ψυχολογικός και πνευματικός κι εσχατολογικός, με τη σωστή κι επιτυχημένη εκμετάλλευσή του από τον άνθρωπο, ζώντας τα παροδικά ασύγκριτα δώρα Του, αν κι είναι φθειρόμενα, όμως απολαμβάνοντας την απορρόφηση των εγκόσμιων αγαθών στο μέτρο που Αυτός όρισε, κάνοντας τις ανάλογες ψυχωφελείς προετοιμασίες του για την όντως Ζωή, όπου μηδενίζεται το παρελθόν και το μέλλον, τα οποία συμπυκνώνονται σε ένα ασταμάτητο παρόν.

Κάθε άνθρωπος πρέπει να αξιολογεί δεόντως τη μοναδική προσφορά του Δημιουργού Του και να αξιοποιεί επιτυχώς τον χρόνο της γήινης διαδρομής του, οδεύοντας στην σωτηρία της ψυχής του, που είναι ο απώτερος σκοπός του. Εφαλτήριο και κίνητρο αυτών των ενεργειών του ας είναι αυτή η κατάσταση, την οποία συνέχεια να έχει μπροστά του σαν όραμα.

Ανακεφαλαιώνοντας τα παραπάνω, μπορούμε να συνάγουμε με περισσή ασφάλεια ότι ο χρόνος στερείται οντολογικής υπόστασης, παρά μόνον ιδεολογική, γιατί πρόκειται για μια έννοια, για ένα προϊόν της φαντασίας μας, της αναπαραστατικής συνείδησής μας, που έχει ως βάση της σύστασής του την ενέργεια, την κίνηση και την ζωή., αφού χωρίς αυτές τις αναπόσπαστες συνιστώσες, δεν λογίζεται η ύπαρξη χρόνου, καθώς αυτός συνυφαίνεται με τη ζωντάνια και τη δράση του ανθρώπου.

Το μέγεθός του αποτελεί την ένδειξη της μέτρησης της ζωής και των όσων συμβαίνουν κατ’ αυτήν, τόσο από ποσοτική, όσο κι από ποιοτική σκοπιά. Είναι το σημείο, ο γεωμετρικός τόπος συνάντησης της ζωής, του θανάτου και της αθανασίας. Κι αυτός είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο, απόρροια της μέγιστης αγάπης Του προς αυτό το πλάσμα Του, ως απαραίτητο εφόδιο για να ζήσει εδώ, αλλά και να κερδίσει την ατελεύτητη αιώνια ζωή στον ουρανό, ώστε να μπορέσουμε να τον μεταβάλουμε σε αιωνιότητα, με την Χάρη Του.

Μόνον όσοι έζησαν εδώ στη γη κι επομένως φόρεσαν χρονικό ένδυμα, αυτοί θα καταξιωθούν να ζήσουν και την ζωή της «άνω Ιερουσαλήμ» και θα προβάλλουν το χρυσοποίκιλτο ολόλαμπρο ένδυμα. Η ένταξή μας στην πολυπόθητη αιωνιότητα, στις εύρυθμες της όντως Ζωής, θα εξαρτηθεί αποφασιστικά από τον τρόπο πολιτείας μας στη βιολογική ζωή. Η επαλήθευση αυτής της τελευταίας υπόθεσης, προϋποθέτει το γεγονός κατά το οποίο πρέπει να ζήσουμε εδώ στη γη με αφύπνιση κι επαγρύπνηση, ώστε να δείξουμε νηφαλιότητα ξεφεύγοντας από τα αρπακτικά πλοκάμια του μισάνθρωπου πειρασμού που ελλοχεύει να μας κατασπαράξει. Αυτή δηλαδή η διαρκής πρόγνωση των εσχάτων σημαίνει ότι ζούμε την εσχατολογική πραγματικότητα ως παρούσα.

Η μετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας, στα σωστικά κι αγιαστικά Ιερά Μυστήρια, Ακολουθίες, Ιερουργίες, ποικίλες κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητές της, θα συμβάλει, ώστε να συνειδητοποιήσουμε με ενάργεια, το γεγονός ότι «άλλου αιώνος εσμέν», ότι είμαστε προορισμένοι για το «καθ’ ομοίωσιν» της αιωνιότητας, ότι προσδοκούμε την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου και τη Βασιλεία Του στους Ουρανούς, όπου ακατάπαυστα θα Τον δοξολογούν αναρίθμητες στρατιές των Αγγέλων, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, Πολυώνυμα, Μετάρσια, Φτερωτά.

Αυτά στοχεύουν στο απρόσκοπτο συμπέρασμα ότι ο βιολογικός μας χρόνος, πρέπει καθημερινά να προσλαμβάνει τη «σάρκα και τα οστά» της αρχαιοελληνικής σημασίας της έννοιας «καιρός», δηλαδή την ευκαιρία για την κατάκτηση της αιωνιότητας, ζώντας ανελλιπώς κοντά στον Χριστό. Ας υιοθετήσουμε κι ασπασθούμε κιόλας τα συναφή Ευαγγελικά λόγια: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας».

Ο Θεός μας «ο τον πάντα χρόνον πληρών» μας προσφέρει απλόχερα αυτήν την ευκαιρία της μετάνοιας και διόρθωσης, καθώς είναι Κύριος του παντός, Εκείνος που «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος». Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν, να μας αξιώσει και να μας ενισχύσει κιόλας, ώστε να διάγουμε την επίγεια ζωή μας, σύμφωνα με το Πανάγιο θέλημά Του. Έτσι όταν Αυτός ορίσει να απέλθουμε θριαμβευτές «προς τον ποθούμενον τόπον, τον στέφανον της ασκήσεως ειληφότες».

Με αυτόν τον τρόπο εφοδιασμένοι, θα μπορέσουμε κάποτε να φύγουμε έτοιμοι και πρόθυμοι για καλή απολογία, κατά την προσμονή μας, όπως εξάλλου μας επιβεβαίωσαν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, συμφωνώντας απόλυτα με τις Θείες επιταγές. Η απόκρισή μας θα γίνει σύμφωνα με το Ευαγγελικό σχέδιο του Κυρίου που μας άφησε ο Ίδιος ως παρακαταθήκη, σχετικά με όσα πράξαμε κι είπαμε κάθε χρόνο καθώς κι υποδιαιρέσεις του της επίγειας ζωής μας.

Είναι ανάγκη λοιπόν που απορρέει ως εκπλήρωση της πραγματικής ωφέλειάς μας, να ζούμε εδώ στη γη «εν σοφία, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν», επωφελούμενοι δηλαδή και προετοιμαζόμενοι για την όντως Ζωή, με τη διαρκή σκέψη ότι ο χρόνος της επίγειας ζωής, μας χαρίσθηκε αποτελώντας εισαγωγή στην αιωνιότητα, πρόγευσή της με τους Νόμους της κληρονομικότητας και της διαιώνισης του ανθρωπίνου είδους, αλλά προπαντός ως στάδιο αγώνα και προπόνησης και προετοιμασίας στο πνευματικό επίπεδο αποβλέποντας στην αιώνια ζωή.

Δικαιολογία αυτής της στάσης μας προβάλλει ο Κύριος το γεγονός «ότι αι ημέραι πονηραί εισίν», καθώς πρέπει επιτέλους να μάθουμε να ζούμε «ως σοφοί και όχι άσοφοι», «συνιέντες τι το θέλημα του Κυρίου». Η θεογνωσία οδηγεί απαρέγκλιτα και με μαθηματική ακρίβεια, στη θεοσέβεια, συνηγορούντων βέβαια και των στοιχείων που αφορούν αφενός τη δική μας πρόθεση κι αφετέρου τη συνέργεια του Θεού.

Εύγευστος καρπός της θεοσέβειας, που προκύπτει με τον παραπάνω τρόπο, είναι η απόκτηση του νοήματος του χρόνου, κατά τους ορισμούς του Θεού. Χωρίς αυτήν την απόκτηση, ξεστρατεί από το σωστό νόημά του ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου. Μακάρι πάντα η θεία Χάρη να μας συντρέχει οδηγώντας «εις μέτρα τελειότητος». Συνάμα να μας αξιώσει να τύχουμε «ζωής αθανάτου μετασχείν και ηδονής αφθάρτου και αρρήτου δόξης κατατρυφήσαι» στα πλαίσια της όντως ζωής, στους προστατευτικούς κόλπους του Ιησού Χριστού, που είναι ανοικτοί από καταβολής κόσμου.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ