Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Για το πώς τορπίλισε η Αγγλία τις προσπάθειες της Κύπρου για αυτοδιάθεση, καταγράφτηκε με κάθε συντομία, αλλά με συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία, σε άλλο σχολιασμό της ασημαντικότητάς μας.
Όμως αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση δεινής κακομεταχείρισης της περιφρονημένης μικρής χώρας μας εκ μέρους δήθεν φίλων, συμμάχων και ισότιμων συνεταίρων μας της Εσπερίας. Επειδή οι νέες γενιές των Ελλήνων δεν διδάσκονται την αλήθεια της ιστορίας ή μόνον κατά παραγγελία ή ουσιωδώς παραλλαγμένη, γι’ αυτό με το παρόν συμπίλημα, καταβάλλεται προσπάθεια ν’ αναφερθεί με κάθε δυνατή σαφήνεια, τι έχει υποστεί η Ελλάδα από της σύστασής της ως Κράτους μέχρι την σύγχρονη εποχή μας.
Αυτοί που παρουσιάζονται σήμερα ως «άσπονδοι» προστάτες μας είναι απαράλλακτοι κι ανέκαθεν κόλακες και στυγνοί εκμεταλλευτές της μικρότητας και εθνικής φιλοτιμίας μας. Εξάλλου τα γεγονότα μαρτυρούν ότι αγωνίστηκαν μάταια κι άδικα, όσοι έχασαν τη ζωή τους κατά τον 19ο κι 20ο αιώνα για ανώτερα ιδανικά, ιδεολογίες, αρχές, αξίες κι έναν καλύτερο κόσμο.
Οι ίδιοι εκείνοι που στο παρελθόν έχουν ασύστολα, καταφανώς κι εξόφθαλμα, αδικήσει την πατρίδα μας χρησιμοποιώντας την ακατάβλητη υλική τους δύναμη, είναι ακριβώς οι ίδιοι που κατάφωρα την αδικούν και σήμερα, κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο, πετυχαίνοντας τον σκοπό τους με την προσέγγιση και προσεταιρισμό δυστυχώς και κάποιων δικών μας δουλοπρεπών, γραικύλων, εθνικών προδοτών, δοσίλογων, άμυαλων, καλοθελητών…
Όμως, ας αρχίσουμε με τη χρονολογική σειρά που έχουν συμβεί, να καταγράφουμε τις σπουδαιότερες συνοπτικές και περιληπτικές αποδείξεις, οι οποίες είναι συνταρακτικές κι αναμφισβήτητες, ενώ προδιαγράφουν και καθορίζουν μια επιφυλακτική στάση μας απέναντί τους, αν όχι αρνητική, σε κάθε περίπτωση κακοδαιμονίας μας, όπως η σημερινή οικονομική κρίση, παρά τις αντίθετες υποκριτικές δηλώσεις:
Κι αρχίζουμε την εξιστόρηση, κατά τα έτη 1847 μέχρι 1849, οπότε η τότε Μεγάλη Βρετανία, που συσσώρευσε αμύθητα πλούτη με τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές, αποικιοκρατικές πρακτικές, απομυζητικές τακτικές του τοπικού εθνικού πλούτου και των διάφορων πλουτοπαραγωγικών πηγών σε βάρος των υπηκόων της, πατώντας πάνω σ’ αυτόν τον άδικο υλικό πολιτισμό, ο οποίος της πρόσθετε ξετσιπωσιά, ασκούσε αφόρητες πιέσεις προς την ανυπεράσπιστη, ασήμαντη κι αδύναμη πατρίδα μας, προκειμένου να την τιθασεύσει και να την καταστήσει πρόθυμο προτεκτοράτο, τυφλής υπηρέτησης των άπληστων συμφερόντων της.
Για την επίτευξη αυτής της κρυμμένης σκοπιμότητάς της, πρόβαλλε αναιδείς, θρασείς, αναίσχυντες και παράλογες αξιώσεις, θέλοντας από τότε να μας υπαγάγει στη «σφαίρα επιρροής» της, με πάντα προβοκατόρικες, στημένες και προκατασκευασμένες αιτίες χαφιεδικού τύπου. Άλλοτε η ανοίκεια συμπεριφορά της στρεφόταν εναντίον μας, για την κατοχή αμελητέων νησίδων, όπως για παράδειγμα την Ελαφόνησο και την Σαπιέντζα. Άλλοτε για δήθεν ζημιές υπηκόων της, όπως στην περίπτωση του Εβραίου Δόν Πατσίφικου, βρετανικής υπηκοότητας.
Άλλοτε οι πιέσεις της προς τη χώρα μας ασκούνταν με «το γάντι» και παρασκηνιακά με τη μυστική διπλωματία κι άλλοτε γίνονταν φανερά για υπέρογκα χρέη, λες κι αγνοούσαν την οικονομική κατάσταση της πατρίδας μας και δεν γνώριζαν εκ των προτέρων ότι η φτωχή Ελλάδα ήταν αδύνατο να εξοφλήσει όλα αυτά τα ποσά στις ασφυκτικές προθεσμίες που έβαζαν και μάλιστα με κερδοσκοπικούς και τοκογλυφικούς κιόλας τόκους και μίζες.
Με την ίδια ανέντιμη κι ανοίκεια τακτική απέναντι στη χώρα μας, φέρθηκαν επίσης και το επόμενο έτος, 1850, οπότε ο Άγγλος ναύαρχος Πάρκερ, με κεντρική διαταγή, που υποδαυλίζονταν και προωθούνταν από την κεφαλαιοκρατική κυβέρνησή του, απέκλεισε πολύ στενά τα ελληνικά λιμάνια και δη του Πειραιά, γιατί οι Άγγλοι δεν ήθελαν να συγχωρήσουν τον Βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, για τα φιλικά αισθήματά του προς τη Ρωσία, πράγμα που διακινδύνευε και διακύβευε την αναγκαστική ομπρέλα τους πάνω στη χώρα μας.
Μετά από λίγα χρόνια και συγκεκριμένα τον Μάιο του 1854, ισχυρός αγγλογαλλικός στόλος απέκλεισε πάλι την Ελλάδα, ώστε οι Δυτικοί να εξαλείψουν και να εξουδετερώσουν κάθε ελληνική δυνατότητα αποσκίρτησης, εν όψει του Κριμαϊκού Πολέμου. Γι’ αυτό αποβίβασε 2.000 Γάλλους στρατιώτες, εξοπλισμένους σαν αστακούς, με διαταγή του επικεφαλής Γάλλου ναυάρχου Μπαρμπιέ ντε Τινάν κι αργότερα άλλους 1.500 σιδηρόφραχτους Γάλλους στρατιώτες.
Τότε ο Τινάν προσπαθούσε να μειώσει, εξουδετερώσει κι εξουθενώσει με κάθε τρόπο, το κύρος του Βασιλιά Όθωνα, ενώ παράλληλα ο στρατός του μας «φιλοδώρησε» με τη σύφιλη, την πανούκλα και τη λοιμική αρρώστια της χολέρας, από τις οποίες άφησαν την τελευταία τους πνοή τρεις χιλιάδες Έλληνες άμαχοι πολίτες!
Όλο αυτό το μακελειό της εν λόγω εχθρικής επιχείρησης έγινε για να βοηθήσουν (;) εμάς, όπως διατείνονταν, αλλά στην ουσία για να ενισχύσουν τη σύμμαχό τους Τουρκία, που βρισκόταν σε πολεμική σύρραξη με τη Ρωσία, που την θεωρούσαν ανταγωνιστική που τους κλέβει το μεγαλείο και πολλές φορές υποκρίνονταν τη φιλία τους, εξαναγκασμένοι από τις περιστάσεις και τις συγκυρίες, καθώς ανέκαθεν, όχι μόνον μετά το 1917 την κουμμουνιστική Σοβιετική Ένωση, αλλά και την πριν Τσαρική Ρωσία. Τη θεωρούσαν ως αντίπαλο δέος, ανέκαθεν, επειδή ήταν ακμαίος προστάτης, με τα στιβαρά χέρια της, των Ορθοδόξων Χριστιανών, τους οποίους επεδίωκαν να τιθασεύσουν και να εγκλωβίσουν στις προσταγές της τιάρας.
Κατά το έτος 1886, έγινε νέος αποκλεισμός απ’ τη μεριά των Δυτικών, εξαιτίας μιας επανάστασης στην Κρήτη που έπνεε τον αέρα της ελευθερίας, του ανυπότακτου και της ανεξαρτησίας κι ασφαλώς ήταν χωρίς την συγκατάθεσή τους. Στην ουσία ήθελαν να καθυποτάξουν τους αγέρωχους Κρητικούς, υποστηρίζοντας παράλληλα τον Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν του ίδιου απολυταρχικού φυράματος και χωρίς στίγματα προοδευτικότητας, τοποθετημένοι υπέρ της διατήρησης του status quo, έστω κι αν καταπνίγει το δίκαιο των λαών.
Ο νέος αυτός αποκλεισμός στέρησε τους συμπατριώτες μας, ακόμη κι από τα βασικά είδη επιβίωσης, τρόφιμα, ανθρωπιστικό υλικό και φάρμακα, ταλαιπωρώντας στο έπακρο την πατρίδα μας, με μια πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, της οποίας οι δυσμενείς απολήξεις της επισώρευσαν πολλά θύματα και λόγω επιδημικών κι ανίατων ασθενειών, αδέσποτων πυρών, έλλειψης ασφάλειας.
Το έτος 1916 οι δήθεν φίλοι μας της Δύσης, μας επέβαλαν και νέο επιπλέον αποκλεισμό, που αναδείχτηκε σε στενό «μαρκάρισμα», σφιχτή παρακολούθηση, «κορσές» που μας σφίγγει σαν βρόχος υποταγής στο λαιμό. Αυτός ο αποκλεισμός-εχθρικός εναγκαλισμός μας του αγγλογαλλικού στόλου προκάλεσε κιόλας και φοβερή σιτοδεία κι επιπλέον με τα κανόνια του βομβάρδισε και την πόλη των Αθηνών, την οποία έπληξε ανελέητα με ανεπανόρθωτες καταστροφές, με τα καταιγιστικά πυρά και μη προβολής υπεράσπισης από τους ντόπιους, που την θεωρούσαν ανανδρία προς τους λογιζόμενους ως φίλους τους.
Το 1917 πάλι μας απέκλεισαν οι «επιστήθιοι φίλοι» μας Αγγλογάλλοι, προκειμένου να μας επιβάλουν αξιώσεις που είχαν σχέσεις με την εξωτερική πολιτική της χώρας μας και ά παραμελώντας και παραβλέποντας το ξεχωριστό κι ιδιαίτερο δικό μας που μάλλον δεν μας διακρίνουν σαν μια άλλη, ομοειδή με αυτούς, αυτούσια οντότητα του διεθνούς δικαίου που έλκει δικαιώματα λαϊκής κι εθνικής κυριαρχίας.
Στη φοβερή περιπέτεια του Έθνους μας, 1920-1922, που σήμαινε την άνοδο και την πτώση της Ελλάδος μέσα σ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα ξαστεριάς και καταιγίδας σε μια κυριολεκτική ψυχρολουσία, απότομης κατάκτησης της κορυφής και παράλληλης καθόδου στις παρυφές, με την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, την ελληνική κυριαρχία σε δυο Ηπείρους και την ηρωική προέλαση στον Σαγγάριο ποταμό και την κατάληψη με τις ελληνικές λόγχες του Εσκί Σεχίρ.
Στο αποκορύφωμα της ελληνικής αυτής δόξας των ελληνικών όπλων, επήλθε η καμπή κι η αποκαθήλωσή μας, κατόπιν συμπαιγνίας και φανερής κι αναίσχυντης συμφωνίας Γάλλων κι Ιταλών «συμμάχων» μας με τον φανατικό εχθρό μας Τούρκο Μουσταφά Κεμάλ, αρχηγό των Τσετών, πλιατσικολόγων
Επίσης παρασκηνιακού συμμαχία, με βάση τη μυστική διπλωματία, συνήψαν κι οι «σύμμαχοί» μας Άγγλοι με τον Μουσταφά Κεμάλ. Αυτές οι συμφωνίες αποδυνάμωσαν την Ελλάδα, που βασίζονταν στη βοήθεια του συμμαχικού παράγοντα και απ’ την άλλη μεριά ενίσχυσαν ηθικά κι υλικά την Τουρκία, με την αντίστροφη αλλαγή της σκυτάλης στα χέρια των ηττημένων, προκαλώντας έτσι το συγκλονιστικό δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Στην περίοδο των ετών 1941-1944 της Γερμανικής Κατοχής, δηλαδή τα χρόνια που η χώρα μας έζησε κάτω απ’ τη βαριά και τυραννική ναζιστική μπότα, είχε χιλιάδες αθώα θύματα, υπέστη ηθική διάβρωση με την κάστα των Γερνανοτσολιάδων και των δοσίλογων που προωθούσε η Γερμανία κι η οικονομία μας λεηλατήθηκε από τους άγριους Γερμανούς, απογόνους των αγροίκων Ούνων, με πρόκληση παραλλήλων πάμπολλων μόνιμων αναπηριών κι υλικών καταστροφών σε υποδομές ανάπτυξης, στην οποία επέφεραν ουσιώδη καθυστέρηση.
Οδικά κι αρδευτικά ή αποστραγγιστικά δίκτυα, με ηλεκτροδοτικό και τηλεφωνικό σύστημα, αποθήκες, ζωικό κεφάλαιο, κατοικίες, όλος ο επιχειρηματικό κόσμος έγιναν ανάλωμα του πυρός και τα αποθέματα του χρυσού αρπάγησαν από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ το Κατοχικό Δάνειο προς τη Γερμανία, υπαγορεύτηκε απ’ αυτή με όρους αναγκαστικούς κι από θέση ισχύος.
Απ’ εκεί έχει τις καταβολές της η σημερινή οικονομική κρίση της Ελλάδος, για την οποία συνένοχοι κι υπαίτιοι εις ολόκληρο, με τους Γερμανούς, ως φυσικούς αυτουργούς, είναι κι όλοι οι πολιτικοί μας που χρημάτισαν στη Βουλή των Ελλήνων, ως ηθικούς αυτουργούς, για δόλο ή σοβαρή αμέλεια που τόσα χρόνια δεν διεκδικήθηκαν, ούτε απαιτήθηκαν.
Ας σημειωθεί ακόμη ότι οι παραπάνω ζημιές στην πατρίδα μας δεν σημειώθηκαν «εν βρασμώ πολέμω», ούτε κατά την διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά σε στρατιωτικά μπλόκα κι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, εκτέλεση σχεδίων προγραφών αντιφρονούντων πατριωτών Ελλήνων, αποστρατευμένων ή άμαχων και πολλές φορές αμούστακων παιδιών.
Όλα αυτά διαπράχθηκαν σε χρόνο που παρείχε νηφαλιότητα, στα πλαίσια σκοπιμότητας για εδραίωση της γερμανικής κυριαρχίας στη χώρα μας. Επομένως εδώ δεν εφαρμόζεται το έκτακτο Δίκαιο του πολέμου, αλλά ισχύει το Κοινό ποινικό Δίκαιο, γιατί δεν πρόκειται για πόλεμο πια σε όλη τη διάρκεια, όπως έχει τονιστεί και παραπάνω.
Τότε, οι Άγγλοι σύμμαχοί μας, έκαναν ό,τι τους ήταν δυνατό, ώστε η Ελλάδα να μην δρέψει τους ένδοξους καρπούς των ηρωικών αγώνων των γενναίων παιδιών της των ετών 1940-1941, που διήρκεσε η διατεταγμένη κι εκ παρατάξεως τακτική αντιμετώπιση του εχθρού στα οχυρά του Ρούπελ.
Υποστήριξαν λοιπόν, όσους σήκωσαν τα όπλα εναντίον της πολιτειακής τάξης, με την παροχή οπλισμού που συνοδευόταν από πολλές χρυσές λίρες, οι οποίες αμαύρωσας ακόμη κι υγιείς κι ηθικά συντονισμένες προσωπικότητες και τις ώθησαν στον ανταγωνισμό και τον αδελφοκτόνο πόλεμο.
Αμέτρητες παρασκηνιακές, κακόβουλες κινήσεις εργάστηκαν δολίως κι υπόγεια, προκειμένου να ματαιώσουν την αυτοδιάθεση της Κύπρου, του νησιού της Αφροδίτης, καθώς και την πολυπόθητη Ένωσή της με την Ελλάδα, την μητέρα πατρίδα, της οποίας αποτελεί αλύτρωτο κι αναπόσπαστο τμήμα. Αυτές όλες μνημονεύτηκαν ήδη σε άλλο πόνημα, όπως έχει προαναφερθεί.
Θεωρείται εξάλλου σοβαρή παράλειψη ολκής, τα όσα βυσσοδόμησε η αγγλική πολιτική μετά την ανακήρυξη του Ελληνικού Βασιλείου. Αποτρόπαια οργάνωσε μεθοδικά, αθόρυβα τη δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια.
Χωρίς την παραμικρή αμφιταλάντευση ή αμφιβολία, η έκβαση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου υπήρξε καθοριστική για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Όμως το Βρετανικό «φιλελεύθερο;» Κοινοβούλιο χαρακτήρισε εκ των υστέρων ως ουσιώδες σφάλμα εκείνη τη ναυμαχία, προσπαθώντας ύπουλα να εξευμενίσει και ταυτόχρονα να προσεταιριστεί την εξωτερική πολιτική των Τούρκων, όπως και τα κατάφερε.
Αφού κατά τον ανωτέρω τρόπο, οι Βρετανοί ακύρωσαν τη συμμετοχή τους στην εν λόγω Ναυμαχία, γι’ αυτό κι οι Έλληνες δεν οφείλουμε ούτε ίχνος ευγνωμοσύνης, παρά αισθανόμαστε πίκρα κι αποτροπιασμό γι’ αυτούς που υποκρίνονται την «πονηρή αλεπού».
Παρά μόνον χρωστάμε χάρη προσωπικά στον Άγγλο Ναύαρχο Κόδριγκτον, ο οποίος διαχώρισε τη θέση του στην πράξη από την αλλοπρόσαλλη και σκόπιμη αγγλική κατάπτυστη εφαρμοσμένη διπλωματία και ως προς το παρόν θέμα. Άλλωστε υπήρξε εξαίρεση αποκλειστικά αυτός από τους Άγγλους Ναυάρχους, που δεν ηγήθηκε κάποιου αποκλεισμού σε ελληνικά λιμάνια.
Βέβαια μας παραχώρησαν οι Βρετανοί τα Επτάνησα, αλλά σε αυτή την ενέργεια προχώρησαν εξαναγκαστικά για να ξεφορτωθούν τον επαναστατικό και δημοκρατικό χαρακτήρα των κατοίκων τους, που ήταν βάρος, ενοχλητικοί φορείς συνεχών διαμαρτυριών, συλλαλητηρίων, ανατροπείς της ευταξίας και κοινωνικής ηρεμίας, κατά τον Άγγλο Αρμοστή των νησιών.
Όμως πέρα απ’ αυτό, οι όροι παραχώρησης υπήρξαν αξιοθρήνητοι, καθώς αυτοί επιβεβαίωσαν την επαίσχυντη επιδίωξη της λεγόμενης «προστάτιδος» Δυνάμεως να διατηρηθεί η Ελλάδα στα τότε στενά όριά της και την παρεμπόδισή της για οποιαδήποτε περαιτέρω επέκταση των συνόρων της. Μάλιστα τη στιγμή που οι αλύτρωτοι πληθυσμοί μας ανέρχονται σε αναρίθμητα εκατομμύρια, οπότε είναι αδικία να μεροληπτούμε ή να κλείνουμε τα μάτια μας.
Αυτά αναφέρονται συνοπτικά και μόνον τα κυριότερα σε αδρές γραμμές, ώστε να μην ξεχνούν οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότερες γενιές συμπληρώνοντας ή εμπεδώνοντας τα σχολικά τους μαθήματα ιστορίας, καθώς μάλιστα ανάγονται στη νεώτερη σφαίρα και ιδίως αφορούν το πρόσφατο παρελθόν.
Όμως οι δεύτεροι, όχι από αδιαφορία τους, αλλά από πλημμελή σχολική προσφορά κι από ασυγχώρητη ατονία κι έλλειψη επιμελούς ενδιαφέροντος των δασκάλων τους, δυστυχώς είναι εντελώς ανημέρωτοι κατά το πλείστον, για την ιστορική περιδρόμηση του Έθνους μας.
Η εθνική μας ιστορία δεν παραγράφεται, ούτε αναθεωρείται, ούτε πλάθεται, όπως κάθε φορά φυσάει ο αλλοπρόσαλλος άνεμος του συμφέροντος και της ιδιοτέλειας, ικανοποιώντας τα γούστα, τα καπρίτσια, τις ορέξεις, τις εγωιστικές επιθυμίες και τις ατομικές απόψεις του καθενός επίδοξου «αντικειμενικού» μελετητή. Αυτή η κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας προκαλεί ολέθριες συνέπειες για το σήμερα και το μέλλον της πατρίδας μας, διακυβεύοντας την ορθότητα των συμπερασμάτων μας και την ανταπόκριση στην ιστορική αμοιβαιότητα, καθώς η απόδοση των ίδιων σε εθνικό επίπεδο, δείχνει συνέπεια, γιατί καμία κρατική οντότητα δεν τίθεται a priori υπεράνω κάποιας άλλης, αλλά όλες υπακούουν στην de facto ισότητα.
