Αναρτήθηκε στις:07-07-16 15:27

Το φαινόμενο της υπνικής παράλυσης «Μόρα» και η ποιμαντική αντιμετώπιση (ΜΕΡΟΣ Α)


Του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (εκπαιδευτικού-χημικού)

Τι είναι η υπνική παράλυση

Η υπνική παράλυση είναι γνωστή και με την ονομασία «Μόρα»

Πρόκειται επί της ουσίας για ένα περίεργο συναίσθημα, όπου, ενώ το άτομο έχει αίσθηση του περιβάλλοντος και συνείδηση του τι συμβαίνει γύρω του, δεν μπορεί να κινηθεί, να μιλήσει και να ανταποκριθεί. Αυτό συμβαίνει όταν ο εγκέφαλος και όλο το σώμα δεν “συγχρονίζονται” στον τρόπο που μεταβαίνουν από την μία φάση ύπνου στην επόμενη.

Κατά τη διάρκεια αυτών των μεταβάσεων, ενδέχεται να μην μπορεί να κινηθεί, ή να μιλήσει από μερικά δευτερόλεπτα μέχρι και μερικά λεπτά. Μερικοί άνθρωποι μπορεί επίσης να αισθάνονται πίεση στο σώμα τους, ή μια αίσθηση πνιγμού. Η υπνική παράλυση μπορεί να συνοδεύει άλλες διαταραχές του ύπνου, όπως η ναρκοληψία, η οποία είναι μια μια ακατανίκητη ανάγκη για ύπνο, που προκαλείται από ένα πρόβλημα με την ικανότητα του εγκεφάλου να ρυθμίζει τον ύπνο.

Η προέλευση της λέξης Μόρα

Η λέξη «Μόρα», για κάποιους είναι σλαβική και σημαίνει ερωμένη, ενώ πολλοί πιστεύουν ότι η καταγωγή της είναι ελληνική και προέρχεται από την «Μορμώ», το θηλυκό μυθολογικό τέρας με το οποίο φόβιζαν τα παιδιά οι αρχαίοι Έλληνες, σύμφωνα με αναφορές του Αριστοφάνη. Βάσει περιγραφών πρόκειται για μία μαυροφορεμένη γυναίκα, η οποία εμφανίζεται στον ύπνο κάποιου συνήθως όταν κοιμάται ανάσκελα, του κρατάει τα χέρια και προσπαθεί να του πάρει την ανάσα (Κλίμοβα, 2010).

Στην ελληνική γλώσσα, η λέξη «Μόρα» απαντάται σε δύο γραμματικά γένη, στο αρσενικό και το θηλυκό, «μώρος/μόρος» και «μόρα/μώρα» και ως προς την ετυμολογία, σύμφωνα με την ελληνική επιστημονική παράδοση, οι λέξεις αυτές ανάγονται σε ελληνικές και ιταλικές πηγές και έχουν πολλές διαφορετικές σημασίες (Αικατερίνης, 1984 στο Κλίμοβα, 2010). Έτσι, σύμφωνα με τον Αικατερίνη (1984, σ. 393), «η προέλευση της «Μόρας» εντοπίζεται στο διαλεκτολογικό «μόρος» με την σημασία «μαύρος», ενώ με βάση τον Κριαρά (1990, σ. 34) «στο ιταλικό «mora» που είναι «η γυναίκα αραβικής προέλευσης από την Αφρική ή την Ισπανία», ενώ κατά τον Πολίτη (1965), στις νεοελληνικές διαλέκτους, π.χ. επτανησιακές, με τη λέξη «μόρος» εννοείται γενικότερα ο «μαύρος άνθρωπος». «Στη λέξη «Μόρα», υπάρχει ένα ίχνος της ρίζας «μωρ-» (από το «μωρός, μωραίνω»), λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των μυθολογικών προσώπων είναι η ικανότητά τους να παίρνουν το νου του ανθρώπου, να τον τρελαίνουν κοντολογίς, καθώς επίσης και το ότι οι δαίμονες παρουσιάζονται «μωροί», δηλαδή κουτοί» (Μπουσμπούκης, 1983, σ. 94).

Γενικά, στην ελληνική φρασεολογία συναντώνται αρκετές σχετικές εκφράσεις όπως «τον έπιασε η Μόρα» και «τον πλάκωσε η Μόρα» με την σημασία «πνίγεται, δεν μπορεί να αναπνεύσει», καθώς και με την έννοια της κατάρας, όπως «κακή μόρα να τον βρει!». Αλλά και στις λαϊκές παραδόσεις των σλαβικών λαών, ιδιαίτερα των νότιων, υπάρχουν μυθολογικά πρόσωπα με ονόματα του τύπου «змора, мора, мара», των οποίων, βασικός στόχος είναι να «πνίγουν και να βασανίζουν την νύχτα τους ανθρώπους που κοιμούνται και να πέφτουν επάνω τους» (Κλίμοβα, 2010). Αυτά τα μυθολογικά πρόσωπα παρουσιάζουν καθώς φαίνεται πολλές ομοιότητες με το ελληνικό θηλυκό πρόσωπο «Μόρα» που συνήθως περιγράφεται ως «ένας εφιάλτης, δαίμονας, που επιτίθεται στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται και προσπαθεί να τον πνίξει».

Σύμφωνα με τον Ξηροτύρη (1987), η «Μόρα» είναι κόρη της Νεράιδας, η οποία, σε αντίθεση με την μητέρα της, δεν είναι καθόλου ωραία και έχει δύο μπροστινά δόντια που προεξέχουν. «Η «Μόρα» αυτή, σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις, επίσης επιτίθεται στους ανθρώπους και κυρίως στα μικρά παιδιά και προσπαθεί να τους πνίξει, μην αφήνοντάς τους να αναπνεύσουν και να σηκωθούν από το κρεβάτι τους, γι’ αυτό και όταν τελικά ξυπνούν, οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε: «Με πλάκωσε η Μόρα»» (Ξηροτύρης, 1987, σ. 138). Μάλιστα, πάλι κατά τον Ξηροτύρη (1987), η Μόρα εμφανίζεται συνήθως σε ερημικά μέρη, όπως είναι τα χωράφια και κυρίως κάτω από τη σκιά δέντρων, το καλοκαίρι κατά τις μεσημεριανές ώρες και το χειμώνα, κατά τα μεσάνυχτα.

Κατά μια τρίτη ερμηνεία, πρόκειται για μαύρα ανθρωπόμορφα πλάσματα που ζουν στα μέρη όπου υπάρχει κάποιος θησαυρός και επιτίθενται σ’ αυτούς που προσπαθούν να τα πάρουν. Αυτά τα μυθολογικά πλάσματα, μπορεί να είναι αρσενικά και θηλυκά και ονομάζονται «Μώρος και Μώρισσα», αντίστοιχα (Αικατερίνης, 1984 στο Κλίμοβα, 2010).

Βάσει μιας τέταρτης εκδοχής, τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα αποτελούν τους φύλακες των κτιρίων, των πηγαδιών και των ερημικών τόπων. Στους Έλληνες της Μικράς Ασίας αναφέρεται ο «μεσημεριάτικος μόρος» (Αικατερίνης 1984, στο Κλίμοβα, 2010). Επίσης, ο Πολίτης (1965), στις «Παραδόσεις», καταγράφει δύο ενδιαφέροντα κείμενα από τη Ζάκυνθο, στα οποία ο «Μώρος» περιγράφεται ως στοιχειό του σπιτιού που είτε τιμωρεί τους ανθρώπους που δεν τον τιμάνε ή δεν τήρησαν κάποια εντολή του, είτε στην αντίθετη περίπτωση, τους χαρίζει πλούτο και υγεία.

Από την άλλη, στη δαιμονολογία της νεότερης Ελλάδας, διακρίνονται όπως αναφέρθηκε, δύο κατηγορίες παρόμοιων μυθολογικών προσώπων, η «μόρα» και «ο μόρος», τα χαρακτηριστικά των οποίων, όπως έγινε φανερό, τις περισσότερες φορές διαφέρουν σημαντικά, αν και καμιά φορά μπορεί να αναμειγνύονται σε συγκεκριμένες τοπικές παραδόσεις. Σε γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά του μυθολογικού προσώπου «Μόρα» είναι ίδια με τα χαρακτηριστικά του θηλυκού δαίμονα του σλαβικού πολιτισμού «мора/мара», η οποία είναι γνωστή και ως «στρίγγλα» αφού επιδιώκει να πνίξει τα «θύματά» της. Επίσης, η σλάβικη καταγωγή του ονόματος επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι τα ονόματα του τύπου «μόρα» καταγράφονται κυρίως στην Στερεά και την Βόρεια Ελλάδα που συνορεύουν με σλαβικές χώρες. Επίσης, η λέξη αυτή ενδέχεται να προέρχεται από τη σανσκριτική λέξη «mara» που σημαίνει δαίμονας και μοιάζει με τη λέξη «Μόρα».

Μόρα .. Εφιάλτης Της «Σκιάς» Ή Ένα Πραγματικό Φαινόμενο;;

Εκεί, λέει, που είναι ξάπλα ο άνθρωπος, λίγο πριν κοιμηθεί συνήθως- ευρισκόμενος δηλαδή μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ή αφού κοιμάται και αρχίσει να ξυπνάει- νιώθει το σώμα του, σαν ολικά παραλυμένο, και αισθάνεται να τον πλησιάζει μια απειλητική, ψυχοπλακωτική, αόρατη- ή σαν σκιά φαινόμενη- δαιμονική, παρουσία.

Θέλει, τότε τρομαγμένος, ο άνθρωπος να φωνάξει και δεν μπορεί. Θέλει να κουνήσει τα δάχτυλα, να κάνει το σταυρό του και πάλι δεν μπορεί.

Με μεγάλη προσπάθεια τελικά, ή λέει μια προσευχή, ή κάνει το σημείο του σταυρού, και τότε, αυτή η κατάσταση του πλακώματος και της πνευματικής απειλής, χάνεται, και καταφέρνει να αφυπνιστεί και να έρθει στα συγκαλά του.

Κάπως έτσι, μου το έχουν περιγράψει, το φαινόμενο της μώρας, οι διάφοροι παθόντες...

"Ένα πραγματικό φαινόμενο"

"Πραγματικό είναι με την έννοια του οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε εμείς σαν αληθινό, εγώ θα το ονόμαζα πραγματικό. Η διάκριση του πραγματικού με το αληθινό για μένα είναι λεπτή και δεν έχει να κάνει με το αν κάποιος αντιλαμβάνεται κάτι με τον Α ή με τον Β τρόπο, όσο με τα αν υπάρχει κάτι πραγματικά που να προκαλεί ένα ερέθισμα ώστε ο άλλος να το αντιληφθεί με κάποιο τρόπο. Η επιστήμη το εξετάζει και το διερευνά σαν φαινόμενο το οποίο μπορεί να προκαλείται από τον οργανισμό. Η παράδοση πάλι έχει τις δικές τις ερμηνείες -ότι πρόκειται για ένα πλάσμα το οποίο έρχεται και επιτίθεται. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.

Υπάρχουν διάφορες μορφές που παραδοσιακά μπορεί να παίρνει αυτό το φαινόμενο, όπως, η γριά ή ένα μικρό πλάσμα με ένα σκουφί. Τέτοιες καταγραφές έχουνε γίνει από τον Νικόλαο Πολίτη από τις αρχές του 20ου αιώνα, τέλη 19ου αιώνα. Υπάρχουν παραδόσεις και παραδοσιακές ρύσεις που αφορούν αυτό το πράγμα: λένε ότι «με πλάκωσε η Μόρα» ή «έβγαλα το Βραχνά»".




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ