Αναρτήθηκε στις:22-06-16 23:04

Νομοθεσία για ΑμεΑ στην Ελλάδα


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Ήδη η νομοθεσία της Ελλάδας εδώ και πολλές δεκαετίες είναι πλήρως προσανατολισμένη και σήμερα εντελώς προσαρμοσμένη στην πραγματικότητα της υιοθετήσει κι αποδεχτεί κιόλας, χωρίς οποιαδήποτε παρέκκλιση, Διεθνείς Συμβάσεις, Διακηρύξεις και Κανονισμούς Προστασίας, σχετικά με την αναπηρία.

Η σύγχρονη αυτή νομοθεσία μας, ασφαλώς έχει την επίδραση της ελληνικής κουλτούρας και της νοοτροπίας μας που μας διέπει ακόμη το πνευματικό μας πεπρωμένο από την αρχαιότητα. Επιπλέον ο Χριστιανισμός άφησε τα ίχνη του στα πλούσια ιδανικά μας, στην τρυφερότητα, την φιλευσπλαχνία, την φιλανθρωπία, την επιείκεια, την κατανόηση, την ηπιότητα, την καλοσύνη κλπ.

Σε διεθνές επίπεδο έχει σημαντικά επηρεαστεί από διακηρύξεις και διεθνείς, διμερείς ή πολυμερείς, συμβάσεις, οι οποίες επιχειρούν να θέσουν ρυθμιστικούς κανόνες, οι οποίοι να βελτιώνουν, να προστατεύουν, να προφυλάσσουν και να φροντίζουν την ευάλωτη και κλονισμένη σοβαρά ζωή των ΑμεΑ, με μεγάλη επιμέλεια, ξεχωριστή ευαισθησία, δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που παρέχει ίσες ευκαιρίες πολύπλευρης κι αρμονικής ανάπτυξης και καλλιεργεί κι αξιοποιεί στο έπακρο τις υπολειπόμενες ικανότητες, ώστε να συντελούν στην μέγιστη κοινωνική κι οικονομική παραγωγικότητα.

Από ουσιαστική άποψη, η κοινωνική προστασία των ΑμεΑ, πρέπει να ενταχθεί στο διεθνές πλαίσιο κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, η οποία εγκαινιάστηκε με την Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ, που εγκαθιστά το κράτος Πρόνοιας και Δικαίου, για επίτευξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Αυτή συμπληρώθηκε, λες κι είναι παζλ διαπρεπούς ευφυΐας, με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς επίσης και με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, αν κι έλαβε την υλοποίηση από το έτος 1966.

Πιο συγκεκριμένα ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας μας ορίζει το Συνταγματικό μας πλαίσιο για τη νομική προστασία για τα ΑμεΑ. Ειδικά στο άρθρο 4, το Ελληνικό Σύνταγμα περιλαμβάνει το χωρίο ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο κι ακόμη ότι οι Έλληνες κι οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα κι υποχρεώσεις.

Με το προκείμενο άρθρο αυξημένης ισχύος έναντι κάθε άλλης νομοθετικής διάταξης, καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των ΑμεΑ ενώπιον του νόμου, όπως κι η αρχή της ισότητας των δύο φύλων, που λαμβάνονται ανεξάρτητα ή συσχετίζονται με ΑμεΑ.

Η εν λόγω συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της ισότητας αποτελεί το βασικό αγκωνάρι του οικοδομήματος που ρυθμίζει τον κύκλο, στον οποίο περιστρέφονται τα ΑμεΑ., καθώς και την αντιμετώπισή τους από το κράτος. Όμως η άλλη αναφερόμενη αρχή της ισότητας των δύο φύλων εξασφαλίζει ότι οι γυναίκες με αναπηρία, οι οποίες ως εκ της φύσης τους, είναι πιο επιρρεπείς από τους άνδρες συναδέλφους τους, στην παραγκώνιση και την υποτίμηση, αν και εκείνοι δεν υπολείπονται πολύ αυτών των αντικοινωνικών καταστάσεων, που πολεμούν την κοινωνική συνοχή κι ως προς τα δύο φύλα. Πάντως διατυμπανίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις, πως αυτές αποτελούν ισότιμα μέλη της κοινωνίας και προστατεύονται από το κράτος με τον ίδιο τρόπο.

Εξάλλου, το άρθρο 21 του Συντάγματός μας, παράγραφο 2, κατόπιν των τροποποιήσεων κατά καιρούς, καθορίζει εύγλωττα και ξεκάθαρα το σύνολο των ευπαθών κοινωνικών ομάδων που χρήζουν κρατικής μέριμνας, ως αντιστάθμισμα της εγγενούς αδυναμίας τους, στην κατεύθυνση της εξίσωσης και πλήρους εξομοίωσης.

Σαν τέτοιοι ανήμποροι πολίτες που δεν έχουν αυτονομία κι αυτοδυναμία, ορίζονται εκτός των ατόμων με αναπηρία ειρηνικής περιόδου, οι πολύτεκνες (όχι τρίτεκνες) οικογένειες, οι ανάπηροι πολέμου, τα θύματα πολέμου, οι χήρες και τα ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς (κι άλλη αναφορά για μας δίνοντας έμφαση στην αναπηρία μας), και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο.

Για όλους αυτούς επιπλέον παρέχεται το δικαίωμα απολαβής απ’ το κράτος ειδικής φροντίδας κι όχι γενικής προστασίας, όπως γίνεται σε όλους τους υπηκόους. Δηλαδή, με βάση την αρχαιότατη αρχή του «αντιπεπονθότος», εισάγεται για τους ανάπηρους μια εξαίρεση που στοχεύει στην ισότητα με τους άλλους, παρέχοντας το ανασήκωμα μιας έλλειψης, στοχεύοντας στην ευόδωση της κοινωνικής συνοχής κι αναπλήρωση κατά το δυνατό μιας ανυπέρβλητης αντιξοότητας.

Σύμφωνα εξάλλου με την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου το κράτος έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την υγεία των πολιτών, ως συνέπεια και της φοροεισπρακτικής του λειτουργίας. Επιπλέον αυτό λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την προστασία της τρυφερής νεότητας, του πολύπαθου γήρατος, της τραγικής αναπηρίας. Ακόμη στοχεύει με όλες τις δυνάμεις του στην περίθαλψη των οικονομικά απόρων, οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα» και καμιά δυνατότητα ή άλλη απαντοχή.

Στο άρθρο αυτό επίσης θεμελιώνεται το κοινωνικό κράτος δικαίου, στην κατάκτηση του οποίου φιλοδοξεί κι η Ελλάδα, έχοντας όλες τις απαραίτητες πνευματικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις. Λοιπόν σ’ αυτό το σημείο εδράζεται και έτσι εκχέεται διάπλατα η στοχευμένη κοινωνική πολιτική της εκάστοτε Κυβέρνησης. Αυτή η πολιτική ασκείται μέσω των ειδικότερων ερμηνευτικών νόμων, διαφόρων διατάξεων ή υπηρεσιακών εγκυκλίων, οι οποίοι καλούνται να συγκεκριμενοποιήσουν και να εκτελέσουν τις εν λόγω συνταγματικές επιταγές.

Επίσης, για πολλοστή φορά, το Σύνταγμα αναφέρεται ρητά στα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία, πράγμα το οποίο συνηγορεί στη μεγάλη σημασία της αναπηρίας, ως κοινωνικό πρόβλημα. Συγκεκριμένα το άρθρο 21, παράγραφο 6 του Ελληνικού 1)

«Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, αρτιότητα και πληθώρα σε διατάξεις συμπαράστασης, όμως υπολείπεται ο μηχανισμός υλοποίησης και ακόμη της κατάστρωσης ενός σχεδίου πραγμάτωσης σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανονισμούς.

H ιδεολογία και πνευματικότητά μας, που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους προγόνους μας, έχει ωθήσει, ώστε το Σύνταγμα της χώρας μας, με αυτή τη διάταξη να εναρμονίζεται με τα πιο προοδευτικά Συντάγματα του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο, υιοθετείται περίτρανα το κοινωνικό καθεστώς-μοντέλο για την αναπηρία.

Συγκεκριμένα, αυτή η διάταξη σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικής ισότητας, που ισχύει κατά κόρο σε μας (άρθρο 4, παράγραφος 1) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 116, παράγραφος 2 που επιτάσσει τη λήψη θετικών μέτρων υπέρ των κοινωνικών ομάδων, οι οποίες τελούν υπό συνθήκες πραγματικής ανισότητας και παραγκωνισμού.

Έτσι επιτρέπει στον νομοθέτη και την εκτελεστική εξουσία να πάρει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την προστασία ή την διευκόλυνση των ατόμων με αναπηρία. Όπως έχει λεχθεί παραπάνω, στη χώρα μας πάσχει η εφαρμογή, αν και υφίσταται ευνοϊκή πολυνομία και ανάλογη διάθεση, από τους διαχειριστές της κατάστασης, αλλά παρατηρείται ατολμία αυτών στην τελική ρύθμιση, γιατί υπερλειτουργεί η γραφειοκρατία και το ρουσφέτι.

Πιο ειδικά το άρθρο 116, παράγραφος 2 αναφέρει τα ακόλουθα: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου, η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών» (οι οποίες παραδοσιακά υποτιμούνται λόγω ανδροκρατίας).

Προβλέπεται συγχρόνως κι η προστασία της εργασίας τους, με αυξημένα μέτρα κατανόησης και περίθαλψης κι ασφάλειας κι ανάπαυσης και συναντίληψης και συναίσθησης.

Γενικά με αυτή τη συνταγματική διάταξη αυξημένου κύρους, ρυθμίζεται η παροχή της εργασίας, τόσο κυρίως από πλευράς εργοδοσίας, όσο κι από πλευράς ΑμεΑ, οι συνθήκες απασχόλησης, οι παροχές-επιδόματα-μισθοί-αμοιβές, οι προαγωγές, η εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της εγκυκλοπαιδικής, θύραθεν κι ειδικής σχετικά με όλες τις πτυχές της προκειμένης εργασίας και το φάσμα-καθεστώς της παροχής από ΑμεΑ. Οπωσδήποτε περιλαμβάνονται οι απαγορεύσεις των διακρίσεων στα παραπάνω θέματα σε βάρος των ΑμεΑ, εξαιτίας της αναπηρίας τους κι αναφέρει τα εξής:

Η επιταγή ξεκινά από την γενική έννοια της εργασίας που αφορά όλους τους Έλληνες πολίτες και πηγαίνει ειδικά στη ρύθμιση περί ΑμεΑ. «1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών (χωρίς δηλαδή εξαιρέσεις, αναγνώριση μεροληπτικών πλεονεκτημάτων ή μειονεκτημάτων) και για την ηθική και υλική εξύψωση (κατ’ εξοχήν), του εργαζόμενου αγροτικού ή αστικού πληθυσμού (δηλαδή το σύνολο). Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής (συνεπώς κι οι ΑμεΑ) για την κάτω:

Με το άρθρο αυτό εισάγεται η τριμερής διαβούλευση κι απόφαση (Κράτος, ΑμεΑ, εργοδότη). Δεν επιτρέπει να συμβαίνει το αλαλούμ της πληθώρας ανασφάλιστης εργασίας, που παρατηρείται σήμερα, ιδίως στον χώρο των ΑμεΑ), όπως νόμος ορίζει». Έτσι και τα ασφαλιστικά Ταμεία ευημερούν κι οι ασφαλισμένοι μπορούν να περιθάλπονται.

Με το άρθρο 25 του Συντάγματός μας, υπερασπίζονται τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου αφενός κι ω μέλους αφετέρου του κοινωνικού συνόλου. Αυτά γίνονται σεβαστά από το Κράτος. Τα ΑμεΑ ως δικαιούχοι κι αποδέκτες των παραπάνω δικαιωμάτων, τελούν υπό την κραταιά προστασία και την ασφαλή εγγύηση του Κράτους κι απολαμβάνουν στην εντέλεια όλες τις πλευρές της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής.

Βέβαια, απαγορεύεται η κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τα φυσιολογικά όρια του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού σκεπτικό κινούμενο το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος, αποτελεί τη βασική και θεμελιώδη, κατευθυντήρια γραμμή-αρχή του Κράτους-Δικαίου, προστατεύει μαχητικά τα ΑμεΑ κι αναφέρει ακριβώς τα παρακάτω:

«1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους…»

2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου απ’ την Πολιτεία, αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη. (Οι δύο τελευταίες αρετές, ελευθερία και δικαιοσύνη, τίθενται ως προϋπόθεση κάθε ευδαιμονίας, καλομεταχείρισης και περιποίησης εξαιρετικά των ΑμεΑ).

3. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται. (Δηλαδή όποιος με παραποιήσεις κι ανεπαρκείς ή ψευδείς αποδείξεις προσποιείται κι επιδέξια παραπλανά τα αρμόδια κρατικά όργανα, ώστε στοιχειοθετώντας τον ανάπηρο, να προσπορίσουν για τους ίδιους και να καρπωθούν κιόλας κάποιο οικονομικό ή άλλο όφελος, σε βάρος της.

4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. (Για την επίτευξη αυτού του θεάρεστου ευεργετήματος χρειάζεται η ενεργοποίηση οργάνων πρόληψης, καταστολής ή ελέγχου, με αποκλεισμό του χρηματισμού, τόνωση της ηθικής πλευράς της υπόθεσης και καταβάλλοντας ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους των αρμοδίων λειτουργών, ώστε να μην επιβραβευτεί η οκνηρία κι η πονηριά με την ύπαρξη «μαϊμούδων»).

Με την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, που πραγματοποιήθηκε το έτος 2001, καλύφθηκε κι η ηλεκτρονική έννοια της σύγχρονης εποχής, προσθέτοντας επίσης ένα νέο δικαίωμα, εξαιρετικά και σημαντικά ενδιαφέρον για τον χώρο των ΑμεΑ κι αναφορικά με το αίτημα της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5Α, παράγραφος 2 του Συντάγματος, γίνεται εκσυγχρονιστική μνεία της Πληροφορικής, που η συνδρομή της έρχεται ως επιστέγασμα προόδου στην αντιμετώπιση μιας κοινωνικής παθογένειας, της αναπηρίας, που ταλαιπωρεί σφαιρικά όλους τους εμπλεκομένους, με οποιαδήποτε ιδιότητα σ’ αυτό το συστημικό φαινόμενο.

Με την τελευταία, λοιπόν συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, διαμορφώθηκε ένα νέο πεδίο εκσυγχρονιστικού ενδιαφέροντος, με την προσθήκη ενός ανάλογου δικαιώματος, όπως επίσης και πάλι γράφει το εν λόγω συνταγματικό χωρίο: «Καθένας έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά (σήμερα αυτές περιλαμβάνουν το σύνολο, που εκτείνεται στο γενικό, καθώς και στο ειδικό πλαίσιο όλων ή αντίστοιχα των ΑμεΑ), καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α κα19».




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ