Άρτα: Αυτοδιοικητικά πρόσωπα στο προσκήνιο για το ψηφοδέλτιο της ΝΔ
Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»

Κείμενο – φωτό αρχείου: Βασίλης Μαλισιόβας*
Το έναυσμα για να γράψω το παρόν κείμενο ήταν μια συζήτηση που είχα κάνει το περασμένο φθινόπωρο. Καθόμουν λοιπόν με παρέα λίαν αγαπητών συναδέλφων και, στην εξέλιξη της συζήτησης, το θέμα ήρθε στις διάφορες μορφές επικοινωνίας. Πριν από λίγο είχε προστεθεί στην παρέα μας η συμπαθέστατη κόρη του ενός εκ των ομοτραπέζων. Όταν ο πατέρας της είπε ότι οι μακρινοί πρόγονοί μας επικοινωνούσαν με ταχυδρομικά περιστέρια και φρυκτωρίες (μετάδοση κωδικοποιημένων σημάτων με πυρσούς), η νεαρή φοιτήτρια δεν μπορούσε να το πιστέψει, το θεωρούσε κάτι που περισσότερο έκλινε προς το ψέμα παρά προς την αλήθεια. Όσο κι αν προσπαθούσαμε, ο καθένας με τα επιχειρήματά του, να της αλλάξουμε γνώμη, αυτή παρέμενε αμετάπειστη.
Αυτή η εικόνα της ήπιας αντιπαράθεσης μού έβαλε στο μυαλό την ιδέα να γράψω κάτι για τις αγωνιώδεις προσπάθειες που έκαναν παλαιότερα οι άνθρωποι για να μεταδώσουν αλλά και να λάβουν ένα μήνυμα, να εξασφαλίσουν δηλαδή το στοιχειωδέστερο επίπεδο επικοινωνίας.
Όμως όχι μόνο στο απώτατο αλλά και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, η επικοινωνία κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση ήταν. Το τηλέφωνο, η συσκευή που κυριολεκτικά έχει πάρει φωτιά στην εποχή του κορωνοϊού, ήταν άγνωστη μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες.
Δεν… ακούγομαι καλά; Πάρτε το μηδέν!
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είμαι βέβαιος ότι ήδη κουνάτε με περίσκεψη το κεφάλι…
Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τις κρατικές Αρχές στη μετακίνηση των πολιτών αναπόφευκτα σηματοδότησαν αλλαγές και στον επαγγελματικό τομέα: τηλεεργασία, εκ περιτροπής απασχόληση, διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας…
Επειδή και αυτό το άρθρο ήταν ημιτελές, και δεδομένου ότι οι άσκοπες μετακινήσεις συνεπάγονται καταβολή προστίμου, έπρεπε να καταφύγω στη λύση ορισμένων τηλεφωνικών συνεντεύξεων, με τις οποίες κάποιοι εκ των συνομιλητών μου δεν ήταν και πολύ εξοικειωμένοι στην αρχή.
Πρώτοι στη λίστα των προθύμων πληροφορητών είναι οι δύο ηλικιωμένοι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι. Αυτή την εποχή, μάλιστα, μετακινούνται από τα χειμαδιά στα ορεινά.
Τους κάλεσα δύο φορές, αλλά δεν τους βρήκα στο κινητό, οπότε ανησύχησα. Την τρίτη φορά όμως το σήκωσε η θεια-Ευανθία…
-Χριστός ανέστη!
-Αληθώς! Ποιος είσι;
-Ου Βασίλ’ς ου Μαλισιόβας είμι!
-Ωρέ, καλώς τον Τσίλια (χαϊδ.). Χάθ’καμαν ντιπ! Τι φκιάνιτι ισείς αυτού πέρα ‘ν’ Αθήνα; Είστι καλά ούλοι; Γλέπουμι στ΄ν τηλιόραση… Σιργιανάει ου κόσμους μι τα φίμωτρα (ενν. μάσκες)! Τι χάλι είνι κι ιτούτο π’ μας ηύρι… Δε ματαγίν’κι αυτήνη η δ’λειά…
-Ματά σας πήρα τηλέφουνου, αλλά δε σας ηύρα…
-Θα ήμασταν όξου για δ’λειές… Του τηλέφουνου τ’ αφήνουμι στου σπίτι... Για κανιά ανάγκη είνι του τηλέφουνου. Ιμείς δεν παίρουμι, μας παίρουν τα πιδιά…
-Πού είστι τώρα;
-Έχουμι απ’ τα ιπρουχτέ που ‘ρθαμαν στου χουριό (ενν. έφυγαν από τον τόπο όπου ξεχειμώνιασαν με τα ζώα). Έπριπι να μας δώκει διάβαση (άδεια μετακίνησης) του κράτους να φύβγουμι, να πάμι στουν τόπου μας! Θέλουμι να να φκιάσουμι τα κήπια μας τώρα… Οι πατάκις βήκαν όξου απ’ τα τσιουβάλια! Κι τα κριμμύδια τα ίδια! Πέταξαν τέτοιου φύτρου! Αλλά καλά έφτασαμαν, δε μας κλόν’σι (σταμάτησε) κανένας στου δρόμου, γιατί είχαμαν κι του χαρτί. Α, να κλείσουμι… Να μη γράφει του τηλέφουνου (να μη χρεώνεσαι).
-Όχι, κάτσι να κ’βιντιάσουμι… Πώς πέρασαταν αυτές τ’ς μέρις;
-Μην τα ρουτάς! Δε θ’μήθηκα πουτέ τέτοια Λαμπρή! Όχι! Αλλά είχα ακουές (αφηγήσεις) απ’ τουν παππούλη μ’ ότι είχαν κ’νούπια μι σιδιρένια μύτη! Κι τρύπουναν μέσα στου χώμα ου κόσμους! Θάβουνταν οι ανθρώποι ζουντανοί, μαναχοί τ’ς! Για να γλιτώσουν… Κι έπαιρναν κι ένα μπότη (πήλινη στάμνα) νιρό! Ιτούτο του πράμα, ο… κορονογιός, είνι χειρότιρου ακόμα! Να μη γλέπουμαστι ουλότιλα! Σαν κι να ‘μαστι αγριανθρώποι! Να μη ζυγώνει ου ένας τουν άλλουν, δήθεν θα τουν κουλλήσει αρρώστια!
-Είνι πουλύς κόσμους στου χουριό τώρα;
-Ρ’μουλασιά (ρημολασιά: ερημιά) είνι ιδώ! Απόψι αντάμωσα μία γ’ναίκα στου σοκάκι! Δε ματαηύρα κα’έναν! Κανιά κοσαριά νοματαίοι είνι στου χουριό τώρα! Δεν ήρθαν αυτοίνοι που ‘ναι φευγάτοι (ξενιτεμένοι) φέτου. Μπα… Σκιάζουντι απ’ τ’ν αρρώστια! Τι θα γένει μ’ αυτήνη τ’ δ’λειά; Πότι θα δώκουν διάβαση, να βγει ου κόσμους, να πάει όπ’ θέλει;
-Κι απού ψώνια;
-Είχαμαν κάμει κουμάντου ιμείς. Ιδώ μαγαζί δεν είνι ανοιχτό. Φέτου ήταν κλειστές κι οι ικκλησιές. Στου χουριό μας ου παπάς ήταν μαναχά, δεν έχει κι ψάλτη, τα λέει μαναχός τ’ ούλα! Τι να κάμει κι αυτός… Έχου μία ικκλησούλα ιδώ σιμά, στου σπίτι μ’ απουπάνω, τον Αϊ-Θανάση. Πααίνου κανιά φουρά κι ανάφτου τα καντ’λάκια…
Απολαυστική όπως πάντα η συζήτηση μαζί τους, αλλά ήθελα την πολύτιμη βοήθεια του μπαρμπα-Γιάννη, να μου πει πώς συνεννοούνταν τα παλιά χρόνια χωρίς τηλέφωνο. Μπορεί σ’ εμάς να φαίνεται απλό το σφύριγμα, κι όντως είναι αν πρόκειται για τη μελωδία ενός τραγουδιού, είναι όμως αλλιώς όταν πρόκειται με αυτό τον τρόπο να ειδοποιηθεί κάποιος…
«Αφού δεν είχαμαν τηλέφουνου, έβγαιναμαν σε μια ράχη, σ’ ένα ξάγναντου, να γλέπουμι πού είνι ου άλλους, ικειός π’ ‘θιλαμαν να συννουηθούμι.
Ιμείς που ‘μαστι στα πρόβατα απού πιδάκια, του πρώτου πράμα π’ μάθαιναμαν ήταν να σιουράμι (σφυρίζουμε). Κι μι του στόμα κι μι τα δάχ’λα. Πώς θέλουν τα πρόβατα για να τα μαυλίσεις (να τα προσκαλέσεις), για να τα στομώσεις (να γυρίσουν πίσω), για να τα σταματήσεις, να τα προγκήσεις (διώξεις).
Το στόμα μας ήταν σιουρίστρα (σφυρίχτρα)! Σαν το κλαρίνο! Άκ’σις τώρα; (σφυρίζει με διαφορετικούς τρόπους στο τηλέφωνο).
Ισύ έμαθις γράμματα, ιμείς αυτά έμαθαμαν, τέχνις… Είνι κι αυτό τέχνη… Για κάμ’ το κι ισύ…
Κι σιούραγι ου ένας για ν’ ακούσει ου άλλους, γιατί σιούρ’ξι (σαν ήχος κλήσης) κι κουντά έλιγαμαν ικειό που ‘θιλαμαν: αν έχασαμαν κάνα πρόβατου, αν χάσαμαν κάναν άνθρουπου… Χάνουνταν κι ανθρώποι…
-Άκ’σις τι σου πα;
-Άκ’σα!
-Έτσι γένουνταν η δ’λειά… Τι άλλου είχαμαν… Του στόμα κι τα δάχ΄λα… Δεν είχαμαν τηλέφουνα τότι…».
Σήμερα, όταν υπάρχει κάποιος γενικευμένος κίνδυνος, λαμβάνουμε όλοι στο κινητό μας ένα ηχητικό μήνυμα από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Παλιά όμως τι γινόταν;
Η απάντηση δίνεται από ενενηντάχρονο με πλήρη πνευματική διαύγεια:
«Θ’μάμι σαν τώραϊα το ’40 π’ γίν’κι η επιστράτευση! Βάρισαν οι καμπάνις κι έμαθι ου κόσμους ότι θα γένει πόλιμους! Κι έφ’γι ου καθένας απ’ όπου βρίσκουνταν ικείνη τ’ ώρα π’ άκουσι τ’ν καμπάνα, απ’ του χουράφι, απ’ του μύλου, απ’ του κουπάδι. Αφού άκ’σαν τ’ν καμπάνα κι έμαθαν ότι θα γένει πόλιμους, οι άντρις πήγαν στ’ν ιπιστράτευση, τα γυναικόπιδα κι οι γιρόντοι σκόρπ’σαν…».
Ογδονταπεντάχρονη πληροφορήτρια αφηγείται: «Στα χουριά δεν είχαμαν τηλέφουνα. Άμα ήθιλαν για προυσουπική ιργασία (υποχρεωτική άμισθη εργασία για κοινωφελείς σκοπούς), βάρ’γαν τ’ν καμπάνα κι δοιουπήγαγαν (ειδοποιούσαν) τουν κόσμου, άντρις κι γ’ναίκις, να πάν’ να δ’λέψουν… Οι άντρις καθάρ’ζαν δρόμ’ς μι τα σκαμπάνια, άλλοι έκουβαν βάτα, έφκιαναν τοίχια. Οι γ’ναίκις πάιναν άμα βάρ’γι η καμπάνα για μιντάτι (εθελοντική εργασία) ή για βακούφ’κη δ’λειά (για εθελοντική εργασία προς την εκκλησία). Πάαιναν συμπαγοί (όλοι μαζί) ου κόσμους για να βοηθήσουν!
Τ’ν καμπάνα τ’ βάρ’γαν κι άμα έπιανι κανιά φουτιά, να μαζωχτούν οι άντρις να τ’ σβήσουν, να κ’βαλήσουν νιρό, να κόψουν (σταματήσουν) τ’ φουτιά, έκουβαν λόγγου να μην προχωρέσει.
Ε, ξέρ’ς, η η καμπάνα είνι, μακριά απού ‘δώ (=Θεός φυλάξοι!), κι για να μάθει ου κόσμους απ’ τ’ άλλα τα χουριά ότι πέθανι κάποιους ιδώ. Δεν είχαμαν άλλου μέσου για να μάθουν. Ταγκ, τουγκ! Βάρ’γι λυπητερά η καμπάνα, άκ’γαν ου κόσμους απ’ τ’ς άλλις τ’ς ράχις κι μάθαιναν ότι κάποιους χάθ’κι…».
Αλλά το καμπαναριό χρησιμοποιούνταν και για μετάδοση ανακοινώσεων. Πώς γινόταν αυτό; «Επειδή οι προέδροι ήταν ηλικιωμένοι κι δε μπόρ’γαν να ανιβούν τα σκαλιά απ’ του καμπαναριό, έλιγαν στα παιδόπ’λα να πουν το μήνυμα. Παράδειγμα, θ’ ανοίξει η στέρνα τ΄ς ικκλησιάς, να ‘ρθιτι μι τ’ φ’τσέλα (φουτσέλα, βουτσέλα: ξύλινη βαρέλα). Κάπουτι θα πέρναγι ου βασιλιάς ου Παύλος να πάει στου Τσεπέλοβο. Δε θα να ‘μπαινε στο χωριό ο βασιλιάς, θα πέρναγι απ’ τ’ διασταύρωση, έπριπι να βγουν όλοι να τουν χειροκροτήσουν. Έβριχι ικείνη τ’ μέρα, έκανι κι πουλύ κρύου! Κατέβ’κι ου άνθρουπους απ’ τ’ αμάξι για να χαιρετήσει τουν κόσμου. Κι είπι μία γριά, η θεια-Μέλπω, τ’ βασιλιά:
-Α, μωρ’ πιδί μ’, ηύρις μέρα να ‘ρθ’ς! Πουντιάσαμαν! Μουσκευτήκαμαν!».
Γενικά οι Έλληνες ως λαός μιλάμε πολύ δυνατά. Αυτό, κατά τη γνώμη ορισμένων, οφείλεται στο ότι μια μακραίωνη συνήθεια εξελίχθηκε πλέον σε… γονιδιακό χαρακτηριστικό!
Το παιδικό παιγνίδι «Χαλασμένο τηλέφωνο» το ξέρουμε σχεδόν όλοι. Ο πρώτος λέει χαμηλόφωνα στον άλλο μια λέξη, αυτός στον επόμενο κ.ο.κ., με στόχο ο τελευταίος να πει ακριβώς την ίδια λέξη που είπε κι ο πρώτος.
Κάτι παρόμοιο γινόταν τα παλιά χρόνια προκειμένου να μεταφερθεί από στόμα σε στόμα, από ράχη σε ράχη, από χωριό σε χωριό… Υπήρχε όμως μια ουσιωδέστατη διαφορά: Όλοι φώναζαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν!
Άλλο τηλεφώνημα τώρα… Η γλυκύτατη πληροφορήτρια (που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε απομονωμένο οικισμό) ασφαλώς και το πρώτο πράγμα που θέλει να σχολιάσει είναι η πανδημία:
«Τ’ Λαμπρή ιτούτη π’ δε γιουρτάσ’κι δεν τ’ θ’μήθ’κα πουτέ! Οι γιορτάδις γένουνταν ακόμα κι στουν πόλιμου, του ’40, ακόμα κι μι τ’ αντάρτ’κου (Εμφύλιο). Κι απ’ ό,τι γλέπου, θα χειροτερέψει ακόμα… Αυτήνη η αρρώστια δε φιλοπροσωπείται (δεν κάνει διακρίσεις). Γλέπουμι ειδήσεις, αλλά τι να καταλάβουμι ιμείς… Δεν ξεμολεύεται αυτήνη η λώβα… Τι θ’ απογένει τώρα δεν ξέρει κα’ένας… Έχουν κι οι γιατροί τα χέρια διμένα! Ανθρώποι είνι κι αυτοίνοι… Πού να ξέρουν τι σόι νόσημα είν’ αυτό σ’ όλη τ’ν ανθρουπότητα! Όλοι συμπαγοί (ενωμένοι) τ’ράν να ιδούν τι θα γένει…».
Μετά τον σχολιασμό της επικαιρότητας, μπαίνουμε κι εδώ στο προκείμενο:
«Ιμείς ήμασταν μακριά απ’ του χουριό, τρία σπίτια ήταν ικεί. Του χειμώνα ήμασταν πλειότιροι, γιατί ήταν κι οι βλάχοι απ’ τα β’νά (μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι).
Τηλέφουνου δεν είχαμαν. Εκειά τα χρόνια, τηλέφουνα είχαν μαναχά στ’ς πόλεις.
Άμα ήθιλαμαν να πούμι κάτι σι κάνα χουριανό μας, εδώ σιμά, πάιναμαν στου σπίτι κι το ‘λιγαμαν μι του στόμα. Άμα ήταν λίγου μακριούτσικα του σπίτι, φώναζαμαν. Έβαναμαν τα χέρια απού ’δώ κι απού ’κεί (τις παλάμες εκατέρωθεν του στόματος), να πααίνει η φουνή στα ίσια:
-Ω, Βαγγέληηη! Να έρθ’ς αύριου κάτου, να μ’ κάμ’ς του χουράφι (οργώσεις), θέλου να σπείρου του τριφύλλι! Συγνέφιασι ου κιρός! Θέλου να του πιάσει βρουχή!
Κι φώναζι κι αυτός:
-Εεεεε! Άκ’σα! Θα έρθου!
Άμα ήθιλαμαν να στείλουμι χαμπέρι σι κάναν στου χουριό (στο μεγάλο χωριό, που ήταν μακριά), ηύρισκαμαν κανέναν που ‘χι χουράφια ικεί σιμά στ’ εμάς κι το ‘λεγαμαν εκεινού να πάει του χαμπέρι στου χουριό. Παράδειγμα, να πεις στου μπαρμπα-Φώτη να έρθει κάτου, να φκιάσει έναν τοίχου, γιατί έπισι ου παλιότ’χους…».
Αν ήταν μεγάλη η απόσταση, το μήνυμα κατέληγε στον παραλήπτη με… αλλεπάλληλες διαβιβάσεις:
«Θ’μάμι, έβγινι η μακαρίτ’σσα η μάνα μ’ κι φώναζι στουν άλλου του μαχαλά, για κάνα ιπείγουν, κανιά κηδεία, κανιά αρρώστια… Ου ένας μέχρι ικεί ικεί πο’ ‘φτανι… Κι κουντά άκ’γι ου άλλους κι φώναζι κι αυτός, μέχρι να φτάσει του χαμπέρι…Κι όποιους άκ’γι, ειδουποίγαγι του γείτουνα… Κι αυτήνη η δ’λειά γένουνταν ουλουένα…».
Φυσικά δεν ήταν εύκολη η συνομιλία όταν ήταν πολύ μεγάλη η απόσταση, ακόμα χειρότερα αν μεσολαβούσε «κατεβασμένο» ποτάμι τον χειμώνα, οπότε άλλα έλεγε ο ένας, άλλα καταλάβαινε ο άλλος:
-Γάκηη!
…
-Ω, Γάκηηηηηη!
-Εεεε!
-Να έρθ’ς να μ’ κόψεις τα ξύλααα!
-Δε μπουρού! Χάλασι του στ’λιάρι απ’ τ’ν τσικούρα!
-Τι να τουν κάμου του… Βαγγέλη Σαλαμούρα! Αυτός είνι γέρουντας!
Όμως πέρα από την επιτυχή μεταφορά του μηνύματος υπήρχε και μια άλλη κρίσιμη παράμετρος: ο χρόνος. Δυστυχώς δεν ήταν πάντα εφικτό να φτάσει έγκαιρα ένα κρίσιμο μήνυμα στον παραλήπτη του. Τραγική η ακόλουθη ιστορία:
«Τι να σ’ προυτουμουλουήσου, μουρέ πιδί μ’… Κάπουτι π’ πέθανι μια νέα ιδώ στου χουριό… Είχαμαν στείλει χαμπέρι (μήνυμα) στ’ν αδιρφή τ’ς, που ‘ταν σ’ ένα άλλου χουριό, μακριά, στα Τζιουμέρκα…
Δεν πρόπ’σαν (προπάω: προλαβαίνω) να μάθουν ιγκαίρους…
Όταν ήρθι η αδιρφή τ’ς, μόλις είχι γένει η κηδεία, τ’ν είχαν κρύψει (θάψει), τότι γύρναγαν απ’ του νικρουταφείου… Δεν πρόπ’σι η αδιρφή τ’ς να τ’ν ιδεί κι ρέκαζι απ’ του σκουσμό (οδυρόταν που δεν πρόλαβε την κηδεία)».
Ενδιαφέρουσα η λέξη (με αλλαγή γένους), πρωτότυπη η μεταφορά μηνύματος, όπως την παρουσιάζει η συνομιλήτριά μου:
«Ικεί π’ κάθουμασταν ιμείς ήταν μακριά απ’ του χουριό, μιάμιση ώρα πιρπατώντα απ’ του χουριό, Πιστιανά Παλιάς Ελλάδος (Ν. Άρτας), αλλά τώρα το ονόμασαν Δίστρατο, γιατί έχει δυο στράτις, μια δέξια κι μία ζερβά…
Αλλά κι απ’ του συνοικισμό Σινιάγκου ήμασταν ένα τέταρτου να πιρπατάς. Στρατούλα, στινή. Άμα πιδικλώνουμασταν (σκοντάφταμε), θα πάαιναμαν στου γκριμό! Απ’κάτου ήταν πέτακας (απότομος γκρεμός) κι πουτάμι!
Πώς ζηούμαν (ζούσαμε) ικεί πίσου…
Δεν ακούουνταν άμα φώναζι κάποιους. Του χειμώνα έβαζε (βούιζε) του πουτάμι, γιατί ήταν κατιβασμένου (είχε πολλά νερά). Του καλουκαίρι ήταν τσιτσίκια, τότις… ακόμα χειρότερα! Τσιτσίρ’ζαν!
Τι να κάνουμι κι ιμείς; Έβαζαμαν του φανό!
Φανό (το!) είνι να βάλ’ς ένα άσπρου ύφασμα σ’ έναν τόπου π’ θα τουν γλέπουν ικείνοι οι άλλοι π’ θέλουν να συννουηθούν. Παράδειγμα, ήθιλαμαν να σκαλίσουμι τ’ν άλλη μέρα. Άμα ήγλιπαμαν φανό, άσπρου πανί, απού μακριά, μ’ αυτό καταλάβαιναμαν ότι πρέπει να πάμι όλοι μαζί μιντάτι (αλληλοβοήθεια), για σκάλου ή θέρου (σκάλισμα ή θέρισμα). Ή κάτι κακό συνέβαινι. Άμα χάνουνταν (πέθαινε) κάποιους…
Ήμασταν ανάμιρα ιμείς απού γειτουνιά, δεν είχαμαν γειτόν’ς…
Κι μ’ αυτόν του φανό, έρχουνταν ου κάθι άνθρουπους για ό,τι είχαμαν ανάγκη.
Εξηγούνταν (συνεννοούνταν με συνάντηση) απ’ τ’ν προηγούμινη μέρα, απ’ τα ψες (απ’ το βράδυ) ότι θα βάλουμι φανό. Παράδειγμα, ου τάδις είνι κιντυμένους. Αν δείτι του φανό, πέθανι! Ή να κάνουμι μια δ’λειά…
Ιγώ του θ’μάμι απού τότι που ‘μαν μ’κρή (γενν. 1943). Ικεί πο’ ΄μησκα (έμενα) ιγώ λέουνταν Γύρα, τώρα πνίκηκι αυτό (καταβυθίστηκε στην τεχνητή λίμνη Αράχθου), ήταν σαν κουδέλα, σα στρουφή π’ του λέν’ τώρα».
Πολλές οι εναλλακτικές για τη μεταφορά μηνύματος στα Γιάννενα του παλιού καιρού. Η αξιοσέβαστη πληροφορήτρια έχει τον λόγο:
«Στα Γιάννινα ήταν κι πλούσιοι Οβραίοι, οι αρχόντοι, οι εχούμενοι, αλλά ήταν κι οι φτουχοί πο’ ‘καναν θελήματα (επί πληρωμή εξυπηρετήσεις) στ’ς πλούσιους. Κουμάντου το ‘λιγαν οι Οβραίοι. Παράδειγμα, απ’ του Κουρμανειό να πάν’ στ’ν Καραβατειά, μ’σή ώρα δρόμο μι τα πόδια. Άμα ήσαν εχούμενος, έπιρνις παϊτόνι, τ’ν άμαξα, για να πας. Ου κουσμάκ’ς πήγαινι πιρπατώντα βίζιτα (επίσκεψη). Έπριπι να στείλ’ς χαμπέρι, για να κάμ’ς βίζιτα πουρνίσια (πρωινή επίσκεψη). “Θα να ‘ρθου πουρνίσια αύριου, μι του τσιρέπι (με το εργόχειρο πλεξίματος κάλτσας)”. Έστιλνι χαμπέρι για να τ’ν καρτιρούν, να φκιάσουν κανιά πίτα, κάνα γλυκό…
Για να στείλ’ς το μαντάτο, έπριπι να βρεις τουν άνθρουπου πο’ ‘κανι θιλήματα. Στου Κουρμανειό ήταν πολλοί φτωχοί Οβραίοι, κάθουνταν απόξου απ’ τ’ς πόρτις κι καρτέραγαν οι μαύροι (δυστυχισμένοι) να μάσουν καμιά δικάρα… Για μια δικαρούλα τρύπια έκαναν ό,τι δ’λειά ήθιλις ισύ, φτώχεια κι κακομοιριά οι έρμοι…
Ρώταγαν:
-Να σ’ κάνου ένα κουμάντου (εξυπηρέτηση); Έσιρναν κι τ’ φουνή (είχε διάρκεια η φωνή).
Έλιγι παράδειγμα ένας πλούσιους:
-Μ’ πας ένα χαμπέρι εκείγια; Α, μουρ’, δεν είνι μακριά… Μια τζιγάρα δρόμους (δηλ. απόσταση όσο να καπνίσεις ένα τσιγάρο). Σύρε μια κοσή (τρεχάλα) στ’ν ξαδέρφη μ’, να τ’ς πεις, θα πάμι του βράδυ βίζιτα (επίσκεψη).
Αυτός πήγινι. Κι αν το ‘λιγαν κάτι ικεί, γύρναγι να φέρει κι αυτό του χαμπέρι πίσου.
Αλλά ήταν κι οι ντελάληδις π’ ντελάλιζαν:
-Ακούστι! Ακούστι! Στουν τάδι μαχαλά θα να ‘ρθει απόψι Καραγκιόζης! Ή θα να ’ρχουνταν οι μπεχλιβάν’δις (παλαιστές), ου αρκουδιάρ’ς μι του ντέφι…
Του ντιλάλη τουν πλήρουναν, μι πληρουμή γένουνταν αυτή η δ’λειά.
Στα γιουρτάσια είχαν κάρτις, καρτ βιζίτ (κάρτα επισκέψεως, με το ονοματεπώνυμο, τις έριχναν κάτω απ’ την πόρτα κάποιου όταν δεν τον έβρισκαν στο σπίτι). Κι άμα ήταν κι κάνας μπαντίδος (χιουμορίστας, γλεντζές, εύθυμος) έστιλνι κάρτις… λίγου αρμυρές (πικάντικες).
Ή έστιλναν γράμματα. Κάθι μέρα οι ταχυδρόμοι κουβάλαγαν πουλλά γράμματα κι κάρτις για τ’ς γιουρτές, καρτ ποστάλ τ’ς έλιγαν. Πουδαρόδρουμου έρχουνταν οι ταχυδρόμοι. Δεν ήταν αμάξια τότι…».
Τα πρώτα τηλέφωνα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν του στρατού. Τα έλεγαν «καβουρδιστήρια», επειδή λειτουργούσαν με μια μανιβέλα, όπως… ο χειροκίνητος μύλος του καφέ, εξ ου και η σκωπτική ονομασία! Ογδονταεξάχρονος πρόθυμος χρονομάρτυρας αφηγείται:
«Απ’ του 1952 μέχρι του ’56 ήταν μαναχά ένα τηλέφουνου στου χουριό μας. Αλλά του τηλέφουνου αυτό του ‘χι ου γραμματικός (γραμματέας κοινότητας) στου γραφείου κι του ‘χι κλειδουμένου. Κι κάθι Κυριακή έρχουνταν να κάμει γραμματ’λίκι (για τη δουλειά του κοινοτικού γραφείου). Ου άνθρουπους πάναιγε κάθι μέρα στα πρόβατα κι στα χουράφια κι δεν ξάδειαζι να κάτσει. Αυτός δεν κρατιόνταν απού θυρίδα ακόμα (δεν ήταν μισθωτός), αυτός ήταν γραμματ’κός προυτού του ’40 κι τουν ματάβαλαν, δεν έπιρνι λιπτά.
Τότι π’ ξανάγινε ελληνικό (μετά την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους), το ’45-‘46, αυτός είχι πάρει τα χαρτιά (αρχείο κοινότητας) στ’ν καλύβα, αλλά τα ’βραν οι αντάρτις κι τα ’καψαν. Κι έγραψαν τα πιδιά, ιμείς, πότι γιννήθ’κι ου καθένας, ως έγγιστα (κατά προσέγγιση), μας έλιγι αυτός τι να γράψουμι.
Δεν υπήρχι τηλέφουνου τότι, αυτό ήταν μαναχά. Στρατιωτικό ήταν του τηλέφουνου, είχι μαναβέλα κι ντύμα (κάλυμμα) απόξου, όπους είχαν τα παγούρια στο στρατό!
Έρθουνταν κάθι Κυριακή ου γραμματ’κός για να πάρει τηλέφουνου! Αφού θ’μάμι τ’ άκ’γαμαν απόξου ιμείς τα λιανοπαίδια (παιδάκια)… Γρρρρρ! Τ’ άκ’γαμαν ιμείς, αλλά ποιος να του σηκώσει, αυτός ου γραμματ’κός έλειπι στα χουράφια…
Τα τηλέφουνα ήταν μαναχά αν τουν έπιρνι η Χωροφυλακή ή κανιά άλλη υπηρεσία. Αλλά δεν τουν ηύρισκαν πουτέ τουν άνθρουπου αυτόν, δεν ήταν γραμματικός, ούτι είχι κανιά δ’λειά… να φ’λάει του τηλέφουνου! Αυτό δεν ήταν για τουν κόσμου, ήταν μαναχά για του γραφείου».
Οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε την ουρά για να πάρουμε τηλέφωνο στο περίπτερο. Παλιότερα όμως ήταν ακόμη χειρότερη η κατάσταση…
«Αρχή αρχή δεν ήταν ένα τηλέφουνου στουν κάθε μαχαλά. Όταν ήμαν στο σχολειό (στην πρώτη δημοτικού πήγε το 1937), δεν ήταν τηλέφουνα.
Κουντά έβαλαν ένα τηλέφουνου στου χουριό. Προπολεμικά έβαλαν ένα τηλέφουνου χειροκίνητο, με τ’ μαναβέλα. Το ‘φιρνι γύρα μι του χέρι ένας άνθρουπους, υπάλληλους ήταν αυτός, για να βγάλει τουν αριθμό.
Στέκουνταν ου κόσμους προσοχή μπροστά σ’ αυτόν τουν άνθρωπο, τουν τηλεφωνητή, μι κουμμένη ανάσα, για να τ’ βγάλει αριθμό, να τουν συνδέσει (μέσω τηλεφωνικού κέντρου, όχι απευθείας γραμμή!).
Κι κουντά έμπαινες μι τ’ν αράδα σι μία κλουβούλα (τηλεφωνικός θάλαμος), σα σκοπιά, για να μιλήσεις.
Οι άλλοι στέκονταν απόξου κι καρτέρ’γαν.
Όταν ήρθαν τα τηλέφουνα, έβαλαν απού ένα σι κάθι μαχαλά, όχι σι κάθι σπίτι.
Σ’ αυτά τα τηλέφουνα έβανις του δάχ’λου για να φέρ’ς γύρα τουν αριθμό.
Κι αργότιρα βήκαν τ’ άλλα, αυτά μι τα κουμπιά.
Αυτά τα τηλέφουνα είχαν μπει στα μαγαζιά, στα καφενεία τ’ κάθι μαχαλά. Κι αυτός ου καφετζής ήταν υποχρεωμένους να ειδοποιήσει τουν άλλουν να πάει στου τηλέφουνου. Έβγαινι όξου κι φώναζι...
Θ’μάμι μια φορά έβριχι πουλύ κι ήταν κατιβασμένου του πουτάμι. Κι μέρασαμαν του δρόμου. Ήρθι τ’ μ’σή στράτα αυτήνη η γ’ναίκα τ’ μπακάλη κι τ’ μ’σή ιγώ, για να πάου να φουνάξου ιγώ αυτόν τουν άνθρουπου πο’ ‘πριπι να πάει στου τηλέφουνου…
Τώρα άλλαξαν τα τηλέφουνα… Ούτι κουμπιά δεν έχουν (ενν. οθόνη αφής). Κι έχουν μέχρι κι τηλιόραση! Ό,τι θέλ’ς έχουν! Γλέπου τα τηλέφουνα πο’ ‘χουν τ’ αγγόνια μ’…».
Τα παλιά χρόνια, περίπου μέχρι και μετά τον Εμφύλιο, δεν υπήρχαν τηλέφωνα στα περισσότερα χωριά. Αργότερα για λόγους στοιχειώδους κρατικής μέριμνας άρχισαν να δημιουργούνται κάποιες υποτυπώδεις υποδομές τηλεπικοινωνιών, οπότε υπήρχε ένα τηλέφωνο ανά χωριό ή ανά οικισμό, όμως το πρόβλημα ήταν ότι θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να ειδοποιηθούν οι καλούμενοι… στη μία και μοναδική συσκευή!
Αυτό γινόταν συνήθως με τη φωνή: «Ω Θουμάαααα! Σι πήρι τηλέφουνου του πιδί σου απ’ τ’ν Αθήνααα! Να έρθ’ς απάνου! Θα σι ματαπάρει σι μ’σή ώραααα!».
Υπήρχε όμως κι άλλη μια λύση… που παρέπεμπε σε γνωστή ασπρόμαυρη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου. Μιλάμε για την… κουδούνα!
Σ’ έναν απομονωμένο συνοικισμό τριών σπιτιών το μοναδικό τηλέφωνο ήταν εγκατεστημένο σε ένα σπίτι, όμως για να ειδοποιηθούν οι άλλοι δύο (που τα σπίτια τους ήταν δίπλα δίπλα), σε απόσταση περίπου 500 μέτρων, είχαν εγκατεστημένο ένα κουδούνι από πρόβατο και αυτό ήταν δεμένο σε ένα σκοινί, η άκρη του οποίου ήταν στο σπίτι εκείνου που είχε το τηλέφωνο.
Όταν ήταν χειμώνας κι έβρεχε ή είχε αέρα, όλοι ήταν μέσα στο σπίτι, άρα δεν υπήρχε περίπτωση ν’ ακούσουν τις φωνές αυτού που είχε το τηλέφωνο, οπότε… όταν ακουγόταν το «ντάγκα ντουγκ» της κουδούνας ήξεραν ότι έπρεπε να πάνε στον γείτονα γιατί είχαν εισερχόμενη κλήση.
Επίσκεψη τα περασμένα Χριστούγεννα στο σπίτι των πληροφορητών μου. Ας δούμε τι είπε το ζεύγος των ηλικιωμένων που είχαν ως… ringtone το κουδούνι μιας προβατίνας: «Ιδώια απόξου απ’ του σπίτι είχαμαν κριμασμένου ένα κ’δούνι, κι αυτό ήταν διμένου μ’ ένα σκ’νί π’ του ‘χαν αυτοίνοι που ‘χαν του τηλέφουνου… Τράβαγαν μι του σκ’νί του κ’δούνι, όπους τ’ν καμπάνα, για ν’ ακούσουμι ιμείς… Όταν μας έπιρναν τηλέφουνου, τράβαγαν αυτοίνοι του κ’δούνι κι καταλάβιναμαν ιμείς».
Προτεραιότητα στην εγκατάσταση τηλεφωνικών συσκευών είχαν οι δημόσιες υπηρεσίες. Μετά έβαλαν μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες. Τρίτα στη σειρά ήταν τα παντοπωλεία, τα περίπτερα και τα καφενεία της γειτονιάς. Μπορεί να φαίνεται απίστευτο, όμως δεν υπήρχαν αυξημένες ανάγκες επικοινωνίας στο κάθε σπίτι της εποχής, επειδή συνήθως οι γονείς πάντρευαν τα παιδιά σε κοντινή απόσταση. Ο ξεριζωμός (δηλ. η μη μόνιμη επαγγελματική έδρα, π.χ. ακόμη και το επάγγελμα του στρατιωτικού ή του δασκάλου) ήταν κάτι που προκαλούσε την αρνητική αντίδραση των γονιών.
Φυσικά, υπήρχαν και πολλά ευτράπελα, όπως μας τα αφηγείται η πληροφορήτρια από την πόλη των Ιωαννίνων:
«Οι μπακάληδις που ‘χαν τηλέφουνου τού ‘χαν ξάχλιου (διασκέδαση) να παραμονέψουν, να κρυφακούσουν τι θα πει η δουλίτσα (υπηρέτρια)… Η Φροσούλα, η Κατίνα, η Μαριγούλα… Γιατί ήταν κι οι υπηρέτριες τότι λίγο μπαντάλες (αφελείς)… Να σ’ δώκου να καταλάβ’ς, άμα ήταν καμιά γ’ναίκα λίγου σγουρή (χαλαρών αρχών), έστιλνι τ’ δουλίτσα, για να συνεννοηθεί μι τουν καλότυχου (εραστή). Τ’ς έλιγι η κυρά, να τ’ πεις… δε μπορώ απόψι… έχου τουν άντρα μ’ στο σπίτι! Αύριο θα λείπει στ’ δ’λειά…
Όταν βήκαν τα τηλέφωνα, έγιναν πουλλά στραβά στα σπίτια! Σαν να ‘μπαινε ένας ξένους άνθρουπους στου σπίτ’ σου! Δεν ήταν μαθημένοι ου κόσμους τότι να τ’ς παίρουν τηλέφουνου! Όταν σ’ έπαιρνι κάποιους τηλέφουνου, σι λαχτάραγι! Του ‘χαμαν για κάτι ξαφνικό, για κάνα κακό, όχι για καλό! Δεν είνι όπους τώρα, για ψύλλου απήδ’μα τηλεφωνιόμαστι… Τότι ούτι για ευχές δεν παίρναμαν… Ήταν για μιγάλη ανάγκη του τηλέφουνου…».
Θέλουμε να στείλουμε ένα μήνυμα σήμερα; Έχουμε πραγματικά άπειρες επιλογές μέσω της τεχνολογίας. Οι πρόγονοί μας όμως τι έκαναν; Ο αξιοσέβαστος συνομιλητής μου θυμάται τα γεγονότα σαν να ήταν χθες:
«Ήμαν 13 χρουνών του ’47. Οι αντάρτις έβαναν δυο ανθρώπ’ς κάθι βράδυ να είναι σύνδεσμοι (αγγελιοφόροι). Εκειό το βράδυ δε θα κοιμάσαν στου σπίτ’ σου, αλλά ικεί π’ θα σο’ ΄λιγαν οι αντάρτις, στ’ν επιμελητεία. Τ’ς συνδέσμους τ’ς είχαν για να πάν’ κάνα γράμμα σι άλλου χουριό, ή κι κάνα χαμπέρι (προφορική είδηση). Κάθι βράδυ έβαναν κι αλλ’νούς. Αλλά μπουρεί κι να μην πάναιγες π’θινά, θα κοιμάσαν του βράδυ.
Είχαμαν συνδέσμους κι κοντά (αργότερα). Όταν πέθανι κάποιους συγγενής μ’, έφ’γι ένας άνθρουπους απού ‘κεί κι ήρθε ιδώ κι μας είπι.
Αφού ήθιλις να στείλ’ς ένα χαμπέρι σ’ ένα χωριό, έπριπι να βρεις ένα σύνδεσμο, παράδειγμα να πας στου τάδε χωριό να βρεις ένα ραβδοσκόπο, για να έρθει μι τ’ βίτσα να βρει νιρό (εμπειροτέχνης ο οποίος με μια ράβδο υποτίθεται ότι εντόπιζε υδροφόρα κοιτάσματα). Το σύνδεσμο τον πλέρουνι είτι του χουριό, είτι ικειός που ‘θιλι να στείλει του χαμπέρι. Ο σύνδεσμος πάινι ποδαράτος, δεν ήταν αμάξια…
Κι απ’ τα χουριά έπριπι να λάβ’ς γράμμα, γιατί δεν είχαν άλλου τρόπου. Κι γράμμα χέρι σι χέρι, όχι μι τουν ταχυδρόμου. Κι το ‘παιρνι πρώτα ου ένας κι κουντά ου άλλους κι έφτανι στα χέρια μας σι κανιά βδουμάδα. Μπουρεί να μην του λάβαινις κι καθόλου, πού να ηύρισκις άκρη… Υπεύθυνου άνθρουπου δεν ηύρισκις π’θινά, αφού δεν είχι κανένας σφραγίδα. Χέρι σι χέρι, κι αν έφτανι στουν παραλήπτη. Εκειός μι του γουμάρι… θα είχι σφραγίδα;».
Όταν πρόκειται να παντρευτεί κάποιος σήμερα, τα κοινωνικά δίκτυα κυριολεκτικά θα πάρουν φωτιά, με πάρα πολλές αναρτήσεις, φωτογραφίες και βίντεο. Αλλά πώς ήταν τα παλιά προσκλητήρια;
«Άμα ήταν να παντριφτεί ένα ζευγάρι, πάαινι ένας καλεστής απ’ του κάθι σόι, αδιρφός ή ξάδιρφος τ’ γαμπρού παράδειγμα, κι πέραγι σ’ όλα τα σπίτια, για να καλέσει τουν κόσμου. Είχι ένα ρακογυάλι (γυάλινο ποτηράκι) στ’ν τσέπη κι βάσταγι μία μπουκάλα ούζου. Δεν ακούουνταν η λέξη τσίπ’ρου παλιά (δηλ. δεν υπήρχε). Αυτό ήταν το κάλεσμα! Κι έπ’ναν όλοι απ’ του ίδιου τού ρακογυάλι! Δεν ασκαίνονταν (σιχαίνονταν) τότι ου κόσμους! Εκειά τα χρόνια ιμείς απού ένα αγγειό έπ’ναμαν… Χαιρετιόμασταν… Φ’λιόμασταν… Δεν έπαθαμαν τίπουτα! Τώρα σκιάζεσαι να ζυγώ’εις άνθρουπου! Κάλεγαν (καλούσαν) όλο το χωριό, εκτός κι ήταν μι κάποιουν παρεξηγημένους, δεν τ’ν κάλεγε αυτήνη τ’ν οικουγένεια. Ή έδουναν ένα κ’λουράκι. Καμπόσοι έγραφαν σ’ ένα χαρτάκι κάλεσμα (χειρόγραφο προσκλητήριο), ότι τ΄ν τάδε ώρα θα γένει ου γάμους».
Μπορεί σήμερα να φαντάζει απίστευτο, όμως τότε ήταν διαδεδομένος κι αυτός ο τρόπος επικοινωνίας:
«Αφού δεν είχι τηλέφουνα ου κόσμους, είχαν τα χουνιά, για ν’ ακούιτι η φουνή. Στουν Εμφύλιου θ’μάμι οι αντάρτις είχαν χουνί κι φώναζαν, άλλους ‘παραδουθείτε’, άλλους “είστι κλεισμένοι” (περικυκλωμένοι), μέχρι κι κουρόιδευαν. Φώναζαν “τι φαΐ έχετε ισείς; Ιμείς έχουμι κριάσι, ισείς τι έχιτι; Μπλιγούρι;”. Απ’ τουν ξένουν μπουρείς να φ’λαχτείς, αλλά απ’ τουν αδιρφό σου… Αφού Έλληνις ήταν, ίδια γλώσσα μίλαγαν…».
Ελλείψει μεγαφώνων, το χωνί χρησιμοποιήθηκε και στα κατοπινά χρόνια, στις περιπτώσεις όπου το μοναδικό τηλέφωνο βρισκόταν στο καφενείο: «Στου χουριό μας ένα τηλέφουνου ήταν μαναχά… Είχαν ένα χουνί κι φώναζαν: “Ου τάδις να έρθει στου τηλέφουνου”», σύμφωνα με την αφήγηση ηλικιωμένου.
Όταν ήμουν μαθητής στις πρώτες τάξεις του δημοτικού θυμάμαι τον ταχυδρόμο που ερχόταν περπατώντας στο χωριό μου να μοιράσει την αλληλογραφία, την οποία είχε σε μια δερμάτινη τσάντα περασμένη στον ώμο. Οι συνομιλητές μου, φυσικά, έχουν να πουν πολύ περισσότερα:
«Γράμματα έστιλνι ου κόσμους! Είχαμαν του σπίτι γιουμάτου φάκιλα! Να στέλλουμι γράμματα στ’ αδέρφια μας, στα πιδιά. Άμα πάιναν φαντάροι, στα ξένα (εξωτερικό) πήγαιναν πολλοί, μαστόροι δούλευαν πολλοί. Άφ’ναν τ’ς γ’ναίκις στου σπίτι κι πάιναν για δ’λειά. Έστιλναν γράμματα στ’ς γ’ναίκις. Άμα ήξιραν, έστιλναν κι αυτές. Αλλιώς, τα ‘γραφι ου δάσκαλους τ’ χουριού ή ου παπάς, ήταν αγράμματις τότι οι γ’ναίκις».
«Ιγώ θ’μάμι τουν ταχυδρόμου προυπουλιμικά στου χουριό μ’, ήταν το ’37-‘38, τότι π’ πάαινα σχολειό. Έρθουνταν ου ταχυδρόμους, διανομέας λέγουνταν, κι μέραζι τα γράμματα. Για να μην πααίνει απού σπίτι σι σπίτι, τι έκανι; Μόλις έβγινι στ’ ανάραχο (στον λοφίσκο), ικεί π’ φαίνουνταν του χουριό, είχι μία τσαμπούνα (σάλπιγγα) κι τσαμπούναγι (σάλπιζε). Κι όσοι τουν άκουγαν, έπιαναν το δρόμο (έβγαιναν) κι τουν καρτέρ’γαν να φτάσει. Έδωναν, έπαιρναν γράμματα, κι κουντά έρθουνταν στου σχουλείο, για να φέρει γράμματα τ’ δάσκαλου. Ου δάσκαλους δεν έβγαινι στου δρόμου, δεν έφευγι απ’ του σκουλειό…
Κι όταν είχι άλλα γράμματα, τ’ άφ’νι στο σχολειό κι μας τα ‘δουνι ου δάσκαλους, για να τα πάμι στ’ς γουνέους μας. Αλλά τότι δεν έστιλναν πουλλά γράμματα. Μαναχά κάνας φευγάτος, π’ ξενοδούλευε, ή φαντάρους.
Γιατί ου πουλύς ου κόσμους δεν ήξιρι γράμματα, άλλους τ’ς τά ‘γραφι, άλλους τά διάβαζι.
Το χωριό στέκουνταν προσοχή στουν παπά, στου δάσκαλου κι στου χωροφύλακα. Αυτές ήταν οι κεφαλές τ’ χωριού! Κάτι κουτσογράμματα ήξιραν κι αυτοίνοι…
Γι’ αυτό τα σερκά τα παιδιά τα ‘στελναν για γράμματα, για τα κορίτσια δεν ενδιαφέρουνταν. Γιατί το προφήτευαν αυτό, έλιγαν, άμα πάει του πιδί μας στου στρατό, να ξέρει πέντι κλίτσις γράμματα, να μας στέλει κάνα γράμμα…»
«Είχι κι τρουμπέτα ου ταχυδρόμους όταν πήγινι στα χουριά, για να μην πααίνει απού σπίτι σι σπίτι.
Κι άμα έρχουνταν γράμμα στου χουριό, μαζώνουνταν όλοι ν’ ακούσουν τι γράφει.
Αλλά πουλλοί δεν ήξιραν γράμματα κι φώναζαν τουν παπά ή του δάσκαλου για να τ’ς διαβάσει του γράμμα.
-Τι λέει, μουρ’, τι λέει; Θα να ‘χουμι πόλιμου; Θα ‘χουμι κάνα σιασμό (ειρήνη);
Αλλά ήταν κι παλιανθώποι, πο’ ‘λιγαν σι κάναν π’ δεν ήξιρι γράμματα, βάλι μια υπουγραφή ιδώια, χρειάζεται για τ’ν ικκλησιά. Κι τ’ς έπαιρναν τ’ν περιουσία! (δηλ. απάτη για υφαρπαγή περιουσίας)».
Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα όχι απλώς να στείλουμε μήνυμα, αλλά να το εμπλουτίσουμε και με κάθε μορφής οπτικοακουστικό υλικό. Η έλλειψη τεχνικών μέσων για επικοινωνία, κυρίως όταν αυτή αφορούσε μήνυμα, ανάγκαζε τους ανθρώπους να προσφύγουν σε πιο ευφάνταστες και… ρομαντικές λύσεις: «Στα Ζαγόρια όταν έφευγι του πιδί του ξινιτιμένου που ‘ρθι να δει τ’ς γουνιούς τ’, έβαναν ένα κλωνάρι απού κρανιά, στ’ν κρικέλα τ’ς πόρτας, γιατί είχαν άλυσο (αλυσίδα), π’ κρέμουνταν του ξύλου απ’ σήουκουναν του μάνταλου. Πόρτις βαριές, καστρίσιες, σαν να ‘ταν απού κάστρου, μι ξύλα διμένις, με ξύλα βαριά, πένταυρα. Κι απού πίσω σιδεριές. Μι’ τ’ν κρανιά ήξιραν ότι κάποιους λείπει στα ξένα…
Άμα έρχουνταν κανένας στου σπίτι κι δε σ’ ηύρισκι ικεί, άφ’νι πάλι ένα κλωνάρι στο μάνταλο, ή ένα λουλούδι, ή δυο λιθάρια στου σ’φά (πεζούλι), για να δείξει ου μ’σαφίρ’ς στου ν’κουκύρη ότι πέρασι κι δεν τουν ηύρι. Ε, απού κάπου θα μάθαινε ποιος πέρασι… Είχαν σημάδια… Ήξιραν τι σημάδι βάνει ου ένας, τι βάνει ου άλλους… Χουρίς τηλέφουνα, χουρίς κινητά, αλλά είχαν σημάδια… Έτσι συννουγιόνταν οι ανθρώποι…».
***
Φαντάζομαι ανάμεικτα συναισθήματα θα σας προκάλεσαν οι αφηγήσεις των συνομιλητών μου. Ανακούφιση για τα αγαθά του τεχνικού πολιτισμού που σήμερα έχουμε όλοι στη διάθεσή μας. Μελαγχολία ή και θλίψη για όσα έζησαν αυτοί οι άνθρωποι.
Δυο μέρες πριν τελειώσω το κείμενο, παραξενεύτηκα από μια είδηση που διάβασα: «Όταν ανοίξουν τα σχολεία, οι ηλικιωμένοι για να προστατευτούν προτείνεται να εγκαταλείψουν τα αστικά κέντρα και να μεταβούν στα χωριά ή στα εξοχικά τους…». Αφήνω ασχολίαστη την κραυγαλέα αντίφαση με την αρχική απαγόρευση των Αρχών για κάτι τέτοιο. Θα μεταφέρω όμως αυτό που μου είπε μια ηλικιωμένη στην είσοδο της πολυκατοικίας:
-Μα τι λένε τώρα… Πού να πάω… Γριά γυναίκα! Είμαι 86 χρονών… Να πάω στο χωριό μου, όπου δεν υπάρχει τίποτα… Ούτε το τηλέφωνό μου δεν πιάνει εκεί… Τι να κάνω; Να βγαίνω στη ράχη και να φωνάζω, όπως έκαναν οι μακαρίτες οι γονείς μου;
Για τους νέους, αν φυσικά είχαν την υπομονή να διαβάσουν το εκτενές άρθρο, τα πράγματα αυτά φαντάζουν πάρα πολύ μακρινά, που δεν τους αφορούν σε καμία περίπτωση. Για όλους αυτούς, λοιπόν, που ενδεχομένως ανθυπομειδιούν ειρωνικά αφού αισθάνονται παντοδύναμοι, έχω ένα ερώτημα: Φαντάζεστε κάποια στιγμή να εμφανιστεί ένας… ηλεκτρονικός κορωνοϊός που θα διαλύσει παγκοσμίως τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών;
$$Φώναζαν από ράχη σε ράχη!##
Γενικά οι Έλληνες ως λαός μιλάμε πολύ δυνατά. Αυτό, κατά τη γνώμη ορισμένων, οφείλεται στο ότι μια μακραίωνη συνήθεια εξελίχθηκε πλέον σε… γονιδιακό χαρακτηριστικό!
Το παιδικό παιγνίδι «Χαλασμένο τηλέφωνο» το ξέρουμε σχεδόν όλοι. Ο πρώτος λέει χαμηλόφωνα στον άλλο μια λέξη, αυτός στον επόμενο κ.ο.κ., με στόχο ο τελευταίος να πει ακριβώς την ίδια λέξη που είπε κι ο πρώτος.
Κάτι παρόμοιο γινόταν τα παλιά χρόνια προκειμένου να μεταφερθεί από στόμα σε στόμα, από ράχη σε ράχη, από χωριό σε χωριό… Υπήρχε όμως μια ουσιωδέστατη διαφορά: Όλοι φώναζαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν!
Άλλο τηλεφώνημα τώρα… Η γλυκύτατη πληροφορήτρια (που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε απομονωμένο οικισμό) ασφαλώς και το πρώτο πράγμα που θέλει να σχολιάσει είναι η πανδημία:
«Τ’ Λαμπρή ιτούτη π’ δε γιουρτάσ’κι δεν τ’ θ’μήθ’κα πουτέ! Οι γιορτάδις γένουνταν ακόμα κι στουν πόλιμου, του ’40, ακόμα κι μι τ’ αντάρτ’κου (Εμφύλιο). Κι απ’ ό,τι γλέπου, θα χειροτερέψει ακόμα… Αυτήνη η αρρώστια δε φιλοπροσωπείται (δεν κάνει διακρίσεις). Γλέπουμι ειδήσεις, αλλά τι να καταλάβουμι ιμείς… Δεν ξεμολεύεται αυτήνη η λώβα… Τι θ’ απογένει τώρα δεν ξέρει κα’ένας… Έχουν κι οι γιατροί τα χέρια διμένα! Ανθρώποι είνι κι αυτοίνοι… Πού να ξέρουν τι σόι νόσημα είν’ αυτό σ’ όλη τ’ν ανθρουπότητα! Όλοι συμπαγοί (ενωμένοι) τ’ράν να ιδούν τι θα γένει…».
Μετά τον σχολιασμό της επικαιρότητας, μπαίνουμε κι εδώ στο προκείμενο:
«Ιμείς ήμασταν μακριά απ’ του χουριό, τρία σπίτια ήταν ικεί. Του χειμώνα ήμασταν πλειότιροι, γιατί ήταν κι οι βλάχοι απ’ τα β’νά (μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι).
Τηλέφουνου δεν είχαμαν. Εκειά τα χρόνια, τηλέφουνα είχαν μαναχά στ’ς πόλεις.
Άμα ήθιλαμαν να πούμι κάτι σι κάνα χουριανό μας, εδώ σιμά, πάιναμαν στου σπίτι κι το ‘λιγαμαν μι του στόμα. Άμα ήταν λίγου μακριούτσικα του σπίτι, φώναζαμαν. Έβαναμαν τα χέρια απού ’δώ κι απού ’κεί (τις παλάμες εκατέρωθεν του στόματος), να πααίνει η φουνή στα ίσια:
-Ω, Βαγγέληηη! Να έρθ’ς αύριου κάτου, να μ’ κάμ’ς του χουράφι (οργώσεις), θέλου να σπείρου του τριφύλλι! Συγνέφιασι ου κιρός! Θέλου να του πιάσει βρουχή!
Κι φώναζι κι αυτός:
-Εεεεε! Άκ’σα! Θα έρθου!
Άμα ήθιλαμαν να στείλουμι χαμπέρι σι κάναν στου χουριό (στο μεγάλο χωριό, που ήταν μακριά), ηύρισκαμαν κανέναν που ‘χι χουράφια ικεί σιμά στ’ εμάς κι το ‘λεγαμαν εκεινού να πάει του χαμπέρι στου χουριό. Παράδειγμα, να πεις στου μπαρμπα-Φώτη να έρθει κάτου, να φκιάσει έναν τοίχου, γιατί έπισι ου παλιότ’χους…».
Αν ήταν μεγάλη η απόσταση, το μήνυμα κατέληγε στον παραλήπτη με… αλλεπάλληλες διαβιβάσεις:
«Θ’μάμι, έβγινι η μακαρίτ’σσα η μάνα μ’ κι φώναζι στουν άλλου του μαχαλά, για κάνα ιπείγουν, κανιά κηδεία, κανιά αρρώστια… Ου ένας μέχρι ικεί ικεί πο’ ‘φτανι… Κι κουντά άκ’γι ου άλλους κι φώναζι κι αυτός, μέχρι να φτάσει του χαμπέρι…Κι όποιους άκ’γι, ειδουποίγαγι του γείτουνα… Κι αυτήνη η δ’λειά γένουνταν ουλουένα…».
Φυσικά δεν ήταν εύκολη η συνομιλία όταν ήταν πολύ μεγάλη η απόσταση, ακόμα χειρότερα αν μεσολαβούσε «κατεβασμένο» ποτάμι τον χειμώνα, οπότε άλλα έλεγε ο ένας, άλλα καταλάβαινε ο άλλος:
-Γάκηη!
…
-Ω, Γάκηηηηηη!
-Εεεε!
-Να έρθ’ς να μ’ κόψεις τα ξύλααα!
-Δε μπουρού! Χάλασι του στ’λιάρι απ’ τ’ν τσικούρα!
-Τι να τουν κάμου του… Βαγγέλη Σαλαμούρα! Αυτός είνι γέρουντας!
Όμως πέρα από την επιτυχή μεταφορά του μηνύματος υπήρχε και μια άλλη κρίσιμη παράμετρος: ο χρόνος. Δυστυχώς δεν ήταν πάντα εφικτό να φτάσει έγκαιρα ένα κρίσιμο μήνυμα στον παραλήπτη του. Τραγική η ακόλουθη ιστορία:
«Τι να σ’ προυτουμουλουήσου, μουρέ πιδί μ’… Κάπουτι π’ πέθανι μια νέα ιδώ στου χουριό… Είχαμαν στείλει χαμπέρι (μήνυμα) στ’ν αδιρφή τ’ς, που ‘ταν σ’ ένα άλλου χουριό, μακριά, στα Τζιουμέρκα…
Δεν πρόπ’σαν (προπάω: προλαβαίνω) να μάθουν ιγκαίρους…
Όταν ήρθι η αδιρφή τ’ς, μόλις είχι γένει η κηδεία, τ’ν είχαν κρύψει (θάψει), τότι γύρναγαν απ’ του νικρουταφείου… Δεν πρόπ’σι η αδιρφή τ’ς να τ’ν ιδεί κι ρέκαζι απ’ του σκουσμό (οδυρόταν που δεν πρόλαβε την κηδεία)».
$$Τι ήταν… το φανό;##
Ενδιαφέρουσα η λέξη (με αλλαγή γένους), πρωτότυπη η μεταφορά μηνύματος, όπως την παρουσιάζει η συνομιλήτριά μου:
«Ικεί π’ κάθουμασταν ιμείς ήταν μακριά απ’ του χουριό, μιάμιση ώρα πιρπατώντα απ’ του χουριό, Πιστιανά Παλιάς Ελλάδος (Ν. Άρτας), αλλά τώρα το ονόμασαν Δίστρατο, γιατί έχει δυο στράτις, μια δέξια κι μία ζερβά…
Αλλά κι απ’ του συνοικισμό Σινιάγκου ήμασταν ένα τέταρτου να πιρπατάς. Στρατούλα, στινή. Άμα πιδικλώνουμασταν (σκοντάφταμε), θα πάαιναμαν στου γκριμό! Απ’κάτου ήταν πέτακας (απότομος γκρεμός) κι πουτάμι!
Πώς ζηούμαν (ζούσαμε) ικεί πίσου…
Δεν ακούουνταν άμα φώναζι κάποιους. Του χειμώνα έβαζε (βούιζε) του πουτάμι, γιατί ήταν κατιβασμένου (είχε πολλά νερά). Του καλουκαίρι ήταν τσιτσίκια, τότις… ακόμα χειρότερα! Τσιτσίρ’ζαν!
Τι να κάνουμι κι ιμείς; Έβαζαμαν του φανό!
Φανό (το!) είνι να βάλ’ς ένα άσπρου ύφασμα σ’ έναν τόπου π’ θα τουν γλέπουν ικείνοι οι άλλοι π’ θέλουν να συννουηθούν. Παράδειγμα, ήθιλαμαν να σκαλίσουμι τ’ν άλλη μέρα. Άμα ήγλιπαμαν φανό, άσπρου πανί, απού μακριά, μ’ αυτό καταλάβαιναμαν ότι πρέπει να πάμι όλοι μαζί μιντάτι (αλληλοβοήθεια), για σκάλου ή θέρου (σκάλισμα ή θέρισμα). Ή κάτι κακό συνέβαινι. Άμα χάνουνταν (πέθαινε) κάποιους…
Ήμασταν ανάμιρα ιμείς απού γειτουνιά, δεν είχαμαν γειτόν’ς…
Κι μ’ αυτόν του φανό, έρχουνταν ου κάθι άνθρουπους για ό,τι είχαμαν ανάγκη.
Εξηγούνταν (συνεννοούνταν με συνάντηση) απ’ τ’ν προηγούμινη μέρα, απ’ τα ψες (απ’ το βράδυ) ότι θα βάλουμι φανό. Παράδειγμα, ου τάδις είνι κιντυμένους. Αν δείτι του φανό, πέθανι! Ή να κάνουμι μια δ’λειά…
Ιγώ του θ’μάμι απού τότι που ‘μαν μ’κρή (γενν. 1943). Ικεί πο’ ΄μησκα (έμενα) ιγώ λέουνταν Γύρα, τώρα πνίκηκι αυτό (καταβυθίστηκε στην τεχνητή λίμνη Αράχθου), ήταν σαν κουδέλα, σα στρουφή π’ του λέν’ τώρα».
$$«Μ’ πας ένα χαμπέρι εκείγια;»##
Πολλές οι εναλλακτικές για τη μεταφορά μηνύματος στα Γιάννενα του παλιού καιρού. Η αξιοσέβαστη πληροφορήτρια έχει τον λόγο:
«Στα Γιάννινα ήταν κι πλούσιοι Οβραίοι, οι αρχόντοι, οι εχούμενοι, αλλά ήταν κι οι φτουχοί πο’ ‘καναν θελήματα (επί πληρωμή εξυπηρετήσεις) στ’ς πλούσιους. Κουμάντου το ‘λιγαν οι Οβραίοι. Παράδειγμα, απ’ του Κουρμανειό να πάν’ στ’ν Καραβατειά, μ’σή ώρα δρόμο μι τα πόδια. Άμα ήσαν εχούμενος, έπιρνις παϊτόνι, τ’ν άμαξα, για να πας. Ου κουσμάκ’ς πήγαινι πιρπατώντα βίζιτα (επίσκεψη). Έπριπι να στείλ’ς χαμπέρι, για να κάμ’ς βίζιτα πουρνίσια (πρωινή επίσκεψη). “Θα να ‘ρθου πουρνίσια αύριου, μι του τσιρέπι (με το εργόχειρο πλεξίματος κάλτσας)”. Έστιλνι χαμπέρι για να τ’ν καρτιρούν, να φκιάσουν κανιά πίτα, κάνα γλυκό…
Για να στείλ’ς το μαντάτο, έπριπι να βρεις τουν άνθρουπου πο’ ‘κανι θιλήματα. Στου Κουρμανειό ήταν πολλοί φτωχοί Οβραίοι, κάθουνταν απόξου απ’ τ’ς πόρτις κι καρτέραγαν οι μαύροι (δυστυχισμένοι) να μάσουν καμιά δικάρα… Για μια δικαρούλα τρύπια έκαναν ό,τι δ’λειά ήθιλις ισύ, φτώχεια κι κακομοιριά οι έρμοι…
Ρώταγαν:
-Να σ’ κάνου ένα κουμάντου (εξυπηρέτηση); Έσιρναν κι τ’ φουνή (είχε διάρκεια η φωνή).
Έλιγι παράδειγμα ένας πλούσιους:
-Μ’ πας ένα χαμπέρι εκείγια; Α, μουρ’, δεν είνι μακριά… Μια τζιγάρα δρόμους (δηλ. απόσταση όσο να καπνίσεις ένα τσιγάρο). Σύρε μια κοσή (τρεχάλα) στ’ν ξαδέρφη μ’, να τ’ς πεις, θα πάμι του βράδυ βίζιτα (επίσκεψη).
Αυτός πήγινι. Κι αν το ‘λιγαν κάτι ικεί, γύρναγι να φέρει κι αυτό του χαμπέρι πίσου.
Αλλά ήταν κι οι ντελάληδις π’ ντελάλιζαν:
-Ακούστι! Ακούστι! Στουν τάδι μαχαλά θα να ‘ρθει απόψι Καραγκιόζης! Ή θα να ’ρχουνταν οι μπεχλιβάν’δις (παλαιστές), ου αρκουδιάρ’ς μι του ντέφι…
Του ντιλάλη τουν πλήρουναν, μι πληρουμή γένουνταν αυτή η δ’λειά.
Στα γιουρτάσια είχαν κάρτις, καρτ βιζίτ (κάρτα επισκέψεως, με το ονοματεπώνυμο, τις έριχναν κάτω απ’ την πόρτα κάποιου όταν δεν τον έβρισκαν στο σπίτι). Κι άμα ήταν κι κάνας μπαντίδος (χιουμορίστας, γλεντζές, εύθυμος) έστιλνι κάρτις… λίγου αρμυρές (πικάντικες).
Ή έστιλναν γράμματα. Κάθι μέρα οι ταχυδρόμοι κουβάλαγαν πουλλά γράμματα κι κάρτις για τ’ς γιουρτές, καρτ ποστάλ τ’ς έλιγαν. Πουδαρόδρουμου έρχουνταν οι ταχυδρόμοι. Δεν ήταν αμάξια τότι…».
$$«Καβουρδιστήρι»… μόνο την Κυριακή!##
Τα πρώτα τηλέφωνα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν του στρατού. Τα έλεγαν «καβουρδιστήρια», επειδή λειτουργούσαν με μια μανιβέλα, όπως… ο χειροκίνητος μύλος του καφέ, εξ ου και η σκωπτική ονομασία! Ογδονταεξάχρονος πρόθυμος χρονομάρτυρας αφηγείται:
«Απ’ του 1952 μέχρι του ’56 ήταν μαναχά ένα τηλέφουνου στου χουριό μας. Αλλά του τηλέφουνου αυτό του ‘χι ου γραμματικός (γραμματέας κοινότητας) στου γραφείου κι του ‘χι κλειδουμένου. Κι κάθι Κυριακή έρχουνταν να κάμει γραμματ’λίκι (για τη δουλειά του κοινοτικού γραφείου). Ου άνθρουπους πάναιγε κάθι μέρα στα πρόβατα κι στα χουράφια κι δεν ξάδειαζι να κάτσει. Αυτός δεν κρατιόνταν απού θυρίδα ακόμα (δεν ήταν μισθωτός), αυτός ήταν γραμματ’κός προυτού του ’40 κι τουν ματάβαλαν, δεν έπιρνι λιπτά.
Τότι π’ ξανάγινε ελληνικό (μετά την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους), το ’45-‘46, αυτός είχι πάρει τα χαρτιά (αρχείο κοινότητας) στ’ν καλύβα, αλλά τα ’βραν οι αντάρτις κι τα ’καψαν. Κι έγραψαν τα πιδιά, ιμείς, πότι γιννήθ’κι ου καθένας, ως έγγιστα (κατά προσέγγιση), μας έλιγι αυτός τι να γράψουμι.
Δεν υπήρχι τηλέφουνου τότι, αυτό ήταν μαναχά. Στρατιωτικό ήταν του τηλέφουνου, είχι μαναβέλα κι ντύμα (κάλυμμα) απόξου, όπους είχαν τα παγούρια στο στρατό!
Έρθουνταν κάθι Κυριακή ου γραμματ’κός για να πάρει τηλέφουνου! Αφού θ’μάμι τ’ άκ’γαμαν απόξου ιμείς τα λιανοπαίδια (παιδάκια)… Γρρρρρ! Τ’ άκ’γαμαν ιμείς, αλλά ποιος να του σηκώσει, αυτός ου γραμματ’κός έλειπι στα χουράφια…
Τα τηλέφουνα ήταν μαναχά αν τουν έπιρνι η Χωροφυλακή ή κανιά άλλη υπηρεσία. Αλλά δεν τουν ηύρισκαν πουτέ τουν άνθρουπου αυτόν, δεν ήταν γραμματικός, ούτι είχι κανιά δ’λειά… να φ’λάει του τηλέφουνου! Αυτό δεν ήταν για τουν κόσμου, ήταν μαναχά για του γραφείου».
