Αναρτήθηκε στις:19-04-16 14:46

Ο Θεός είναι κοντά μας


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Η σκηνή της συνάντησης του Κυρίου Ιησού Χριστού με το νεκρό γιο της χήρας της Ναίν αποτελεί μια από τις πιο τρυφερές, στοργικές και πατρικές στιγμές της ζωής και ενεργού δράσης Του πάνω στη γη μας, που περιγράφεται με θαυμαστή γλαφυρότητα, παραστατικότητα κι ενάργεια, στο Ιερό Ευαγγέλιο από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Και μόνο η εν λόγω αναφορά αρκεί για να μας πληροφορήσει εμπεριστατωμένα στα τρίσβαθά μας για το τεράστιο μέγεθος των αλτρουιστικών ιδιοτήτων του Θεού προς την κορωνίδα της Δημιουργίας Του, τον άνθρωπο.

Στην αρχή της περιγραφής, αν και φέρεται τυχαίο το περπάτημα του Θεανθρώπου μαζί με τους μαθητές Του και αμέτρητο πλήθος κόσμου από την πόλη Καπερναούμ κατευθυνόμενος προς την άλλη της Ναίν, εντούτοις κάθε σχέδιό Του είναι σκόπιμο, στοχευμένο και προσανατολισμένο σχετικά με την υπέρμετρη αγάπη για τις αδυναμίες, μικρότητες κι αναξιότητά μας. Πρόκειται για μια αρκετά κοντινή απόσταση, περίπου 15 χιλιομέτρων, όμως η διάνυσή της πεζοπορώντας, όπως συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση με τον Ιησού και τη συνοδεία Του, απαιτούσε πάνω από τρεις ώρες. Από ευγένεια, δεν μπορούσε μόνον Αυτός να επιβαίνει σε άμαξα, καθώς είχε το αξίωμα του Ραββί, δηλαδή του Διδασκάλου, πρόσωπο ιδιαίτερα τιμώμενο.

Αν Τον κυρίευε ο εγωισμός, μπορούσε άνετα να εποχείται, πράγμα όμως το απέφυγε για να διδάξει την ταπεινοφροσύνη και την απλότητα. Λοιπόν τραβούσε τον δρόμο πεζός, ώστε να απορρίπτει και την παραμικρή πολυτέλεια και να σκονίζονται τα πόδια Του, να πυρώνεται το πρόσωπό Του από τον καυτό ήλιο, να κουράζεται, να αυλακώνουν ποτάμια από ιδρώτα όλο το Πανάχραντο Σώμα Του.

Έτσι απλά, χωρίς να κάνει χρήση των προνομίων που παρείχε η κοινωνική θέση Του, προχωρούσε και τώρα, πλησιάζοντας στην πόλη, στην οποία μόλις έφθασε, συναντήθηκε με μία άλλη πομπή, που έβγαινε από τα τείχη της, καταμεσής της πύλης κι ήταν νεκρική, παρουσιάζοντας ένα αποτρόπαιο κι οδυνηρό θέαμα. Επικεφαλής της δίπλα στον νεκρό, προπορεύονταν μια τραγική φυσιογνωμία μάνας, χήρας από καιρό, που ξεμαλλιασμένη οδύρονταν γοερώς, καθώς ο θάνατος της είχε στερήσει τον αδικοχαμένο σύζυγό της και τώρα την επισκέφθηκε για δεύτερη φορά ο Χάρος για να της θερίσει αλύπητα ό,τι πιο πολύτιμο είχε απομείνει σ’ αυτόν τον κόσμο, τον μονάκριβο γιο της.

Έναν και μόνον τον είχε αποκούμπι, στήριγμα, απαντοχή, πολύτιμο θησαυρό καθώς ήταν μοναχοπαίδι της κι αποτελούσε όλη της τη ζωή, αφού δεν περίμενε απ’ αυτή τίποτε άλλο. Κι όμως αυτό το τόσο ανεκτίμητο μαργαριτάρι της, τώρα το έχανε για πάντα. Στην χαροκαμένη μάνα δεν υπήρχε κάποιος παρηγορητικός λόγος για να της απευθυνθεί και να ρίξει βάλσαμο, μαλακώνοντας την πονεμένη καρδιά της.

Την είδε ο Χριστός και λυπήθηκε τόσο που δονήθηκαν τα σπλάχνα Του και συγκινήθηκε σύγκορμα. Δεν Του απηύθυναν κανένα αίτημα, ούτε ικεσία, αλλά μόνος Του την πλησίασε και με πατρική στοργή κι απαράμιλλη τρυφερότητα της είπε με τα Θεϊκά Του χείλη: «Μην κλαίς» και στη συνέχεια στάθηκε κοντά στο φέρετρο, χωρίς να πει τίποτε άλλο, παρά μόνον αυτές τις δυο λέξεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Αυτοί που μετέφεραν τη σωρό σταμάτησαν για να διευκολύνουν τον Ιησού κι Αυτός ο Κύριος της ζωής και του θανάτου προχώρησε χωρίς καθυστέρηση στην εκστόμιση του κυριαρχικού Του προστάγματος: «Νεανίσκε, σοί λέγω, εγέρθητι».. Αμέσως σηκώθηκε ο νεκρός, βγήκε από τα εντάφια ρούχα κι άρχισε να μιλά. Τότε ο Χριστός τον κατηύθυνε στην αγκαλιά της μάνας του κι αυτή τον χαίρονταν που τον έβλεπε ακμαίο πάλι κοντά της, όπως πρώτα, νιώθοντας ανακούφιση κι αποτελεσματική παρηγοριά για την αποκατάσταση της ζωής που νίκησε το θάνατο, προοιωνίζοντας και την Ανάσταση του Κυρίου.

Ανακεφαλαιωτικά μετά την παραπάνω αναλυτική περιγραφή του Ευαγγελιστή Λουκά (β΄ 12, 70), μπορούμε να πούμε ότι γι’ αυτό και κοπίασε και ίδρωσε και μόχθησε και πείνασε και δίψασε στις διάφορες οδοιπορίες Του στην ίδια κατάσταση με εμάς, ώστε να μας ψελλίσει κι ειδοποιήσει για τη γεωγραφική Του προσέγγιση, μάλιστα τόσο κοντά μας στα προβλήματα, τις δυσκολίες, τους πόνους, τις θλίψεις, τις δυσχέρειες, τις αντιξοότητες. Επιπλέον ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε τρία κορυφαία σημεία της όλης διαλαμβανομένης λιτής αναφοράς.

Το πρώτο σπουδαίο στοιχείο της προκειμένης ευαγγελικής περιγραφής είναι το γεγονός κατά το οποίο ο Χριστός «επορεύετο», δηλαδή πήγαινε με τα πόδια, όπως έχει τονιστεί και στην παραπάνω οικεία θέση της περιγραφής και για έναν ακόμη λόγο από την εξήγηση που δόθηκε, γιατί θέλησε Αυτός με την κυρίαρχη κι απόλυτα ελεύθερη βούλησή Του, εδώ στη γη να περπατήσει ανάμεσά μας, να εναρμονίσει και να συντονίσει το βήμα Του με το δικό μας. Γι’ αυτό οι ανθρώπινες, δικές μας βιοτικές ανάγκες Τον βάρυναν στις μετακινήσεις και δημόσιες δράσεις Του.

Η ανθρώπινη φύση του Θεανθρώπου πάσχει σε όλα όπως εμείς, παρά μόνον Αυτός διαφέρει από μας, γιατί είναι εκτός αμαρτίας. Το γεγονός αυτό μοιάζει σαν να μας λέει ότι εδώ δίπλα μας είναι, έτοιμος να μας βοηθήσει με την πανσοφία, την αγαθότητα, την προορατικότητα, την παγγνωσία, την παντοδυναμία, την καταδεκτικότητά Του κι αποδοχή μας. Είναι πολύ δίπλα μας, τόσο κοντά μας, μια ανάσα παραπέρα, μας καταλαβαίνει, μας νιώθει, μας κατανοεί απόλυτα, γιατί μπαίνει στη θέση μας.

Αυτή τη ιδιότητά Του απέδειξε περίτρανα και με το άλλο αποκαλυπτικό της συμπάθειάς Του προς τον άνθρωπο, που είπε: «Μην κλαις», μολονότι επανειλημμένα ο Ίδιος έκλαψε στην διάρκεια της επίγειας ζωής Του. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι Αυτός δεν μένει αδιάφορος κι απαθής στη δική μας συγκίνηση και κλάμα. Δονούνται τα σπλάχνα Του από τη στενοχώρια και την κακοτυχία μας.

Απαντάει πάντα με το δικό Του ρυθμό στον αναστεναγμό μας, γιατί ο Θεός που μας συμπαθεί στο έπακρο και ταυτόχρονα συμπάσχει μαζί μας. Όσες φορές υπάρχει ανάγκη για ενίσχυση, μας προσεγγίζει, αποβλέποντας με το πλησίασμά Του να μας σκουπίσει τα δάκρυα που ρέουν απ’ τα μάτια μας κι αυλακώνουν σαν χείμαρροι το πρόσωπό μας, γιατί έχει την εξουσία να κατατροπώνει κάθε πειρασμό και να εξουδετερώνει κιόλας τον αβάστακτο πόνο.

Και τέλος το τρίτο στοιχείο εκφέρεται με τη λέξη «εγέρθητι», κατά το οποίο ως Θεός που είναι, έχει τη δύναμη να παρέχει την πνοή Του μέσα στη ζωή μας, η οποία είναι αναζωογονητική κι αναγεννητική, ώστε να μας συγκρατεί από το ολίσθημα στον κατήφορο της επίγειας διαδρομής και να μας σηκώνει κιόλας από την πτώση και τη δυστυχία της ζωής μας.

Το τελευταίο δεν συνιστά μόνον μια ευχή, αλλά αποτελεί μια σιγουριά, που απορρέει από το παραπάνω περιγραφόμενο θαύμα της ανάστασης του γιου της χήρας της Ναίν, δηλαδή όπως σήκωσε από το φέρετρο τον νεαρό. Μακάρι να γεμίζει την πεζή κι άχαρη ζωή μας απ’ τη δική Του αθανασία, τη δύναμη, την ικμάδα, το σφρίγος και τη ζωντάνια.

Από τη σύντομη αυτή ανάλυση της Ευαγγελικής περικοπής του Ευαγγελιστή Λουκά προκύπτει η διαπίστωσή μας για τον Πανάγιο Κύριο, πόσο μικρή είναι η απόσταση που μας χωρίζει, αλλά κι αυτή έχει γεφυρωθεί με την αμέριστη αγάπη Του, γιατί μας συνδέει στενή υλική σχέση μαζί Του.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ