Η ωμή συμβουλή του νονού της Τεχνητής Νοημοσύνης για την εποχή του ΑΙ
Δήμος Γ. Καραϊσκάκη: Παράδοση απινιδωτή στη Μεγαλόχαρη και δράσεις εκπαίδευσης πολιτών
Γ.Ν. Άρτας: Ενημερωτική δράση στο Λύκειο Ανέζας για το άγχος και το στρες
Περιφερειακή Αρχή Ηπείρου: Ανιστόρητες συκοφαντίες σε βάρος Περιφερειάρχη και ΠΤΑΗ
«Από την Καταστροφή στη Δημιουργία»: Μαθητικές φωνές και εικαστικές διαδρομές ειρήνης στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας
Εξιχνιάστηκε άμεσα κλοπή από σπίτι στην Άρτα – Ταυτοποιήθηκαν πατέρας και ανήλικη κόρη

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο Θεολόγος καταγόταν απ’ την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, άσημο χωριό στα παράλια της λίμνης Γεννησαρέτ κι ήταν νεότερος αδερφός του Ιακώβου, του άλλου μαθητή του Χριστού, που αποκεφαλίστηκε, κατά το έτος 42 ή 44 στα Ιεροσόλυμα, με εντολή του βασιλιά της Παλαιστίνης, Ηρώδη Αγρίππα Α΄(41-44 μΧ), ΕΓΓΟΝΟΎ ΤΟΥ Μεγάλου Ηρώδη.
Πατέρας τους ήταν ο Ζεβεδαίος και μητέρα τους η Σαλώμη, που πίστεψε στον Χριστό, Τον υπηρέτησε, παραβρέθηκε στη σταύρωσή του, πήγε μαζί με τις άλλες μυροφόρες στον τάφο Του και διακήρυξε την Ανάστασή Του. Η οικογένεια έμενε στην Καπερναούμ ή τα περίχωρά της.
Ο Ζεβεδαίος κι οι γιοι του ήταν ψαράδες, ενώ οι δύο αδερφοί του συνεργάζονταν στην αλιεία. Ο Ιωάννης, όπως υπονοεί ο ίδιος, ήταν αρχικά μαθητής του συνωνύμου του Προδρόμου. Όταν κλήθηκε από τον Ιησού, Τον ακολούθησε στην Κανά της Γαλιλαίας και στην Καπερναούμ. Ύστερα ξαναγύρισε στο επάγγελμά του, (αλιέα), ώσπου κλήθηκε οριστικά από τον Κύριο και Τον ακολούθησε με τον αδερφό του Ιάκωβο
Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης αποτελούσαν τους πιο αγαπημένους μαθητές του Κυρίου. Εκείνους μόνο δέχεται κοντά Του, όταν ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, μπροστά σ’ εκείνους μεταμορφώθηκε. Εκείνους πήρε μαζί Του στη Γεσθημανή, όταν πήγε εκεί να προσευχηθεί. Κι από τους τρεις, ο Ιωάννης ήταν ο πιο έμπιστος, γι’ αυτό και σ’ εκείνον εμπιστεύτηκε την Θεοτόκο, κατά την σταύρωση.
Μερικοί ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι ο Ιωάννης κι ο Ιάκωβος ανήκαν στην κίνηση των Ιουδαίων ζηλωτών, δηλαδή που ήταν εναντίον της πληρωμής φόρων στους Ρωμαίους κατακτητές και που επιδίωκαν την άμεση εγκατάσταση της βασιλείας του Θεού στη γη, με τη βίαιη αποτίναξη του ρωμαϊκού ζυγού. Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στα εξής δυο περιστατικά:
Κάποτε οι γιοι του Ζεβεδαίου ζήτησαν από τον Κύριο πρωτοκαθεδρία στη Βασιλεία Του. Δεν είχαν καταλάβει πως αυτή ήταν ουράνια. Νόμιζαν ότι Αυτός θα έμπαινε στα Ιεροσόλυμα, ως επίγειος βασιλιάς. Γι’ αυτό τους είπε: «Δεν ξέρετε, τι ζητείτε». (Μάρκ 35-38). Αργότερα όταν αποφάσισε να πάει στα Ιεροσόλυμα, έστειλε αγγελιοφόρους, που μπήκαν σ’ ένα χωριό των Σαμαρειτών για να προετοιμάσουν τον ερχομό Του. Οι Σαμαρείτες δεν Τον δέχτηκαν, οπότε ο Ιωάννης κι ο Ιάκωβος Του είπαν: «Θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους κατακαύσει, όπως έκανε ο προφήτης Ηλίας;». Ο Χριστός όμως τους κοίταξε αυστηρά και τους επιτίμησε: Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας; Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να καταστρέψει, αλλά για να σώσει τον άνθρωπο». (Λουκ 51-56).
Αυτά αιτιολογούν ίσως το παρωνύμιο «Βαανεργές» (= γιοι βροντής), που είχε δώσει ο Ιησούς, στους δύο αδερφούς για τη θυελλώδη ιδιοσυγκρασία τους. Πάντως, σύμφωνα με την πατερική παράδοση αυτό δηλώνει και την υψηλή θεολογική τους σκέψη.
Μετά τη σύλληψη του Χριστού μας, ο Ιωάννης τον ακολούθησε μέχρι τον αρχιερέα Καϊάφα, που ήταν γνωστός του, μεσολάβησε μάλιστα για να περάσει κι ο Πέτρος στην αυλή. Ήταν ο μόνος μαθητής του Χριστού που Τον ακολούθησε μέχρι τον Γολγοθά, όταν όλοι οι άλλοι κρύφτηκαν «από τον φόβο των Ιουδαίων».
Μετά την Ανάσταση του Ιησού, μόλις έμαθε από τη Μαγδαληνή Μαρία ότι το μνήμα βρέθηκε κενό κι η ταφόπλακα κυλισμένη, έτρεξε πρώτος εκεί κι όταν είδε τα οθόνια και το σονδάριο του Νεκρού καταγής, συνειδητοποίησε ότι Αυτός είχε αναστηθεί εκ νεκρών.
Από τις Πράξεις των Αποστόλων, μαθαίνουμε ότι ο Ιωάννης συνεργάστηκε, αρχικά με τον Πέτρο στην Ιεραποστολή. Μετά τη θεραπεία του χωλού στο Ναό και το κήρυγμα του Πέτρου στο πλήθος, οι Ιουδαίοι τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στο συνέδριο, όπου ομολόγησαν ευθαρσώς την πίστη στον Ναζωραίο. Αργότερα στάλθηκαν από την Εκκλησία των Ιεροσολύμων στη Σαμάρεια για να μεταλαμπαδεύσουν το Άγιο πνεύμα σε όσους είχαν πιστέψει και βαπτιστεί απ’ τον απόστολο Φίλιππο.
Η τελευταία πληροφορία της Καινής Διαθήκης για τον άγιο Ιωάννη δίνεται στην επιστολή του απόστολου Παύλου προς τους Γαλάτες, όπου ο Παύλος αναφέρει ότι κατά την δεύτερη περιοδεία στα Ιεροσόλυμα συνάντησε τον Πέτρο, τον αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Ιωάννη τον Θεολόγο, τους οποίους αποκαλεί «στύλους».
Σύμφωνα, με την εκκλησιαστική παράδοση, ύστερα από μια μακρά περίοδο ιεραποστολικής δράσης στην Παλαιστίνη, ο Ιωάννης εγκαταστάθηκε στην Έφεσο, πόλη που μετά το μαρτύριο του Παύλου (64 μ.Χ.) και την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τους Ρωμαίους (70 μ.Χ,) ήταν εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς στη Μικρά Ασία ζούσε το πιο ζωντανό τμήματος του πληρώματος της Εκκλησίας.
Στον διωγμό του Διοτιανού (81-96 μΧ), ο Ιωάννης μεταφέρθηκε δέσμιος στη Ρώμη, όπου οι δήμιοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα μεγάλο δοχείο με καυτό λάδι. Απ’ αυτό ο άγιος βγήκε αβλαβής, κατά τον Τερτυλλιανό.
Ύστερα εξορίστηκε στο νησί της Πάτμου, όπου θεόπνευστα έγραψε την Αποκάλυψη. Μετά το θάνατο του Δομετιανού, επέστρεψε στην Έφεσο, όπου έδρασε με ζήλο για τον Χριστό, μέχρι την μετάστασή του.. Εκεί τελευταίος από τους άλλους Ευαγγελιστές, έγραψε το Ευαγγέλιό του, καθώς και τις τρεις Καθολικές Επιστολές του.
Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς διασώζουν διάφορες διηγήσεις από την δράση του Ιωάννη στην Ασία. Ο Ευσέβιος Καισαρείας που έγραψε την Εκκλησιαστική Ιστορία, αναφέρει ότι ανέστησε έναν νεκρό. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει ότι πήρε τα βουνά για να σώσει έναν πιστό, που άφησε την χριστιανική ζωή κι ακολούθησε τον δρόμο του ληστή.
Ο Ειρηναίος Λουγδούνου της Γαλλίας (σημερινή Λυών0 στο «Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», αναφέρει ότι, τόσο αποστρεφόταν τους αιρετικούς, ώστε όταν κάποτε πήγε σ’ ένα δημόσιο λουτρό («βαλανείον) και είδε εκεί τον αιρετικό Κήρινθο, είπε στους δικούς του να φύγουν αμέσως ‘μη και το βελανείον συμπέση ένδον όντος Κηρίνθου, του της αληθείας εχθρού».
Ο άγιος Ιερώνυμος, στην «Ερμηνεία της προς Γαλάτας Επιστολής του αποστόλου Παύλου» σημειώνει πως ο Ευαγγελιστής έφθασε σε βαθιά γεράματα, πήγαινε υποβασταζόμενος στις συναθροίσεις των πιστών, όπου κι αν γίνονταν.
Και τότε σ’ αυτή την περασμένη ηλικία μην μπορώντας πια να διδάξει, επαναλάμβανε πάντοτε μια μόνο φράση, στην οποία συμπυκνώνεται όλη η χριστιανική διδασκαλία: «Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους». Τέλος, ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος γράφει ότι κάποτε έπαιζε με μια εξημερωμένη χαριτωμένη πέρδικα, οπότε ένας κυνηγός, που τον είδε, απόρησε, πως ένας σοβαρός και σεβάσμιος γέροντας περνούσε την ώρα του μ’ ένα τέτοιο απλοϊκό και φυσικό παιχνίδι.
Κι ο Ευαγγελιστής του εξήγησε ότι, όπως η χορδή του τόξου δεν πρέπει να είναι πάντοτε τεντωμένη, για να μην χαλαρώσει και χάσει την ευελιξία κι ελαστικότητά της, έτσι και το πνεύμα του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την ηλικία του, έχει ανάγκη διαλείμματος κι αναπαύσεως και λίγο χαλαρότητας από ένα πολύωρο σφίξιμο και συνεχή ένταση, ώστε να μην αποκάμει.
Ο Ιωάννης κοιμήθηκε ειρηνικά στην Έφεσο, όταν κυβερνούσε ο αυτοκράτορας Τραϊανός στη Ρώμη (98-117 μ. Χ.), και μάλιστα κατά το έβδομο έτος της βασιλείας του, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ευσεβίου Καισαρείας. Ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία, πάνω από εκατό χρόνια συνεχούς προσφοράς στον άνθρωπο, που εύκολα κλονίζεται εύκολα, καθημερινώς από πολλούς πειρασμούς. Η Εκκλησία μας όρισε να εορτάζεται η μνήμη του στις 26 Σεπτεμβρίου και στις 8 Μαΐου κάθε χρόνο.
