Αναρτήθηκε στις:21-09-17 10:49

Αμισός, ματωμένη από τη γενοκτονία


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Αρχές του 19ου αιώνα κι ο Ελληνισμός ανθίζει στην πανέμορφη Αμισό (σημερινή Σαμψούντα). Τα βαπόρια του Κιουρτζή και του Καμβατζίδου διέσχιζαν συνέχεια τον Εύξεινο Πόντο μεταφέροντας προϊόντα, και σηματοδοτούσαν τον θρίαμβο της ελληνικής έξαρσης, κι οικονομικής άνθησης.

Η προκείμενη πολιτεία είναι πια ένα φημισμένο λιμάνι. Προξενεία, πρακτορεία διεθνών μεταφορών, υποκαταήματα τραπεζών,, ακόμη κι η ιδιωτική τράπεζα των Αφών Ανταβάλλογλου, μιλούν όλα για την οικονομική ακμή της Αμισού.

Έφθασε ο Ιούλιος του 1914. Τα σύγνεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σκοτείνιασαν τη γη. Συγκεκριμένα στις 20 Ιουλίου 1914 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξαν γενική επιστράτευση. Το σάλπισμα αφορούσε το σύνολο των εθνοτήτων, που κατοικούσαν στην τουρκική επικράτεια, για να φανεί η καθολικότητα, η συνοχή κι η ομοθυμία, με ηλικία στρατευσίμων από 19 μέχρι 45 ετών.

Όλοι έπρεπε να πάρουν μέρος στον πόλεμο, για να φανεί η καθολικότητα κι ομοφροσύνη των Τούρκων, οι οποίοι εξάλλου ήθελαν να περιορίσουν το κόστος τους και συνάμα να μειωθούν οι μειονότητες. Τότε επιστρατεύτηκαν κι όλοι οι νέοι της Αμισού, που υπήρξαν ο κύριος στόχος των Τούρκων Αυτούς τους νέους έστειλαν σκόπιμα στο Σεχτήρ της Σεβάστειας, να υπηρετήσουν στα «τάγματα «εργασίας», όπως τα έλεγαν.

Με αυτή την ένταξη των Ελλήνων στα «τάγματα εργασίας», ήθελαν αφενός να αξιοποιήσουν την ελληνική σωματική ρώμη κι αφετέρου να τους εξοντώσουν σίγουρα μέσα σε αντίξοες συνθήκες και φρικτές κακουχίες. Παράλληλα όσοι υφίστανται αυτή τη διαδικασία θανάτου, αμαύρωναν την οικογένειά τους, ενώπιον των τουρκικών αρχών.

Τον Σεπτέμβριο του 1916 στην περιφέρεια της Αμισού, οι Τούρκοι κρεμούσαν τους νέους, σε κάποια ξύλινη προεξοχή, έξω από την πόρτα του σπιτιού τους, ώστε αυτά να χαρακτηρισθούν ως αντιφρονούντων και να είναι εις γνώση και συμμόρφωση των οικείων, με το πρόσχημα ότι ήταν φυγόστρατοι. Στην πραγματικότητα το έγκλημα αυτών των νέων ήταν ότι απέφευγαν και δεν ήταν πρόθυμοι να χύσουν το αίμα τους, υπερασπίζοντας μια ξένη πατρίδα.

Τα άψυχα σώματα των νέων αυτών μεταφέρονται με επιτεταγμένες ελληνικές βοϊδάμαξες στο κέντρο της Αμισού, τόσο για παραδειγματισμό όσων Ελλήνων δεν αλλοξοπιστούσαν, όσο κι αυτών που απειθούσαν στις τουρκικές αρχές.

Ρίχνονταν όπως νάταν πάνω στις καρότσες, στο σωρό, ώστε αφενός να φαίνονται οι σκοτωμένοι πιο πολλοί, αφού θα δυσκόλευαν το μέτρημα κι αφετέρου να μην τους δίνεται η παραμικρή τιμή, της τάξης, έστω και μετά θάνατο. Στη συνέχεια αυτά, πάλι ανακατωμένα, τοποθετούνταν στο προαύλιο του Φρουραρχείου.

Μια μεγάλη επιγραφή, «ερημμένη ατάκτως» επάνω στα πτώματα, ενημέρωνε τους περαστικούς για την αιτία της δολοφονίας και της όλης μεταχείρισής τους: «Φυγόστρατοι - Τροφοδότες (υποθάλποντες, αποκρύβοντες) φυγόστρατους», μερικές από τις πιο συνηθισμένες φράσεις.

Στις 27 Δεκεμβρίου του έτους 1916, ο τουρκικός στρατός πολιορκεί την Αμισό. Στην κεντρική πλατεία της Άνω Αμισού συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι, σύμφωνα με την διαταγή, κατά την οποία δεν θα εξαιρούνταν ούτε οι άρρωστοι, ούτε οι λεχώνες με τα μωρά.

Κι έτσι, όπως ήταν μαζωμένοι όλοι 4.000 ψυχές και πλέον, με τα ρούχα που φορούσαν εκείνη τη στιγμή επάνω τους, όλοι Έλληνες μόνον, προκειμένου να εκτοπισθούν στα βάθη της Ανατολής. Χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί, για το πώς θα περνούσαν, αυτοί οι άνθρωποι μέσα από δάση, λαγκάδια, απόκρημνα φαράγγια και χιονισμένα βουνά ή άνυδρες στέπες κι ερήμους.

Η ταλαιπωρία αυτή συνάδει εξάλλου, με τον αντικειμενικό στόχο της φυσικής εξόντωσης των Ποντίων, πράγμα που θα υλοποιούσε τέλεια τον τελικό σκοπό των Τούρκων για το εκρίζωμα των Ελλήνων του Πόντου από τις προϊστορικές πατροπαράδοτες προγονικές εστίες, ώστε κατά τον Κεμάλ, να τείνουν προς επίτευξη εθνικής κάθαρσης πάνω στο πολύχρωμο μωσαϊκό των διάφορων εθνοτήτων της χώρας, εννοώντας την γενοκτονία, την οποία πρόφερε έτσι, με άλλες λέξεις, για να φαίνεται εύφημη η ρήση.

Στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, έφταναν συνέχεια εκθέσεις για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε στην Αμισό και την ευρύτερη περιφέρειά της… Ακόμη άλλα είκοσι οκτώ χωριά πυρπολήθηκαν μέσα σ’ ένα εβδομαδιαίο διάστημα, στοχεύοντας στον αφανισμό τους και στην εξάλειψη απ’ τον χάρτη, γιατί απέπνεαν ελληνική ευωδία. Η έναρξη της πυρπόλησης έγινε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του έτους 1917, χωρίς φυσικά να συμπεριλαμβάνονται, όσα είχαν πυρποληθεί ολοσχερώς, στον προηγούμενο μήνα, Δεκέμβριο.

Τα ανήμπορα γυναικόπαιδα, τάχα αντιμετώπιζαν ηπιότερες κλιματολογικές, ομαλότερες εδαφολογικές και μεταχείρισης συνθήκες και γι’ αυτό απεστάλησαν ξεχωριστά, αλλά με πεζοπορία, μέσα σε καταιγίδες και χιόνια, στα βιλαέτια Σεβαστείας κι Αγκύρας.

Νήπια, μικρά αγόρια και κορίτσια, λεχώνες με μωρά στην αγκαλιά, έγκυες, ασθενείς, γριές και γέροντες με πατερίτσες και κάθε μορφής ανίσχυροι, ωθούνται από τόπο σε τόπο, όπου διανυκτερεύουν ο ένας πάνω στον άλλο, κατά χιλιάδες μέσα σε χαμόσπιτα ή χάνια. Σ’ αυτά διαμένουν, χωρίς ψωμί ή άλλη τροφή.

Πολλοί αιχμάλωτοι Έλληνες, ενώ θα έμειναν προσωρινά σ’ αυτούς τους καταυλισμούς, όπως τους είπαν, τελικά έμειναν περισσότερο και σύμφωνα με έναν τρέχοντα υπολογισμό, ο αριθμός τους υπερέβηκε ήδη τις είκοσι χιλιάδες και συνέχεια ακολουθούσε ανοδικό ρυθμό.

Επιπλέον, άλλες οκτώ χιλιάδες, ειδικά από τους κατοίκους ισάριθμων χωριών της Αμισού, είχαν σταλεί στο εσωτερικό της αχανούς Ανατολίας Διαρκώς αυτοί οι όμηροι έπαιρναν την ανιούσα. Πολλές οι ομάδες των εκτοπισμένων σύρονταν από σκοτεινές και κακοτράχαλες διαδρομές, μέσα στο δριμύ κρύο του χειμώνα κι άναβαν φωτιές για να ζεσταθούν λίγο στο ύπαιθρο που σταματούσαν για να ξανασάνουν.

Η ανακωχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδωσε μια μικρή και πρόσκαιρη, αλλά απατηλή ανάσα στον Ελληνισμό του Πόντου. Όσοι από τους εξόριστους επέζησαν από την θύελλα του φοβερού αυτού εκπατρισμού, επέστρεψαν στον τόπο διαμονής τους, διασχίζοντας πάλι τις τεράστιες αποστάσεις.

Όμως οι βιαιοπραγίες των Τούρκων θα συνεχίζονταν σε δεύτερο κύκλο, μέχρι να επιτευχθεί οριστικά κι ολοκληρωμένα ο σκοπός της εκρίζωσης από τις πατροπαράδοτες και κληρονομικές καταβολές που μεγαλούργησαν με την οξύνοια του πνεύματος από τα πανάρχαια χρόνια..

Συγκεκριμένα μετά από ολιγοετή ανάπαυλα, κατά το καλοκαίρι του έτους 1921 σε εννέα οργανωμένες αποστολές θανάτου, οι κάτοικοι της Αμισού θα ξαναέπαιρναν τον γνωστό πια δρόμο για την εξορία, ενώ πολλοί μαζικά θα δολοφονούνταν, μετά από φρικτά βασανιστήρια.

Στις εννιά αποστολές θανάτου, που προαναφέρθηκε, πήραν τον δρόμο της εκρίζωσης έξι χιλιάδες τριακόσια πενήντα έξι Έλληνες. Απ’ αυτούς δύο χιλιάδες εκατόν ογδόντα δύο βρήκαν επώδυνο δολοφονικό θάνατο στον δρόμο, αφού προηγουμένως εισέπραξαν κάμποσες βουρδουλιές.

Από τους υπολοίπους, ελάχιστοι έφτασαν στον τόπο προορισμού τους, σώοι κι αβλαβείς. Ένας από τους πολλούς Ορθόδοξους κληρικούς, ανάμεσα σ’ αυτούς τους εξόριστους ήταν κι ο Πατέρας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος από το Μαράντ Ουσάκ της Αμισού.

Αυτός συμπεριλαμβανόταν ανάμεσα στους επιζώντες και σύμφωνα με τις έγκυρες πληροφορίες ενός αξιόπιστου αυτόπτη μάρτυρα, σώθηκαν απ’ το μακελειό αυτής της ομάδας, γύρω στα τριάντα άτομα κι αυτά μόνον κατάφεραν να γυρίσουν στα σπίτια τους.

Η ταφόπλακα για τον Ελληνισμό της Αμισού, όπως κα τον υπόλοιπο ακμάζοντα ανθηρό Ελληνισμό του Πόντου, θα έμπαινε οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, το έτος 1924, με την υποχρεωτική Ανταλλαγή των Πληθυσμών.

Θα ανταλλάσσονταν από τους Έλληνες, όσοι κατάφεραν να γλυτώσουν από το φονικό μένος των βάρβαρων κι απάνθρωπων Τούρκων, που εισήγαν στα μέρη μας, με το χατζάρι και την πυγμή τον πολιτισμό του Ανατολίτη, πρωτόγνωρο κι αγροίκο για τον δικό μας δυτικό. Λοιπόν, η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,, μαζί με εκείνη της υπόλοιπης χερσονήσου της Μικράς Ασίας, πρόσθεσε μια απ’ τις σπάνιες, κατάμαυρη σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ