Αναρτήθηκε στις:08-07-17 12:15

Η κοίμηση του Παλαιών Πατρών Γερμανού


Γράφει ο Ηλίας Καραθάνος

Έχει ιδιαίτερους σταθμούς και μνήμες, γεγονότα και πρόσωπα, μπροστάρηδες και πρωταγωνιστές η ιστορία, που σαν στέκεις μπροστά τους νοιώθεις δέος και σεβασμό και περηφάνια και παίρνεις σφοδρή δύναμη, γιατί εμπνέουν και παραδειγματίζουν, με την αυτοθυσιαστική κι ανιδιοτελή τους πρακτική, αν βέβαια ακολουθούν την δεοντολογία και την ηθική τακτική που ταιριάζει στον πραγματικό κι αληθινό ηγέτη.

Κι ας έχουν περάσει κοντά στα διακόσια χρόνια από τότε, στις 30 Μαΐου 1826. Η «Γενική εφημερίς της Ελλάδος» δημοσίευσε την είδηση την είδηση της μετάστασης του πανιερώτατου μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Το σεπτό σκήνωμά του ακολούθησαν με συγκίνηση, αναφιλητά, σύγκορμο και ποτάμια δάκρυα στα μάτια πλήθη λαού, αφενός για να αποχαιρετήσουν τον ηρωικό ιεράρχη στην τελευταία του κατοικία κι αφετέρου να ευλογηθούν απ’ αυτόν, που στεφανώνεται με την ποικίλη φιλοπάτριδα δράση του.

Αγνός, απλός και ταπεινός στη ζωή του, πιστός στο εθνικό του χρέος και καθήκον, μεγαλόκαρδος στην ψυχή, μεγαλοπρεπής κι επιβλητικός στο ύφος και το καμαρωτό παράστημα, αλύγιστος κι όμως προσηνέστατος, πολύπειρος κι ωστόσο αδιάφθορος, εύγλωττος αλλά εχέμυθος,

Στάθηκε και μάλιστα ξεχώρισε από τις επιφανείς μορφές των Αγωνιστών της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821, σαν πιο σημαντική. Συμμετείχε σ’ αυτόν τον μεγάλο Αγώνα, που κλείνει την «αυλαία» της οθωμανικής κυριαρχίας κι ανοίγει διάπλατα τη στενή πύλη της απελευθέρωσης των Ελλήνων.

Ο πολυγραφότατος ιστορικός Γόρδων μεταξύ των άλλων διεξοδικών, υπογράμμισε για τον Εθνεγέρτη του Μοριά, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό ότι «τα υψηλά εκκλησιαστικά καθήκοντά του και η δραστηριότης του, ενέπνεαν τον ελληνικόν λαόν».

Κι ο Γάλλος εμπεριστατωμένος ιστορικός συγγραφέας, ταξιδιωτικός επισκέπτης και Πρόξενος που πέρασε πολλά ελληνικά μέρη λόγω των ιδιοτήτων του, Πουκεβίλ επισήμανε ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός «ήταν πολύ μορφωμένος, ικανός και ενάρετος» και σε άλλο σημείο της αναφοράς του: «Ηγέτης συνετός και άνδρας γενναίος».

Ο Επίσκοπος Γερμανός ορθώνει το ανάστημά του μπροστά μας και μας εμπνέει ζήλο κι αγωνιστικό παλμό, όχι μονάχα επετειακά, αλλά σε κάθε περίσταση, ακόμη και για τους σημερινούς πνευματικούς αγώνες! Λοιπόν ας παρακολουθήσουμε ενδεικτικά, κάποιες στιγμές της ζωής του, που τη σηματοδοτούν.

Καταγόταν από τη Δημητσάνα, όπου και γεννήθηκε από φτωχή οικογένεια, με πολύ χαμηλό γεωργικό εισόδημα. Στις 25 Μαρτίου 1771 μ.Χ., Μεγάλη Παρασκευή, τη δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, ο κατά κόσμο Γεώργιος Γκόζιας, λαϊκός ακόμη όντας, φοιτούσε στην ξακουστή Σχολή της Δημητσάνας

Όταν χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρακολουθούσε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη πειραματική Πατριαρχική Σχολή και Σχολή της Χάλκης Το Μάιο του έτους 1806, σε ηλικία 36 ετών, ανέλαβε τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης και χειροτονήθηκε Επίσκοπος, αφού τον δεύτερο βαθμό του Ιερέα, μόλις πριν από 1 χρόνο.

Ενθρονίστηκε με τιμές στον χηρεύοντα θρόνο των Πατρών, ως μητροπολίτης. Εκεί, ο λαός των Πατρών, τον περιέβαλε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό κι αφοσίωση. Τα χρόνια της προετοιμασίας της Επανάστασης είχε δυναμική συμβολή.

Ανέπεμψε ευλογίες στα προτεινόμενα όπλα, καρυοφύλλια, γιαταγάνια, πιστόλες, που έτσι κατέστησε «ιερά», καθώς αποσκοπούν στη\ λύτρωση κι απελευθέρωση από τους Τούρκους. Επίσης, ευλόγησε την πρώτη εθνική σημαία που έφερνε έντονο μπλε χρώμα σε άσπρο φόντο, στο κεντρικό πλαίσιο, ενώ το κοντάρι κατέληγε σε ασημένιο σχήμα Σταυρού.

Δεήθηκε για την αίσια έναρξη του Αγώνα, στην οποία είχε ηθική, υλική κι ατομική συμμετοχή, ιδιαίτερα για τους αγωνιστές, τους ενέπνευσε θάρρος, αισιοδοξία, ελπίδα, ενθουσιασμό, αυταπάρνηση, αυτοθυσιαστική πρακτική και θυσιαστική διάθεση σε όλο το λαό.

Στη συνέχεια, έστειλε εγκύκλιο στους προξένους των ξένων δυνάμεων, συντονίζοντας για τον σκοπό της λύτρωσης και της απελευθέρωσης, ζητώντας υποστήριξη για την εξέγερση και προστασία, ενώ εκθείαζε την ελληνική ρώμη και περιέγραφε τα δεινά που υπέφεραν οι Έλληνες από μια βάναυση δουλεία του Ανατολίτη Τούρκου.

Παρακάτω εκτίθενται λίγες γραμμές από την ως άνω «διακήρυξη» προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, στην οποία πρώτος από τους παρευρισκομένους, υπέγραψε, σε περίοπτη μάλιστα θέση, που ξεχώριζε από τους άλλους, τους οποίους κι εδώ ακόμη εμψύχωνε, έστω και με αυτόν τον τρόπο.

«Ημεί το Ελληνικόν των Χριστιανών, βλέποντας ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος και σκοπεύει τον όλεθρον εναντίον μας… επιφέροντας μάλιστα μακροπρόθεσμες δυσμενείς συνέπειες. … απεφασίσαμεν σταθερώς ή να αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν…».

Την περίοδο του εμφυλίου σπαραγμού, αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν υιοθετούνταν και δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Χρυσοποδαρίτισσας

Απ’ εκεί, αργότερα ενεργοποιήθηκε, σαν δραστήριο μέλος της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου, αλλά δεν παρέμεινε επί πολύ σ’ αυτή τη θέση, γιατί τον πρόλαβε ο Χάρος. Καταπονημένος, τόσο από την αγωνία του Απελευθερωτικού Αγώνα, τον οποίο υπηρέτησε ενεργά κι από ηθικής άποψης κι από υλικής συνδρομής κι από προσωπικής συμμετοχής στο επίπεδο του πολιτικού στίβου και στο πεδίο των μαχών, όσο κι από την αυστηρή ασκητική που ακολουθούσε και τις κακουχίες, στις οποίες υπέβαλλε εκουσίως τον εαυτό του, για λόγους, ταπεινοφροσύνης, λιτότητας και σκληραγωγίας.

Ήρεμος κι ήσυχο;, παρέδωσε την ψυχή του στην αγκαλιά του Κυρίου, κατακτώντας την αιωνιότητα, καθώς έφυγε για το αιώνιο ταξίδι στις 30 Μαΐου 1826. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν για να ενταφιαστούν, στην γενέτειρά του, Δημητσάνα με ξεχωριστές τιμές, σε σχηματισμό πομπής και διάταξη λιτανείας, με τον Σταυρό επικεφαλής και στη συνέχεια εξαπτέρυγα, εικόνες αγίων, λάβαρα, κλήρος και πολύ λαός.

Στο μέσο ήταν τα λείψανα που φέρονταν πάνω στους ώμους τεσσάρων παλικαριών φουστανελάδων κι εκατέρωθεν δύο ιερείς θυμιάτιζαν ενώ ο ιεράρχης που χοροστατούσε, σκορπούσε αριστερά - δεξιά, μυρωμένο αγίασμα, που ανέδυε ευωδία κι όμως περίσσευε η πίστη πλήθους, αρχόντων και κλήρου, όλοι σε ταλαιπωρία ποδαρόδρομου, παρά την απόσταση. Από καιρό σε καιρό, σε ισιώματα κι επίκαιρα σημεία του δρόμου σταματούσαν για να ξανασάνουν κι ανέπεμπαν δεήσεις και δοξολογίες.

Εκεί, φυλάσσεται και τώρα, μέσα στην ευρύχωρη αίθουσα υποδοχής, τη λεγόμενη «μεγάλη» της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της ομώνυμης Σχολής. Το έτος 1930, οι κάτοικοι της Δημητσάνας ανόρθωσαν απονέμοντας ιδιαίτερη τιμή στον Επίσκοπο, χάλκινο άγαλμα, στη θέση «Καλλιθέα», στην είσοδο της κωμόπολης της Δημητσάνας.

Στη βάση του προκείμενου αγάλματος του Ιεράρχη, τοποθετήθηκαν συμβολικά δύο μαρμάρινα αγάλματα, ένα που παρουσιάζει την Ελλάδα στη μορφή μιας σεμνής και περίλυπης γυναίκας και το άλλο ενός ρωμαλέου Έλληνα αγωνιστή.

Στα τελευταία του χρόνια, βλέποντας σχεδόν ολοκληρωμένη τη ζωή του και σωφρονισμένα κι ώριμα, έγραψε τα Απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821, μέχρι το τέλος του έτους 1822.

Αποδίδοντας φόρο τιμής στον γενναίο κι οραματιστή Ιεράρχη, που συμπληρώνονται φέτος 190 χρόνια από τη μετάστασή του, ας εμπνευστούμε από τους υπέροχους στίχους του διακεκριμένου ποιητή, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

«Στου Γερμανού το μέτωπο, κρυφά γλυκοχαράζει του Γένους το ξημέρωμα…». Ας ικετεύουμε τον Θεό μας μέσω του Επισκόπου, μυστικά για να μας χαρίσει και τώρα λευτεριά και την ανόρθωση τούτου του τόπου, που βάλλεται κι αγκομαχά σε δρόμους δύσκολους και μεθοδευμένους ατραπούς και στημένα μονοπάτια, που καραδοκούν το αμφιταλαντευόμενο κι επικίνδυνο διάβα μας.

Το τιμημένο κι αγιασμένο ράσο, μακάρι να τίθεται πάντα μπροστάρης σε όλους τους κοινωνικούς κι απελευθερωτικούς κι οικονομικούς, άνισους αγώνες, γιατί διαπνέεται από αλήθεια κι ανιδιοτέλεια και συνάμα εμπνέει εμπιστοσύνη κι ασφάλεια!




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ