Αναρτήθηκε στις:06-07-17 14:51

Ένας αιώνας από τη γενοκτονία του Πόντου


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Σχεδόν όλοι από μας έχουμε ρίζες προσφυγιάς, είτε από τον Πόντο, είτε από την Μικρά Ασία, καθώς από όλες τις προγονικές μας, αρχαιοελληνικές εστίες, από προϊστορικής ακόμη περιόδου, βάλθηκαν οι Τούρκοι όχι απλώς να μας εκκαθαρίσουν και να μας προδιαγράψουν απ’ εκεί συγχρόνως, αλλά να μας αφανίσουν κιόλας ομαδικά, ώστε να μην ξαναφυτρώσει στην ευρύτερη, έστω περιοχή, ο ελληνικός σπόρος έτσι οργανωμένος.

Μάλιστα το μέγεθος της δίωξης των Ελλήνων από τον Πόντο, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, γιατί το πλήγμα για τον Ελληνισμό ήταν η 19η Μαΐου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, η ψυχή μας τότε κάθε χρόνο, γυρίζει πίσω, στα αγιασμένα χώματα

Κι η μνήμη φέρνει μπροστά μας, να ξετυλίγεται το δράμα ενός λαού, καθαρόαιμου ελληνικού δυναμικού, που έζησε ακμάζοντας στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Στο βορειοανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας, από την Ινέπολη μέχρι το Βατούμ και σε βάθος ως 300 χιλιόμετρα στο εσωτερικό, από την Αμάσεια και τη Νικόπολη μέχρι την Αργυρούπολη, για αιώνες ήταν αποκομμένοι από τον εθνικό μας κορμό, αλλά δεν έχασαν την πίστη και την εθνική τους ταυτότητα.

Παρά τους συνεχείς αιματηρούς διωγμούς, αυτοί άντεξαν μέχρι την τελική γενοκτονία, η οποία συμβατικά, μπορεί να τοποθετηθεί σε σχετικά ευρύ χρονικό πλαίσιο, μεταξύ του έτους 1916 και του 1923. Περίπου δηλαδή πέρασε ένας αιώνας από τα «κατορθώματα» τότε των Τούρκων.

Κι η ιστορία ξεδιπλώνεται και πάλι στην επικαιρότητα και το προσκήνιο, μπροστά μας… Ξαναζούμε στην φαντασία μας τους ιταμούς κι απηνείς διωγμούς των Νεοτούρκων και των Τσετών εναντίον κι άμαχων γυναικόπαιδων, που στις αρχές του 20ου αιώνα μ.Χ., με σημαία το τρίπτυχο «ένα κράτος, μια θρησκεία, ένας λαός», με συμβουλάτορες τους Γερμανούς αξιωματικούς, και με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, που κοιτούσαν μόνον τα συμφέροντά τους, σχεδίασαν το αποτρόπαιο έγκλημα πολλαπλών γενοκτονιών.

Oι πρωταγωνιστές της προκειμένης θηριωδίας αποσκοπούσαν στη μετατροπή της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας σε ομοιογενές εθνικό τουρκικό κράτος. Επομένως έπρεπε όλοι οι Χριστιανοί της επικράτειας ή να εκτουρκιστούν ή να εκλείψουν.

Γι’ αυτό λίγο μπροστά προηγήθηκε η εξολόθρευση με την γενοκτονία των Αρμενίων, η οποία πραγματοποιήθηκε το έτος 1915. Οι Τούρκοι μετά απ’ αυτή είχαν σκοπό να υλοποιήσουν των Ελλήνων. Έπρεπε όμως για να ξεγελάσουν την διεθνή κοινότητα να δοθεί μια νομιμοφάνεια στο παρόν ειδεχθές έγκλημα, διά της σκόπιμης ολιγωρίας αυτής.

Είχε ήδη αρχίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο, η Τουρκία κι η Ελλάδα ήταν αντίπαλες κι αντιμαχόμενες χώρες. Επειδή οι Έλληνες του Πόντου ανήκαν στην Εθνοφυλακή, υπήγοντο στον στρατιωτικό νόμο κι ήταν εξοπλισμένοι, με πρόσχημα την ασφάλεια του κράτους, , οι άνδρες λοιπόν, παραγωγικής ηλικίας, 20-50 ετών, σύρθηκαν στα καταναγκαστικά έργα, τάγματα εργασίας, τα λεγόμενα «αμιλέ ταμπουρού».

Με ακραίες και άθλιες συνθήκες κι απάνθρωπες καταστάσεις, την πιο παραγωγική ηλικία (άνδρες 20-50 ετών) επιστράτευαν, με το πρόσχημα ότι υπηρετούσαν στην εθνοφυλακή κι επομένως πως γι’ αυτούς ίσχυε ο στρατιωτικός νόμος. Τους έστειλαν λοιπόν, στο εσωτερικό της χώρας, για να σπάζουν πέτρες και ν’ ανοίγουν δρόμους, εκτεθειμένοι, μέσα στο καταχείμωνο με χιόνι ή δριμύ ψύχος και στο κατακαλόκαιρο, στο λιοπύρι και καύσωνα.

Πολλοί υπέκυπταν σ’ αυτές τις εξοντωτικές συνθήκες, άλλοι προσβάλλονται από τύφο και χολέρα ή άλλες επιδημίες, που σχετίζονται με την υγιεινή, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν κατά χιλιάδες. Πολλοί άλλοι εξάλλου για να γλυτώσουν από τη ρώσικη ρουλέτα του θανάτου, λιποτακτούσαν και χαρακτηρισμένοι κι ανενεργοί πλέον, γιατί προφυλάσσονταν απ’ την δημοσιότητα, γύριζαν στις οικογένειές τους.

Άλλοι πάλι, έπαιρναν διάπλατα τα βουνά και κατατάσσονταν σε αντάρτικα σώματα, έχοντας τον ίδιο απώτερο στόχο κι αγκαλιάζοντας συγχρόνως εκ προοιμίου, τον ελεύθερο αέρα της φύσης. Οι Τούρκοι προβαίνοντας σε αντίποινα λεηλατούσαν (έκαναν πλιάτσικο) κι έκαιγαν ολόκληρα χωριά αυτών των ανταρτών που τους χαρακτήριζαν ως «φυγόστρατους» από την καταδίκη σε σίγουρο αργό θάνατο.

Τα έτη 1916 και 1917, μπροστά στον απειλητικό κίνδυνο, να γενικευτεί η αντίσταση, καθώς η περιοχή του Πόντου, είχε συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, οι Τούρκοι προχώρησαν σε μαζικές εκτοπίσεις. Χιλιάδες Έλληνες, κυρίως από τις επαρχίες Πάφρας και Σαμψούντας, αλλά και Κερασούντας, εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας, στα βάθη της αχανούς Μικράς Ασίας, μια και δυο φορές, για συνολικό μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η βιασύνη κι η ωμότητα των δημίων-Τούρκων δεν τους επέτρεψε να πάρουν μαζί τους, ακόμη ούτε τα απολύτως αναγκαία, γυμνοί και ξυπόλυτοι, χωρίς τροφή, χωρίς νερό, ούτε ανάπαυση. Άνδρες και γυναίκες, γέροντες και βρέφη που δεν περπατούσαν ακόμη, αντιμετωπίζοντας τις βιαιοπραγίες, τις ύβρεις και τα χτυπήματα των Τούρκων χωροφυλάκων, βάδιζαν μια πορεία ατέλειωτη με προορισμό … το θάνατο.

Αυτός ήταν ο λεγόμενος «λευκός θάνατος», ύπουλος με ραδιουργίες, χωρίς δηλαδή εμφανή φονικά όπλα, μαχαίρι, τουφέκι, πιστόλι, πυρίτιδα κ.λ.π., πλην για εκφοβισμό και διάβρωση ηθικού φρονήματος. Βεβαίως ήταν θάνατος ανατολίτικος, «μπαμπεσιά», ένα αργό βουβό μαρτύριο.

Με αυτόν τον τρόπο ξεκληρίστηκαν ολόκληρες και μάλιστα πολυπληθείς επαρχίες. Κι ήρθε το έτος 1919, κατά το οποίο εδραιώθηκε στην εξουσία, ως αναμφισβήτητος ηγέτης ο Κεμάλ Αττατούρκ για να ολοκληρώσει πιο επιτακτικά την γενοκτονία, παίρνοντας και πιο σκληρά μέτρα.

Τα βουνά κι οι χαράδρες γέμισαν σκοτωμένους από τους άγριους Τσέτες του, που τους είχαν κατασπαράξει τα θηρία, αφήνοντας υπολείμματα από σάρκες και σωρούς κόκκαλα. Ο απολογισμός των νεκρών Ελλήνων του Πόντου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανέρχονται μέχρι το έτος 1922, σε 350.00 από τους συνολικά 700.000 Έλληνες κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Πόντου, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιδίωξη, το χατίρι, του ηγέτη Κεμάλ έπαιρνε να υλοποιηθεί, αφού είχε επιτευχθεί στο ήμισυ, οπότε θριαμβευτικά ο Αττατούρκ αναφώνησε: «Επιτέλους, τους ξεριζώσαμε». Έτσι εκφράστηκε η απερίφραστη χαρά-κακεντρέχειά του, μόλις άρχισε να διαφαίνεται η επέλαση θεαματικού αποτελέσματος.

Όσοι επέζησαν βρήκαν καταφύγιο στη νότια Ρωσία. Τα τελευταία ελληνικά πληθυσμιακά υπολείμματα γύρω στις 325.000 ήρθαν το έτος 1923 στην μητέρα-Ελλάδα (δεν κτύπησαν επιλεγμένες πόρτες, όπως γίνεται με τους σημερινούς «πρόσφυγες;), ως πρόσφυγες, με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Κανένας Έλληνας δεν έμεινε στην ιστορική του κοιτίδα το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, εκτός από αυτούς που βίαια εκτουρκίστηκαν ή εξισλαμίστηκαν. Ένας αιώνας μετά κι ο Πόντος είναι το ίδιο βαθύς, αλλά όμως ζει για πάντα στις καρδιές μας, γιατί κυριολεκτικά, αυτή η πατρίδα δεν χάθηκε.

Κι αυτό δεν συνέβη, γιατί πατρίδα είναι εκείνα τα ιερά χώματα, που μετουσιώνονται στα άγια λείψανα και τις εικόνες (πρώτη την Παναγία Σουμελά) που έφεραν τότε οι παππούδες μας. Αυτή μεταφράζεται στον ήλιο που περνά κάθε πρωί απ’ τις γρίλιες των μισοερειπωμένων σπιτιών, τα οποία εγκαταλείφθηκαν εκεί. Είναι ο αγέρας που χαϊδεύει τις φουντουκιές στα λιβάδια. Είναι το κύμα που σπάει στις ακρογιαλιές της Σαμψούντας.

Ο Πόντος ζει, ακριβώς όπως ήταν τότε ανθηρός, μέσα στα όνειρά μας, τα οποία ανασταίνουν τους ήρωες και χτίζουν ξανά τις γκρεμισμένες εκκλησιές… Πρόκειται για την αγαπημένη γη «καμίαν κι ανασπάλω», που ποτέ δεν ξεχνώ, μαζί με τις άλλες πατρίδες.

Αυτό το σύντομο πόνημα, ας είναι αφιέρωμα για τον Πόντο, που σημαίνει πόνο και πόθο συνάμα. Άξιος δακρύων συγκίνησης και νοσταλγίας συνάμα, ακούγοντας για τους βάρβαρους και φοβερούς διωγμούς της σταγόνας-σταγόνα, που υπέστησαν οι ακρίτες της Φυλής μας. Με το μυαλό μας στραμμένο στις «χαμένες πατρίδες», ζούμε ανεπανάληπτες στιγμές πατριωτισμού, ενθουσιασμού κι υπερηφάνειας, καθώς οι σκηνές που περιγράφονται στο παρόν πόνημα, ζωντάνεψαν μπροστά μας την ιστορία αυτής της αιματοβαμμένης γης.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ