Αναρτήθηκε στις:09-06-17 11:06

Δοκιμάζεται η συνοχή της ΕΕ


Γράφει ο Νίκος Κέφης

Η βαθιά κρίση που διέρχονται τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα αυτή την περίοδο στην Ευρώπη, προσδιορίζει και τις μέλλουσες εξελίξεις στην ΕΕ μεταξύ των άλλων θεμάτων που βρίσκονται σε διαδικασίες.

Τον Απρίλιο του 2017 είχαμε προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Ο γαλλικός σοσιαλισμός βρίσκεται σε φάση πλήρους κατάρρευσης. Ο πρόεδρος Ολάντ δεν διεκδίκηση δεύτερη πενταετία γιατί το ποσοστό δημοτικότητάς του ήταν σταθερό σε μονοψήφιο αριθμό. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έφερναν την πρωτιά στον πρώτο γύρο στην Λεπέν του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου και τον Φιγιόν των κεντροδεξιών Ρεπουμπλικάνων μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε το σκάνδαλο με τη σύζυγό του. Μετά την εξέλιξη αυτή τη δεύτερη θέση διεκδικούσε ο κ. Μακρόν, ο οποίος διετέλεσε πρώτα οικονομικός σύμβουλος του προέδρου Ολάντ και στη συνέχεια υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Βαλς, ο οποίος δήλωνε υποστηρικτής των μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τελικά ο κ. Μακρόν επικράτησε άνετα στο δεύτερο γύρο των εκλογών μετά από τις γνωστές θέσεις της κ. Λεπέν για διενέργεια δημοψηφίσματος για παραμονή ή μη της Γαλλίας στην ΕΕ.

Η Γερμανία πηγαίνει σε κρίσιμες εθνικές εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2017. Σε κατάσταση πολιτικής αμηχανίας βρίσκονται και οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό με ισχυρότερο κυβερνητικό κόμμα τους χριστιανοδημοκράτες της κ. Μέρκελ. Ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Σούλτς αποφάσισε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη γερμανική πολιτική σκηνή σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την προοπτική του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μαρτυρούν ότι οι Σοσιαλδημοκράτες μπορούν να διεκδικήσουν την πρώτη θέση από τους χριστιανοδημοκράτες οι οποίοι τελευταία υφίστανται απώλεια στα δεξιά τους από την Εναλλακτική στη Γερμανία.

Πολλά στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών τάσσονται υπέρ της ρήξης με τους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες και τη δημιουργία μιας συμμαχίας με τους Πράσινους και Αριστερούς για να αποτρέψουν την τέταρτη τετραετία της κ. Μέρκελ. Η θέση αυτή μπορεί να αποτελεί λάθος στρατηγική. Η τακτική αυτή φαίνεται και στο Ευρωκοινοβούλιο που γίνεται προσπάθεια από τους Σοσιαλδημοκράτες να δημιουργήσουν μια νέα πλειοψηφία που θα στηρίζεται στις ψήφους των σοσιαλιστών, των Πρασίνων και της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Τον Μάρτιο του 2017 είχαμε βουλευτικές εκλογές στην Ολλανδία και οι Εργατικοί σύμφωνα με τις μέχρι τότε δημοσκοπήσεις αναμένονταν να υποστούν μεγάλες απώλειες.

Ο ακροδεξιός Βίλντερς είχε δεσμευθεί ότι σε περίπτωση που σχηματίσει κυβέρνηση θα οργανώσει δημοψήφισμα για έξοδο της χώρας από την Ευρώπη. Ευτυχώς που οι θέσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές από τους ψηφοφόρους και έτσι στην Ολλανδία έχουμε ομαλή εξέλιξη.

Στην Αυστρία ο Χόφερ δήλωνε πως αν προχωρήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ - Τουρκίας θα έπρεπε να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη της χώρας στην ΕΕ. Ευτυχώς και από την Αυστρία εξέλιπε ο κίνδυνος δημιουργίας αναταράξεων στη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Σε κρίση βρίσκονται και οι σοσιαλιστές στην Ισπανία όπου έδωσαν ψήφο ανοχής στην κεντροδεξιά κυβέρνηση - μειοψηφία του κ. Ραχόι, χωρίς να έχουν λύσει τα εσωτερικά τους προβλήματα. Είναι μοιρασμένοι μεταξύ των υποστηρικτών μιας συνεργασίας με την κεντροδεξιά και εκείνων που θέλουν ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής τους και τη συνεργασία με το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς των Podemos. Με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων η κεντροδεξιά κινούνταν γύρω στο 35% και να ακολουθούν το σοσιαλιστικό κόμμα και οι Podemos με ποσοστά γύρω στο 20% με 22%. Τελικά ο κ. Ραχόι σχημάτισε κυβέρνηση και έτσι έφυγε από το τραπέζι μια ακόμη απειλή για τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην Ιταλία όπου η κεντροαριστερά εκφράζεται από το Δημοκρατικό Κόμμα του κ. Ρέντσι προσπαθεί να συνέλθει από το σοκ της απόρριψης των προτάσεών του για αναθεώρηση του Συντάγματος στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Η απόρριψη ήταν μεγάλη και το ποσοστό έφθασε στο 60%, γεγονός που οδήγησε τον πρωθυπουργό κ. Ρέντζι σε παραίτηση.

Το δημοσκοπικό ποσοστό στηρίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα συγκρίνοντάς το με αυτά του Κόμματος Πέντε Αστέρων του λαϊκιστή Πέπε Γκρίλο, ο οποίος έλαβε την πρωτοβουλία, αιφνιδιάζοντας τους πάντες, να εντάξει το κόμμα του στη Φιλελεύθερη ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρωτοβουλία που δεν έγινε χωρίς περίσκεψη.

Στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα έχει ξεσπάσει ένας εμφύλιος μεταξύ του ηγέτη Κόρμπιν ο οποίος υποστηρίζεται από την οργανωμένη βάση του κόμματος και μεγάλο αριθμό βουλευτών εκτελώντας λανθασμένη τακτική στις εξελίξεις που ακολούθησαν. Τα εσωτερικά προβλήματα εμπόδισαν το κόμμα τους να στηρίξει αποτελεσματικά στο κρίσιμο δημοψήφισμα του περασμένου Ιουνίου την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τελικά το δημοψήφισμα εξελίχθηκε σε μια αντιπαράθεση των αντιευρωπαίων του κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου και των ευρωσκεπτικιστών και αντιευρωπαίων του Συντηρητικού κόμματος με αποτέλεσμα να επικρατήσουν οι υποστηρικτές του Brexit με ποσοστό 52%.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων η δημοτικότητα των Συντηρητικών κινείται γύρω στο 42% και των Εργατικών γύρω στο 39% και του κόμματος της Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου γύρω στο 19%.

Σήμερα ο ηγέτης των Εργατικών κρατάει μεγαλύτερες αποστάσεις από την ΕΕ και έχει αρχίσει να υποστηρίζει ότι το θέμα του περιορισμού της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων από την ΕΕ προς το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί ταμπού για το κόμμα του.

Πρέπει να τονίσουμε ότι πριν από μερικά χρόνια η υποχώρηση των δυνάμεων της κεντροαριστεράς θα ήταν καλό νέο για την κεντροδεξιά στο πλαίσιο της εναλλαγής των δύο δυνάμεων στην εξουσία. Σήμερα όμως η πτώση των Ευρωσοσιαλιστών προκαλεί δικαιολογημένο προβληματισμό των Ευρωπαϊκών Κεντροδεξιών εφόσον δημιουργεί δυνατότητες αποτελεσματικότερης πολιτικής παρεμβάσεως των λεγόμενων αντισυστημικών δυνάμεων.

Τα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα εκτιμούν ότι μπορούν να αποσταθεροποιήσουν το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, αξιοποιώντας την πολιτική αδυναμία των σοσιαλιστών και των συμμάχων τους. Η πτώση των Γάλλων σοσιαλιστών είναι χωρίς τέλος ενώ οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες φαίνεται ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν την κυβερνητική συνεργασία με τους χριστιανοδημοκράτες. Το συμπέρασμα είναι ότι η δημοσκοπική τους φθορά οδηγεί τις ηγεσίες των κομμάτων αυτών σε επιλογές υψηλού ρίσκου.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ