Αναρτήθηκε στις:12-05-17 18:32

Ένα διαφορετικό στερνό αντίο στον Ηλία Βρατσίστα


Με αφορμή το πρόσφατο 40ήμερο μνημόσυνό του

από τον Αντώνη Κολιάτσο(*)

Στο άκουσμα του θανάτου του ο γράφων, τον θυμήθηκε να φθάνει στο γραφείο του! Ήταν απόγευμα Τετάρτης, 9 Ιουλίου 2014,όταν, παραδίδοντας «τιμής ένεκεν» ένα από τα ελάχιστα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου του: «Αναμνήσεις Ενός Νηπίου(Τετράδιο Β 1)», του έλεγε:

«Αντώνη, ξέρεις ότι ο καρκίνος που κατατρώγει τα σωθικά μου, δεν μου αφήνει παρά πολύ λίγο ακόμη χρόνο ζωής[...]. Για αυτό θέλω, προτού φύγω, αυτό το βιβλίο να το δω να φιγουράρει σε κάποια βιτρίνα βιβλιοπωλείου …Όμως στην δύσκολη κατάσταση που βρίσκομαι δεν μου φτάνουν για να το εκδώσω[…]. Ήθελα τη γνώμη σου και αν είναι δυνατόν την παρέμβασή σου, προκειμένου να λύσω το πρόβλημα[…]. Ά, και κάτι ακόμα. Θέλω εσύ, με την αξιόλογη πένα σου, να γράψεις δύο λόγια προλογίζοντάς το».

Τα λόγια του αείμνηστου Ηλία Βρατσίστα, ηχούν ακόμα στα αυτιά του γράφοντος, που στο άκουσμά τους δύσκολα μπόρεσε να μείνει ασυγκίνητος... Θυμάται ότι τον προέτρεψε να απευθυνθεί στο τότε Δημοτικό Συμβούλιο και με το επιχείρημα ότι το βιβλίο, ενέχει μεγάλο ιστορικό και πολιτιστικό «Αρτινό ενδιαφέρον»(σ. σ, ο συγγραφέας για πρώτη φορά φέρνει στο φως της δημοσιότητας, συγκινητικά οικογενειακά περιστατικά, τα περισσότερα συνδεόμενα με αντίστοιχα συμβαίνοντα στην εμπόλεμη Άρτα, του 40-41,κατά τις πρώτες ημέρες του ελληνοιταλικού πολέμου κ.ά), να ζητήσει την οικονομική επιχορήγηση του κόστους έκδοσής του. …

Δυστυχώς ο Δήμος, προς τον οποίο απευθύνθηκε, δεν ικανοποίησε το επίμαχο αίτημα με το αιτιολογικό ότι «η όποια σχετική οικονομική συνεισφορά, πλέον, μπορεί να πραγματοποιηθεί, μόνο με την αγορά ενός αριθμού βιβλίων- και μετά την έκδοσή του».

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η ασθένειά του αείμνηστου Ηλία ήταν η κύρια αιτία που δεν επέτρεψε την έκδοσή του- και εντεύθεν την σε αυτό συμπερίληψη του υπεσχημένου «Προλόγου»- εντούτοις, ο γράφων αισθάνεται κάποιου είδους ενοχή, που, αν και άθελά του, δεν μπόρεσε να τηρήσει την υπόσχεσή του. Για αυτό η πραγμάτωσή της, παρέμενε ζητούμενο για αυτόν…

Έτσι, την προπερασμένη Κυριακή(23/4/2017), ανήμερα της τεσσαρακοστής ημέρας από του θανάτου του –και κατά σύμπτωση 82ης επετείου των γενεθλίων του- στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Εκεί, στην εκκλησία της ομώνυμης ενορίας των παιδικών του χρόνων και ενώ, εν μέσω των προσευχών των παρευρισκόμενων συγγενών και φίλων και των επιμνημόσυνων και Αναστάσιμων δεήσεων των λειτουργών της(της εκκλησίας), η βαθύτατα ελληνοχριστιανική ψυχή του αείμνηστου Ηλία, ανέρχονταν στους ουρανούς για να μετοικίσει στην μεταθανάτια γειτονιά των εκλεκτών Αρτινών, που το πατριωτικό και πνευματικό τους εκτόπισμα δεν άφησαν να πέσουν σε λήθη. Εκεί, λοιπόν, ελήφθη και η απόφαση του γράφοντος να δημοσιοποιήσει τον υπεσχημένο «Βιβλιακό του Πρόλογο» (σ. σ, είχε συνταχθεί λίγες μέρες μετά την προαναφερθείσα επίσκεψή του), στέλνοντας., έτσι, το δικό του στερνό αντίο, προς τον εκλεκτό του φίλο Ηλία Βρατσίστα, το οποίο και έχει ως εξής:

οι αναμνήσεις ενός νηπίου

«Ο Σίγκμουντ Φρόιντ περιγράφοντας το φαινόμενο «αμνησία της παιδικής ηλικίας», έλεγε πως τα μωρά χρησιμοποιούν μεν τη μνήμη τους για να μάθουν τον κόσμο που τα περιβάλλει, όταν μεγαλώσουν όμως παύουν να θυμούνται γεγονότα που είχαν συμβεί πριν από τα τρία τους χρόνια. Αργότερα Αμερικανοί ψυχολόγοι διαπίστωναν ότι η πρώτη εικόνα που απομνημονεύει ένα βρέφος, είναι το πρόσωπο της μάνας του. Αυτή είναι για εκείνο ό, τι πολυτιμότερο υπάρχει από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Από εκεί και πέρα το μικρό «σφουγγαράκι» δουλεύει αδιάκοπα, αποθηκεύει δεδομένα και πληροφορίες που έρχονται στις αισθήσεις του με καταιγιστικό ρυθμό και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Όλα όσα συμβαίνουν γύρω του πρέπει να γίνουν αντιληπτά και να καταγραφούν. Δεν σταματά ούτε καν όταν κοιμάται.

Όμως ο Ηλίας Βρατσίστας, με το εξαιρετικό του ιστοριογραφικό του πόνημα, που φέρει τον τίτλο «Αναμνήσεις ενός νηπίου», δείχνει να μην τον έχει αγγίξει η ανωτέρω «φροϋδική αμνησία».

Αντίθετα με τα πιο πάνω, τα μεταγενέστερα συμπεράσματα των Αμερικανών ερευνητών, φαίνεται να είναι απολύτως συμβατά με την «ψυχοπνευματική» του προσωπικότητα.

Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν συγγραφέας του ανά χείρας πονήματος, είναι ο βαθύτατα συναισθηματικός γιος του «Καστανιώτη» Νίκου Βρατσίστα και της «Ρωσοπόντιας» Ντόμνας Καράογλου, δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του δραματικού αυτού ιστορικού αφηγήματος;

Ωστόσο, ο αναγνώστης πρέπει να διαθέτει μεγάλα αποθέματα ανθρώπινης σκληράδας, για να μη δακρύσει, όταν η εξαιρετική πέννα του συγγραφέα, ως άλλη μηχανή του χρόνου, τον γυρίζει πολλά χρόνια πίσω, σε μια εποχή πιθανόν ξένη σε αυτόν, σημαδιακή, όμως, για εκείνους που την έζησαν και…μάτωσαν, κατά την διάρκειά της.

Μιλάμε για μια εξιστόρηση, κατάθεση ψυχής, του αείμνηστου Ηλία Βρατσίστα, όπου ο εκλιπών, με αφηγηματική μαεστρία «ξαναζεί» την τρυφερή ηλικία των πρώτων χρόνων της ζωής του, που εκτυλίσσεται με φόντο την ανάγλυφη αποτύπωση της Άρτας του τέλους της δεκαετίας του 30. Μιας προπολεμικής Άρτας:

▪ με τα πρωτόγνωρα για τους νεώτερους οικογενειακά στιγμιότυπα, την παιδική φαντασία, τις τρέλες και τα ξεκαρδιστικά περιστατικά των χρόνων της αθωότητας, την αγαπημένη του μανούλα Σοφία(σ.σ Ντόμνα στα Ρωσοποντιακά) και τα αδέλφια Τάκη και Ελευθερία, τον νυσταλέο σκύλο Νταβέλη, τον αγαπημένο γάτο της οικογένειας γυαλάκια, τη φοβέρα της Φάβουσας, την φραξουλιάνθη της Νικολαίδαινας, τις τσόπνες του αδελφού Τάκη, τον… Μουσολίνι, μασκότ των ανδρών της κοντινής αντιαεροπορικής πυροβολαρχίας, τις «γλακτο-τρόφες» κατσίκες των παιδιών της οικογένειας Ν. Βρατσίστα, την κυρά Αθηνά με την έφηβη κόρη Θεοδώρα και τους δύο γιούς της, και τους νέους γείτονες Μαριάνθη Μανακανάτα και τα παιδιά Γιάννη και Τούλα…

▪ με τα καταπράσινα κτήματα, τις μοσχοβολούσες πορτοκαλιές, τις κατακίτρινες νεσπουλιές, τα υψηλόκορμα κυπαρίσσια, τις σπαρμένες χωραφιές με τα πολύτιμα διατροφικά στάρια και τα καλαμπόκια, του Αρτινού κάμπου …

▪ των πρώτων ημερών του πόλεμου του 40, τότε, που, μεταξύ των Αρτινών, περίσσευαν: τα έντονα αισθήματα της εθνικής υπερηφάνειας και της φιλοπατρίας, οι διαχρονικές ελληνικές αρετές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του υψηλού αισθήματος ευθύνης, ο αλληλοσεβασμός, η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, η αμοιβαία εμπιστοσύνη αλλά και οι, εν μέσω του πολέμου, αναπτυχθείσες αρετές: της λιτότητας, της κοινωνικής συνοχής,του ενδοοικογενειακού διαλόγου και η σωτήρια επιλογή του οικογενειακού προγραμματισμού…

▪ με εικόνες από τη χαμένη στο χρόνο νοσταλγική Αρτινή γειτονιά και τους κοινωνικά στενά δεμένους ανθρώπινους της, και περισσότερο με περιστατικά, όπως εκείνο το ξάφνιασμα του τότε 5-χρονου Ηλία, όταν, κατά τη σημαδιακή εκείνη 24η Απριλίου 1941, καθισμένος στα γόνατα του αγαπημένου του πατέρα και ακούγοντας τα της γιορτής ενηλικίωσης των παιδιών στην αρχαία Σπάρτη, υποδέχονταν τη δική του ενηλικίωση με ανάμεικτα τα αισθήματα της ευθύνης και της υπερηφάνειας, αλλά και της απογοήτευσης γιατί, στην νηπιακή του φαντασία διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε ζήσει στο «Σπαρτιάτικο τότε», ώστε να γίνει ο καλός πολεμιστής που θα κυνηγήσει τους «μακαρονάδες» εισβολείς(τους ιταλούς) κ.ά.

Αυτά και πολλά άλλα είναι τα μερικά από τα «θαυμαστά» που αναδύονται από τις γραμμές αυτού του υπέροχου τετραδίου(Β 1), ως και τα πρώτα βασικά στοιχεία με τα οποία ο συγγραφέας συνθέτει το σκηνικό της προπολεμικής Άρτας και, ειδικότερα, εκείνο της τυπικής Αρτινής Αγροτικής οικογένειας..

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την πανδαισία ψυχικό-πνευματικών ερεθισμάτων, που προκαλούν στον αναγνώστη οι «νηπιακές αναμνήσεις» του Ηλία Βρατσίστα, πέντε είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που τα χαρακτηρίζουν. Το πρώτο αντικατοπτρίζει τη γενναιότητα του ανδρός, όταν ο ίδιος, σχολιάζοντας σκωπτικά τους καρκίνους που κατατρώγουν τα σωθικά του, υποδηλώνει το πείσμα του να τους πολεμήσει μέχρι τέλους. Το δεύτερο έχει να κάνει με την ευκολία που ο ίδιος αυτοσαρκάζεται, όταν με χιουμοριστική διάθεση παρακαλάει τον κ. Αλτσχαϊμερ να πάψει να τον…πολιορκεί Το τρίτο εντοπίζεται στην ξεχωριστή ικανότητα του συγγραφέα να παρομοιάζει με επιτυχία πρόσωπα και πράγματα της αφήγησής του, με εκείνα του απώτερου ή απώτατου χθες, τα οποία, κατά μια έννοια, σημάδεψαν την ελληνική και παγκόσμια ιστορική πραγματικότητα. Το τέταρτο στοιχείο του θαυμάσιου πονήματος του φίλου Ηλία, είναι η απάντηση στο γιατί η «μεγάλη πείνα» της Γερνανο-Ιταλικής κατοχής, ήταν πολύ μικρότερης έντασης στην ελληνική Αγροτική περιφέρεια, από ότι στην Αθήνα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Όμως το πέμπτο και τελευταίο στοιχείο του αφηγήματος, που κάνει τον συγγραφέα ανθρώπινα ανυπέρβλητο, είναι ο τρόπος που αναδεικνύει τον παιδικό σεβασμό, την άδολη αγάπη και την εκτίμησή του προς τους γονείς και τα αδέλφια του και περισσότερο τη στενή συναισθηματική σύνδεση με την αγαπημένη του μανούλα. Φαίνεται ότι ο δραματικός απόηχος των αφηγήσεών της τελευταίας, για τις φοβερές δοκιμασίες της ίδιας, της οικογενείας της και του Ποντιακού ελληνισμού γενικότερα, κατά την εξαετή εθνοκάθαρση από τις αφηνιασμένες ορδές του Κεμάλ, «έστρεψαν» επί το συναισθηματικότερο την ευαίσθητη ψυχούλα του.

Περαιτέρω, ο αναγνώστης, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες των ανά χείρας «αναμνήσεων(τετράδιο Β 1)», πραγματικά αισθάνεται συνεπαρμένος και για τον τρόπο που η αφηγηματική γραφίδα του Ηλία Βρατσίστα αναπαράγει: «το Βασίλειό του», τις «πρώτες εξερευνήσεις του» και τις «επεκτατικές του προσπάθειες», την έκρηξη ενθουσιασμού και εθνικής υπερηφάνειας των Αρτινών στο άκουσμα του ιστορικού ΟΧΙ από τον Ι. Μεταξά, τους εκκωφαντικούς προειδοποιητικούς συναγερμούς για επικείμενους βομβαρδισμούς από ιταλικά αεροπλάνα, την αντιαεροπορική δραστηριότητα του πολυβολείου στου «Κοψαχείλη»,τη φανέλα του στρατιώτη, την εξ’ αιτίας του πολέμου «μετανάστευση» των «νοικοκυραίων Αρτινών» στα κτήματα του κάμπου και την αναγκαστική συνύπαρξής τους με τους φτωχούς κολλήγους της Αρτινής γης, τα καθ’ οδόν προς το Βόρειο-ηπειρωτικό μέτωπο στρατιωτικά κομβόϊ, φορτωμένα με τους ενθουσιώδεις έλληνες φαντάρους, το συγκλονιστικό σκηνικό της μεταγωγής των ακρωτηριασμένων παιδιών της Ελλάδας, από τα Γιάννενα στο πρόχειρο νοσοκομείο, που στέγαζε το Α΄ δημοτικό σχολείο Άρτας, το απρόσμενο «Μπόνο Γκρέκο» του ιταλού αιχμαλώτου για την ψυχικά μεγαλειώδη κίνηση της αείμνηστης Μαριάνθης Μανακανάτα να «γλυκάνει» τους αιχμαλώτους ιταλούς συμπατριώτες του,με ένα καλάθι από Αρτινά πορτοκάλια, το συγκινητικό πρώτο και τελευταίο γράμμα του πατέρα Νικόλα στην αγαπημένη του γυναίκα Σοφία και τα παιδιά Λάκη, Τάκη και Ελευθερία, τον ισοπεδωτικό βομβαρδισμό της Άρτας από την ιταλική αεροπορία ανήμερα του μεγάλου Σαββάτου, τον Απρίλιο 1941, την κοπιώδη πορεία της Πασχαλινής προσφυγιάς στην ορεινή «Σέση», όπου και το φτωχικό του μπάρμπα Αποστόλη, την επιστροφή στα μόνιμα λημέρια της Ελεούσας και την υποδοχή της οικογένειας από τον χοροπηδώντα από χαρά πιστό φύλακα Νταβέλη, την ένταξη του 16-χρονου αδελφού Τάκη στις Αντάρτικες ομάδες ΕΟΕΑ ΕΔΕΣ, τον αποχαιρετισμό του συγγραφέα από την ισοπεδωμένη από τις ιταλικές βόμβες κατεχόμενη πλέον Άρτα. Όπως και τη συγκινητική σκηνή της απόφασης του πατέρα Νικόλα, να αναβιώσει την Σπαρτιάτικη συνήθεια και να γιορτάσει η οικογένεια το τέλος της 5-ετούς νηπιακής ηλικίας του πολυαγαπημένου της Λιάκου(σ. σ, του αείμνηστου Ηλία), για την είσοδό του στην παιδική. Η οποία είχε ως … έπαθλο εκείνο το αξέχαστο οικογενειακό τραπέζι, με τον λαχταριστό ψημένο στο φούρνο κόκορα και το εύγεστο γαλακτομπούρεκο, από τα χέρια της πολυαγαπημένης μανούλας του Σοφίας κ.ά

Όμως κακά τα ψέματα! Το κακό που… βρήκε τον συγγραφέα Ηλία Βρατσίστα, να τον βάλλουν …στην πρίζα, κατά το κοινώς λεγόμενο, οι ανεξίτηλες νηπιακές μνήμες του και μαζί οι τραυματικές εμπειρίες της πολυτάραχης ζωής του, αναμφίβολα είχε ως αμιγές καλό, να έχει σήμερα ο αναγνώστης στα χέρια του, το παρόν συγγραφικό του αριστούργημα, αλλά και εκείνα που ήδη γράφτηκαν(σ. σ, υπόλοιπα βιβλία) και φυσικά αυτά που μένει να ακολουθήσουν…».

Αιωνία σου μνήμη φίλτατε Ηλία.

(*) e mail:akoliatsos@gmail.com




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ