Η ωμή συμβουλή του νονού της Τεχνητής Νοημοσύνης για την εποχή του ΑΙ
Δήμος Γ. Καραϊσκάκη: Παράδοση απινιδωτή στη Μεγαλόχαρη και δράσεις εκπαίδευσης πολιτών
Γ.Ν. Άρτας: Ενημερωτική δράση στο Λύκειο Ανέζας για το άγχος και το στρες
Περιφερειακή Αρχή Ηπείρου: Ανιστόρητες συκοφαντίες σε βάρος Περιφερειάρχη και ΠΤΑΗ
«Από την Καταστροφή στη Δημιουργία»: Μαθητικές φωνές και εικαστικές διαδρομές ειρήνης στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας
Εξιχνιάστηκε άμεσα κλοπή από σπίτι στην Άρτα – Ταυτοποιήθηκαν πατέρας και ανήλικη κόρη

Γράφει ο Νικόλαος Αλ. Στούμπος
Η γεωλογική και κλιματολογική διαμόρφωση της χώρας μας παρουσιάζει ένα σύνολο γοητευτικό αλλά και δύσκολο. Μας θέλγει το σπάνιο κλίμα (που δεν είναι ποτέ δριμύ), το ολόφωτο καλοκαίρι, η ανομοιότητα του εδάφους και η πλήρης ανανέωση του τοπίου σε μικρές αποστάσεις. Μας συναρπάζει το κυμάτισμα των σιωπηλών ελαιώνων, η συχνή παρέμβαση της θάλασσας και η αντίθεσή της με το βουνό. Υπάρχει βέβαια και το τραχύ και αποψιλωμένο τοπίο, κάποτε η δυσαρμονία στη σύνθεση των κοιλάδων και σε πολλές περιοχές η πενιχρή βλάστηση χωρίς να λείπουν και τα βαθύσκιωτα δάση.
Τα όρη που καλύπτουν το 70% της συνολικής έκτασης της χώρας δεν είναι ποτέ ψηλά. Ο Όλυμπος, κατοικία των Θεών των αρχαίων Ελλήνων, έχει ύψος 2.917 μέτρα. Όλες οι περιοχές από τη Ροδόπη ως την Κρήτη έχουν όρη που μόλις υπερβαίνουν τα 2.000 μέτρα. Στην Ελλάδα το απόλυτο γεωγραφικό ύψος μετράει λιγότερο, εξαιτίας των ανισοπεδώσεων, καθώς μέτριοι όγκοι, λόγω γεωλογικών μεταβολών, εντυπωσιάζουν για το μέγεθός τους. Η Όσσα λ.χ. στη Θεσσαλία (1978 μέτρα) που βρίσκεται κυριολεκτικά πάνω από τη θάλασσα ή ακόμη η Δίφρυς στην Εύβοια (1.734 μέτρα) εν είδει πυραμίδας που οι πλαγιές της πέφτουν κατευθείαν στη θάλασσα του Αιγαίου μας καταπλήσσουν για τον όγκο τους. Η οροσειρά της Πίνδου με ψηλότερη κορυφή της το Σμόλικα (2.636 μέτρα) διατρέχει τον ελληνικό χώρο από τα αλβανικά σύνορα ως τον Κόλπο της Κορίνθου και εν συνεχεία ως την Κρήτη. Δυτικά και κυρίως στην Ήπειρο οι γεωλογικοί σχηματισμοί εμφανίζουν οροσειρές πάνω από τις οποίες σχηματίστηκαν οροπέδια, όπως το οροπέδιο των Ιωαννίνων. Ανατολικά υπάρχει μια διάταξη όγκων
με βαθιές καθιζήσεις, απ’ όπου προέκυψαν οι πεδιάδες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Θράκης. Στις καθιζήσεις αυτές οφείλεται και ο σχηματισμός της θάλασσας του Αιγαίου με τα πολυάριθμα νησιά που βρίσκονται σε εναρμονισμένη αντιστοίχηση με τους ανασηκωμένους όγκους. Τα ελληνικά βουνά γύρω από τη Μεσόγειο έχασαν σήμερα το μεγαλύτερο μέρος από τους κατοίκους τους, λόγω της μετανάστευσης. Για τους Έλληνες όμως το βουνό είναι μαγεία, είναι η παρακαταθήκη των προγονικών μας αξιών. Στο βουνό οι Έλληνες βρίσκουν κατά τους θερινούς ιδιαίτερα μήνες υψηλή και χαρούμενη διάθεση. Εκεί νιώθουν έντονα το αίσθημα της ελευθερίας και της ψυχικής ισορροπίας.
Η θάλασσα που στην ελληνική γη προβάλλει συνεχώς έπαιξε θεμελιακό ρόλο στο ψυχολογικό τοπίο του Έλληνα και στη διαμόρφωση του φιλελεύθερου και δραστήριου χαρακτήρα του με το οξύ και ευκίνητο πνεύμα. Το πενιχρό ελληνικό έδαφος δεν φαίνεται να μοιάζει περιχαρακωμένο, γιατί μπορούσαν οι Έλληνες κάθε τόσο να βρίσκουν διέξοδο φυγής. Η ιδιομορφία του ελληνικού εδάφους που έρχεται σε επαφή τόσο πολύ με τη θάλασσα διεγείρει τη φαντασία, δημιουργεί ένα άνοιγμα από τη στεριά στη θάλασσα, από το περιορισμένο στο απεριόριστο. Πολλές γενιές Ελλήνων πάλεψαν για άλλα μακρινά σύνορα, να κερδίσουν τη δόξα που τους έλειπε. «Τα παράθυρα είναι κλειστά και η θάλασσα είναι μακριά μου», λέει ένα λαϊκό τραγούδι για να εκφράσει την απέραντη νοσταλγία. Και είναι αλήθεια πως η θάλασσα δεν είναι ποτέ μακριά. Η Μεσόγειος θάλασσα, πασίγνωστη για τον πολιτισμό της, το πλήθος των νησιών της, την οικονομική της ευρωστία και τη στρατηγική της θέσης, βρέχει συνολικά 17 χώρες. Το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον έχει το τμήμα εκείνο που περιβάλλει την Ελλάδα. Το Αιγαίο Πέλαγος, ιδιαίτερα, που από την αρχαιότητα είναι η «θάλασσά μας» και η απέραντη θάλασσα του κόσμου, σηκώνει χωρίς χάσματα από τη χαραυγή της ελληνικής ιστορίας έναν υψηλότατο πολιτισμό και ταυτόχρονα αποτελεί ζωτικότατο χώρο για την ύπαρξη του Ελληνισμού.
Το κλίμα της Ελλάδας είναι μεσογειακό. Αυτή η γενική αναφορά δεν αποκλείει σημαντικότατες διαφορές. Όσο προχωρούμε από βορειοδυτικά προς νοτιο-ανατολικά το κλίμα γίνεται ζεστό και ξηρό. Η ξηρή θερινή εποχή που στην Ελλάδα διαρκεί τρεις περίπου μήνες είναι διαρκέστερη στη Ρόδο και στη μεσημβρινή Κρήτη, όπου ευδοκιμούν οι χουρμαδιές. Αν το Νότιο Αιγαίο είναι συνηθέστατα άβροχο, η Δυτική Ελλάδα δεν στερείται περιοχών καλά αρδευόμενων. Η Ήπειρος, τα Ιόνια νησιά, η Χαλκιδική και το Πήλιο έχουν τις περισσότερες βροχοπτώσεις. Γενικά όμως, η υπεροχή του ύψους της βροχής στη Δυτική Ελλάδα έναντι της Ανατολικής είναι σημαντικότατη. Στις βόρειες ακτές του Αιγαίου ο μεσογειακός χαρακτήρας της χώρας μετριάζεται και οι παγωνιές κατά το χειμώνα είναι πιο βαριές. Οι θερινές θερμοκρασίες είναι πάντοτε μετριασμένες, λόγω γειτνίασης με τη θάλασσα, αλλά είναι υψηλές τον Ιούλιο και τον Αύγουστο στις εσωτερικές πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Μέσα από την αυξανόμενη κίνηση των περιηγητών (τουριστών) υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσει κανείς, να δει και να γνωρίσει την Ελλάδα. Κατά τρόπο παράδοξο όλοι αυτοί οι τρόποι προσφέρουν απλόχερα χαρές και συγκινήσεις, αλλά για μας τους Έλληνες αυτή η προσέγγιση με την πατρίδα δεν βγαίνει στο τέλος καθαρή. Είναι πικρόγλυκη. Εδώ ηττηθήκαμε, εκεί νικήσαμε ή κάναμε ένα μεγάλο άλμα ποιότητας και θάρρους.
Κατά την περιήγησή μας ανά την Ελλάδα μπορεί να ξεχνούμε το ρόλο που έπαιξε αυτή η χώρα στην διαμόρφωση του Δυτικού Πολιτισμού. Μπορεί να μη δίνουμε σημασία στα αριστουργήματα του λόγου και της τέχνης και να εκφράζουμε, ενίοτε, κάποια δυσαρέσκεια στη θέα ενός μουσείου ή να παρατηρούμε φευγαλέα τις μαρμάρινες κολόνες, που είναι μάρτυρες ενός υψηλού πολιτισμού πριν από 2.500 χρόνια. Μπορεί ακόμη να αφήνουμε συνειδητά απαρατήρητο ένα βυζαντινό ναό που με την οικειότητα και τη σεμνότητά του δείχνει ανυποχώρητα την ελληνική κοσμοπολίτικη διασπορά, χωρίς να διαταράσσει την αρμονία του φυσικού τοπίου.
Μερικοί μένουν έως εδώ και αισθάνονται ευτυχείς. Απολαμβάνουν το λαμπρό ήλιο και τη γελαστή θάλασσα. Χαίρονται τα νησιά με την ησυχία και την ποικιλία τους, με το χαρούμενο αγκυροβόλημά τους στα μικρά λιμάνια. Βλέπουν τους αγρούς με τις ελιές, τις πορτοκαλιές ή τους ολόγυμνους βράχους που παίρνουν την όψη του βουνού, καθώς το ελληνικό τοπίο, ενώ μένει το ίδιο, αλλάζει ανάλαφρο, κυματίζει την ομορφιά του, ανανεώνεται. Όπως και να έχει, οι λάτρεις αυτοί της ελληνικής φύσης αισθάνονται προνομιούχοι με τα ηλιόλουστα δένδρα και τα γαλάζια βουνά που λούζονται μέσα στο φως. Τους συνεπαίρνει ακόμη η ζεστασιά και η φιλοξενία των ανθρώπων της υπαίθρου.
Αλλά αυτή η χάρη του τόπου, η χάρη του φωτός, η τόση ομορφιά είναι χαρές επιφανειακές που η Ελλάδα έχει το προνόμιο να τις πολλαπλασιάζει, να τις συνδυάζει με άλλες, να τις ανυψώνει. Η Ελλάδα ισορροπεί παντού. Ελλάδα δεν είναι μόνο αυτή η ευλογία που μας δόθηκε. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι οι ναοί της, οι μαρμάρινες κολόνες, τα ερείπια που συναντάμε σε κάθε μας βήμα. Είναι τα θέατρα, το μακρινό χαμόγελο των αγαλμάτων της… Αυτή η συχνή εναλλαγή του τοπίου με τα μνημεία εντείνει φυσικά την περιέργειά μας για την ιστορία, αλλά εμάς τους Έλληνες μας περιπλέκει σε ελπίδες και φόβους, μας προκαλεί αμείλικτα ερωτήματα: «Σ’ ελέγχει η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι αυτήνη», λέει ο Διονύσιος Σολωμός σε μια με πολύ νόημα έκφραση αγωνίας, αντικρίζοντας ο ίδιος τη φύση, τη ζωή και την παράδοση των Ελλήνων. Ο στέρεος λόγος του μεγάλου μας ποιητή υπαγορεύεται από τη συνείδηση της ευθύνης, κάτι που το βλέπουμε να διατυπώνεται με την ίδια κατηγορηματικότητα και στο λόγο του Σαίξπηρ: «Είναι δυστυχισμένος ο τόπος να φοβάται να ξέρει τον εαυτό του».
