Η ωμή συμβουλή του νονού της Τεχνητής Νοημοσύνης για την εποχή του ΑΙ
Δήμος Γ. Καραϊσκάκη: Παράδοση απινιδωτή στη Μεγαλόχαρη και δράσεις εκπαίδευσης πολιτών
Γ.Ν. Άρτας: Ενημερωτική δράση στο Λύκειο Ανέζας για το άγχος και το στρες
Περιφερειακή Αρχή Ηπείρου: Ανιστόρητες συκοφαντίες σε βάρος Περιφερειάρχη και ΠΤΑΗ
«Από την Καταστροφή στη Δημιουργία»: Μαθητικές φωνές και εικαστικές διαδρομές ειρήνης στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας
Εξιχνιάστηκε άμεσα κλοπή από σπίτι στην Άρτα – Ταυτοποιήθηκαν πατέρας και ανήλικη κόρη

Συμφέροντα και παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων
Γράφει ο Νίκος Κέφης *
Η Αλβανία ήταν η τελευταία Βαλκανική χώρα που απέβαλε τον οθωμανικό ζυγό και απέκτησε τουλάχιστον τυπικά την εθνική ανεξαρτησία της. Πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η δημιουργία του Αλβανικού κράτους αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα πολιτικής ισορροπίας δυνάμεων. Τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων συγκρούονταν έντονα στη στρατηγική αυτή περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η Μεγάλη Βρετανία αγωνιζόταν ν’ αποκλείσει τους αντιπάλους της από την περιοχή αυτή, και για πολύ καιρό στηριζόταν στην ετοιμόρροπη εξουσία των Τούρκων. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία ενθάρρυνε τα σχέδια των συμμάχων της Σέρβων και Μαυροβουνίων πάνω στην Αλβανία. Η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία, αντίπαλες αδριατικές δυνάμεις, η καθεμία για λογαριασμό της απέβλεπαν στην επικράτηση στην Αλβανία, η κατοχή της οποίας κατά τον Ιταλό υπουργό των Εξωτερικών Τιτόνι, θα σήμαινε για την Ιταλία ή την Αυστροουγγαρία την αδιαφιλονίκητη υπεροχή στην Αδριατική Θάλασσα.
Τον Ιούνιο του 1913 η πρεσβευτική διάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων που συνήλθε στο Λονδίνο ασχολείται με το αλβανικό θέμα. Στις 29 Ιουλίου του 1913 ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της Αλβανίας, και την 11η Αυγούστου αποφασίζουν για τα σύνορα του νεοσύστατου κράτους.
Η απόφαση αυτή ικανοποιούσε τους Αλβανούς όσον αφορούσε τα νότια σύνορα, στην περίπτωση όμως των βορείων συνόρων άφηνε σχεδόν το μισό αλβανικό πληθυσμό έξω από την επικράτεια του νέου κράτους. Στην πρώτη περίπτωση παραχωρούνταν στην Αλβανία εδαφικές περιοχές που κατοικούνταν κατά πλειοψηφία από Έλληνες, όπως η Χειμάρα, το Δέλβινο, το Αργυρόκαστρο, η Πρεμετή, το Λεσκοβίκι, η Ερσέκα και η Κορυτσά. Στη δεύτερη περίπτωση, η εδαφική περιοχή του Κόσσοβου, όπου γεννήθηκε και ήκμασε ο αλβανικός εθνικισμός, παραχωρήθηκε στη Σερβία. Τα κύρια χαρακτηριστικά της απόφασης των μεγάλων δυνάμεων ήταν: η περιφρόνηση και η αδιαφορία προς τη θέληση και την εθνική συνείδηση, τόσο των Ελλήνων που δόθηκαν στην Αλβανία, όσο και των Αλβανών του Κόσοβου και των άλλων περιοχών που παρέμειναν στη Γιουγκοσλαβία.
Η μισελληνική πολιτική της Ιταλίας και τα σχέδιά της να δημιουργήσει μια γεωγραφικά μεγάλη Αλβανία, δυστυχώς, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην απαράδεκτη και άδικη διευθέτηση του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος. Η Ιταλία είχε προτείνει ως σύνορα της Αλβανίας: «Γραμμήν από της Αχρίδος με διαχωρισμόν των υδάτων μεταξύ Δεβόλη και Αλιάκμονος, δυτικώς της Καστοριάς προς τα Νοτιοδυτικά των Γρεβενών, εκείθεν προς Χάνι Καλπάκι, εκείθεν δια του Καλαμά μέχρι του χωρίου Γλυκός και κατόπιν μέχρι των εκβολών του ομωνύμου ποταμού, παραδίδουσα την Παραμυθιάν και Μαργαρίτη εις την Αλβανίαν». (Αγγλ. Έγγραφα, τομ. ΙΧ/ΙΙ, σ. 605).
Η ελληνική κυβέρνηση μόλις πληροφορήθηκε τις ιταλικές προτάσεις διαμαρτυρήθηκε: «Παρόμοιον σχέδιον θα ισοδυνάμει με πραγματικήν σύλησιν προς όφελος του νέου κράτους της Αλβανίας. Θα ισοδυνάμει με μοναδικόν φαινόμενον εις την ιστορίαν, η απόδοσις εις την μουσουλμανικήν κυριαρχίαν πληθυσμού πλέον των 250.000 ψυχών… Θα ισοδυνάμει με την παράδοσιν της πλειοψηφίας και αριστοκρατίας του πληθυσμού της Ηπείρου εις τον προαιώνιον εθχρόν, εις τους δυνάστας, οι οποίοι χθες ακόμη προς όφελος της αντιστάσεως του τουρκικού στρατού εις Ιωάννινα, έκαιον, έσφαζον και ελεηλάτουν τα χριστιανικά χωριά».
Μια επιτροπή η οποία συνεστήθημε το σκοπό να γνωματεύσει επί της εθνικής συνειδήσεως των κατοίκων της Βορείου Ηπείτου εφάνη κατωτέρα της αποστολής της. Ο Άγγλος συνταγματάρχης Μουρέ, που παρακολούθησε επιτόπου τις εργασίες της περιβόητης εκείνης επιτροπής, χαρακτηρίζει τα μέλη της ως εξής: «Ως πρόσωπα του δράματος ή της κωμωδίας η οποία αρχίζει να διαδραματίζεται εις την Ήπειρον. Δεν θέλω να γελοιοποιήσω τους κυρίους της επιτροπής, διότι το σφάλμα δεν ήτο ιδικόν των, αλλά των Μ. Δυνάμεων που τους έθεσαν εις τόσο δύσκολον θέσιν. Η χάραξις των συνόρων με μονοκονδυλιάν, όπως εγένετο, αγνοεί την αρχήν των εθνικοτήτων και ευρίσκεται εις προκλητικήν αντίθεσιν με τας επιθυμίας του πληθυσμού».
Το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Φεβρουαρίου 1913, το οποίο κανόνιζε τα σύνορα του νέου κρατιδίου αποτελεί διεθνές μνημείο αδικίας και καταπάτησης όλων των αρχών της ελεύθερης έκφρασης του βορειοηπειρωτικού λαού, τον οποίον παρέδιδαν στο νεογέννητο κρατικό μόρφωμα και στη νέα δουλεία την οποίαν του προσέφεραν οι λεγόμενες χριστιανικές Μεγάλες Δυνάμεις.
Ένα ακριβώς έτος μετά τη γέννηση του ανίερου Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας και συγκεκριμένα την 19η Φεβρουαρίου 1914, ο βορειοηπειρωτικός λαός όχι μόνο δεν υπέκυψε στη γενόμενη προς αυτόν αδικία αλλά σύσσωμος απαντάει στους δεσμώτες του με την κλαγγή των όπλων του. Η αστραπιαία αντίσταση των Βορειοηπειρωτών στη νέα υποδούλωσή τους είχε ως αποτέλεσμα να κατανικήσουν τους Αλβανούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να ζητήσουν την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων κατέληξαν στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας την 17η Μαϊου 1914.
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας αποτελεί τη γενναία απάντηση στην αθλιότητα της ιταλικής μακιαβελικής διπλωματίας και στα συμφέροντα που εκπροσωπούσε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας. Δια του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνωρίζουν ρητώς ότι ο βορειοηπειρωτικός λαός είναι έτοιμος και ώριμος για να απολαύσει την αυτονομία του και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή. Η διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων προς την ελληνική κυβέρνηση εμπεριέχει τα εξής:
«Οι υπογεγραμμένοι λαμβάνουν την τιμήν να ανακοινώσουν προς την Α.Ε. τον υπουργόν των Εξωτερικών ότι οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ιταλίας και Ρωσίας, ενέκριναν τη συμφωνία της Κέρκυρας, μεταξύ της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου και των πληρεξουσίων Ηπειρωτών όσον αφορά το μέλλον πολίτευμα της Ηπείρου».
Εκτός των σημαντικών εκπαιδευτικών και θρησκευτικών ελευθεριών τις οποίες θα απολάμβανε ο πληθυσμός της Βορείου Ηπείρου, επιπλέον το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας προέβλεπε ειδικά τοπικά αιρετά σώματα κατά το άρθρο 2, στρατολογία εντοπίων δια την χωροφυλακή κατά το άρθρο 5, απαγόρευση στρατωνισμού στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή κατά το άρθρο 6. Προπαντός, όμως, οι διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας ετίθεντο ρητώς εις την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων δια του άρθρου 13, η δε εφαρμογή και επιτήρηση των δύο επαρχιών της Β. Ηπείρου ανετίθετο εις τη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου Αλβανίας, η έγκριση της οποίας ήταν απαραίτητη για το διορισμό των ανωτέρων υπαλλήλων και των διοικητών της περιοχής.
Η αλβανική κυβέρνηση στην οποία υπεβλήθη η συμφωνία της Κέρκυρας, απεδέχθη αυτή τη 12η Ιουνίου 1914, με το κάτωθι τηλεγράφημα του προέδρου της Επιτροπής προς τον αείμνηστο Ζωγράφο, πρόεδρο της αυτονόμου Πολιτείας της Β. Ηπείρου:
«Η Α.Υ. ο Ηγεμών της Αλβανίας και η κυβέρνησις του απεδέχθησαν εξ ολοκλήρου και άνευ όρων την συμφωνίαν της Κερκύρας και αφήκαν εις την Διεθνή Επιτροπήν του Ελέγχου πλήρη ελευθερίαν να κανονίσει κατόπιν επιτοπίου εξετάσεως το ζήτημα της Χειμάρρας και το ζήτημα της υποδιοικητικής υποδιαιρέσεως. Καθόσον αφορά τας άλλας δηλώσεις ημών αίτινες είναι προσηρτημέναι εις το κείμενο της συμφωνίας Κερκύρας ελήφθηκαν ήδη υπ’ όψιν και εκανονίσθηκαν δια των υπ’ αριθμ. 1 και 5 της εν λόγω συμφωνίας. Υπό τας συνθήκας ταύτας ο οριστικός κανονισμός του ζητήματος κατέστη της αποκλειστι9κής αρμοδιότητός των Μ. Δυνάμεων, αντιπροσωπευομένων υπό της Διεθνούς Επιτροπής του Ελέγχου. Αφού λάβωμεν εκ μέρους Υμών οριστικήν απάντησιν θα σας κοινοποιήσωμεν επισήμως την απόφασιν των Μ. Δυνάμεων και την ημέραν της εις Αγίους Σαράντα αφίξεώς μου» (Υπογρ. Α. Κραλλ).
Κατά τον αείμνηστο Ελευθέριο Βενιζέλο: «Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας αποτελεί την επισημοτέραν διεθνή αναγνώρισιν του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος το οποίον έχει και δικαιούται να έχει η Ελλάς δια τους ομοεθνείς πληθυσμούς της περιφέρειας ταύτης».
Η μυστική συνθήκη του Λονδίνου, δύο χρόνια αργότερα, καταργούσε στην ουσία την πρώτη απόφαση και σχεδόν διαμέλιζε την Αλβανία. Η συνθήκη αυτή, που υπογράφεται την 26η Απριλίου από την Ιταλία, την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία αναγνώριζε: το δικαίωμα της Ιταλίας να ενσωματώσει την πόλη της Αυλώνας, καθώς και το νησί Σάσωνα, σύμφωνα με το άρθρο 5. Το Μαυροβούνιο θα ενσωμάτωνε το λιμάνι Shenguin, ενώ κατά το άρθρο 7, η Σερβία και η Ελλάδα θα ενσωμάτωναν η πρώτη το βόρειο τμήμα και η δεύτερη το νότιο τμήμα της Αλβανίας. Ό,τι θα απέμενε στην κεντρική Αλβανία θα αποτελούσε κατά το άρθρο 7 ένα μικρό και αυτόνομο κράτος με πρωτεύουσα το δυρράχιο και θα αντιπροσωπευόταν από την Ιταλία στις σχέσεις του με τις άλλες χώρες.
Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 και η αποκάλυψη της μυστικής συνθήκης του Λονδίνου από το Λένιν αναστάτωσε τους Αλβανούς, που περισσότερο από άλλη φορά ένωσαν τις προσπάθειές τους για να προστατεύσουν την εδαφική τους ακεραιότητα. Στις κρίσιμες εκείνες στιγμές για την τύχη της Αλβανίας σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι απόδημοι Αλβανοί της διασποράς και ιδιαίτερα οι Αλβανοί των ΗΠΑ, που βρήκαν κατανόηση από τον πρόεδρο Γουίλσον, ο οποίος εθεωρείτο προστάτης των νέων κρατών.
Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε το Αλβανικό Εθνικό Συνέδριο που συνήλθε στη Lushnja, και αφού σχημάτισε μια κεντρική κυβέρνηση, κάλεσε το λαό να πάρει τα όπλα για να υπερασπίσει την πατρίδα του. Το καλοκαίρι του 1920 οι Αλβανοί νίκησαν τους Ιταλούς στη μάχη της Αυλώνας. Η νίκη αυτή εξύψωσε το ηθικό ολόκληρου του αλβανικού έπους και ανάγκασε την Ιταλία να υπογράψει το πρωτόκολλο των Τιράνων, κατά το οποίο η Ιταλία αναγνώριζε την εθνική κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Αλβανίας. Στην Αυλώνα η Ρώμη υπέστη μεγάλη ήττα και ταπείνωση και για τούτο δεν ήταν σε θέση να διεκδικήσει τα αλβανικά εδάφη που της παραχωρούσε η μυστική συνθήκη του Λονδίνου.
Ο αλβανικός λαός όμως, παρά τις νίκες του στα πεδία των πολεμικών μαχών βρέθηκε απροετοίμαστος και ανυπεράσπιστος μπροστά στην εμφάνιση των νέων δεινών, που προέρχονταν αυτή τη φορά από τους εσωτερικούς μνηστήρες της κρατικής εξουσίας. Ο αλβανικός εθνικισμός που λειτούργησε θετικά στην περίπτωση της ενοποίησης του λαού ενάντια στους εξωτερικούς εχθρούς, δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί και να συμβάλλει στην εξασφάλιση και κατοχύρωση των πολιτικών ελευθεριών και των γενικότερων ανθρώπινων δικαιωμάτων του αλβανικού λαού.
Στα πρώτα είκοσι σχεδόν χρόνια της πολιτικής ζωής της Αλβανίας κυριάρχησε ο Αχμέτ Ζώγου, αρχηγός των Γκέγκηδων της περιοχής του Μάτι. Πρώην αξιωματικός του αυστριακού στρατού, ο Ζώγου διακρίθηκε στη μάχη της Αυλώνας εναντίον του ιταλικού στρατού. Αλλά οι φιλοδοξίες του δε σταμάτησαν στα έπαθλα της στρατιωτικής νίκης. Ο Ζώγου αστραπιαία μετέφερε τις φιλοδοξίες του και στην πολιτική, όπου ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα του υπουργού, του πρωθυπουργού και τελικά του βασιλιά της Αλβανίας.
Η εκρηκτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αλβανία, λόγω της αλλοπρόσαλλης και αυταρχικής πολιτικής του Ζώγου είχε ως αποτέλεσμα τη λαϊκή εξέγερση του 1924, που τον ανάγκασε να δραπετεύσει και να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Γιουγκοσλαβία. Εμπνευστής και ηγέτης αυτής της εξέγερσης ήταν ο Φαν Νόλι, που αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας με ένα πρόγραμμα γεμάτο από ριζικές μεταρρυθμίσεις, που απέβλεπε να μεταφέρει την Αλβανία από τις φεουδαλικές δομές του 15ου αιώνα στη μοντέρνα εποχή του 20ου.
Βιβλιογραφία: Χριστόφορος Θ. Λαζάκης, Νίκος Υφαντής, Ζήσης Δρουβής, Αρχείο ΥΠΕΞ
* Ο Νίκος Κέφης είναι πρώην δήμαρχος, υποστράτηγος ΕΛΑΣ ε.α, νομικό, μετεκπαιδευθείς σε ΗΠΑ και Γερμανία, απόφοιτος Σχολής Εθνικής Άμυνας και πολλών άλλων Σχολών, συντάκτης πολλών μελετών για τα εθνικά θέματα
