Αναρτήθηκε στις:19-04-17 11:57

Με ρυθμούς... χελώνας η ανάπτυξη στην Ήπειρο


«ΑΝΑΧΩΜΑ» ΘΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΟΥΝ ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ

Στη λίστα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τις Περιφέρειες που υστερούν, καθώς έχουν χαμηλή ανάπτυξη, συμπεριλαμβάνεται η Ήπειρος, αλλά και 10 ακόμη Περιφέρειες της Ελλάδας, από τις 13 συνολικά, για τις οποίες «ανάχωμα» θα αποτελέσουν οι μεταρρυθμίσεις, με κοινοτικούς πόρους.

Στην εν λόγω έκθεση αξιολογούνται οι παράγοντες που ευνοούν ή παρεμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα των εν λόγω περιφερειών και οι λόγοι για τους οποίους δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί τα αναμενόμενα επίπεδα ανάπτυξης και εισοδημάτων για την ΕΕ.

«Για κάθε εμπόδιο στην ανάπτυξη υπάρχει μια απάντηση που περιλαμβάνει μέσα της πολιτικής συνοχής», δήλωσε σχετικά η επίτροπος αρμόδια για θέματα Περιφερειακής Πολιτικής, Κορίνα Κρέτσου, προσθέτοντας ότι «προσαρμοσμένες στρατηγικές περιφερειακής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις για επιτυχείς επενδύσεις, μπορούν να καταστήσουν τις εν λόγω περιοχές ελκυστικές για τους κατοίκους, τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις».

Είναι χαρακτηριστικό ότι, το ΑΕΠ στην Ήπειρο, κατρακύλησε στο 48% του μέσου κοινοτικού όρου, επιβεβαιώνοντας, ότι παρά τις προσπάθειες που γίνονται από τους τοπικούς φορείς, η ύφεση που βιώνει η ελληνική οικονομία, δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστους τους πολίτες στην καθημερινότητά τους, οι οποίοι βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη, να συρρικνώνεται χρόνο με το χρόνο.

Τον Ιούνιο του 2015 η Επιτροπή δρομολόγησε μια πρωτοβουλία για να εξεταστούν οι παράγοντες που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στις Περιφέρειες της ΕΕ με χαμηλό εισόδημα και χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο πνεύμα της εν λόγω πρωτοβουλίας, η έκθεση που δημοσιεύεται, αναλύει τις επενδυτικές ανάγκες, τους προσδιοριστικούς παράγοντες, το μακροοικονομικό πλαίσιο και την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των Περιφερειών αυτών.

Η πρωτοβουλία και η παρούσα έκθεση, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης δέσμευσης της Επιτροπής να παρέχει εξατομικευμένη βοήθεια σε Περιφέρειες για να τις βοηθήσει να βελτιώσουν τον τρόπο που επενδύουν και διαχειρίζονται τα κονδύλια της πολιτικής συνοχής και να προωθήσουν το αίσθημα ευθύνης, τον συντονισμό και την ιεράρχηση προτεραιοτήτων στις Περιφερειακές επενδυτικές και αναπτυξιακές στρατηγικές.

Στην εν λόγω έκθεση, αξιολογούνται οι παράγοντες που ευνοούν ή παρεμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα των εν λόγω Περιφερειών και οι λόγοι για τους οποίους δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί τα αναμενόμενα επίπεδα ανάπτυξης και εισοδημάτων για την ΕΕ.

Τα στοιχεία

Σύμφωνα με τα στοιχεία, 47 Περιφέρειες σε οκτώ κράτη - μέλη έχουν μελετηθεί και χαρακτηριστεί είτε ως «Περιφέρειες με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», με κατά κεφαλήν ΑΕΠ έως 90% του μέσου όρου της ΕΕ αλλά με μακροχρόνια έλλειψη ανάπτυξης, ή ως «περιφέρειες χαμηλού εισοδήματος», όπου το ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από το 50% του μέσου όρου της ΕΕ.

Οι Περιφέρειες αυτές, φιλοξενούν 83 εκατομμύρια κατοίκους, συγκεκριμένα ένας στους έξι κατοίκους της ΕΕ.

Οι Περιφέρειες που αποτελούν τη μία ομάδα, συγκεντρώνονται κυρίως στη Νότια Ευρώπη (μεταξύ των οποίων βρίσκονται η Περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου, Θεσσαλίας, Ιονίων Νήσων, Δυτικής Ελλάδας, Στερεάς Ελλάδας, Πελοποννήσου, Βόρειου Αιγαίου και Κρήτης) και οι υπόλοιπες Περιφέρειες, που αποτελούν τη δεύτερη, είναι συγκεντρωμένες κυρίως ανατολικά.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις Περιφέρειες με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων και η Ήπειρος, η έκθεση επισημαίνει πως θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερες επενδύσεις.

«Μεταξύ 2007 και 2015, οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 9% συνολικά στην ΕΕ, αλλά κατά 33% στις χώρες χαμηλής ανάπτυξης με την Ελλάδα να αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πτώση, ξεπερνώντας το 60%» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση, σημειώνοντας πως προτεραιότητες θα πρέπει να αποτελούν η αύξηση της ευελιξίας του επιχειρηματικού περιβάλλοντος με περιορισμό της γραφειοκρατίας, καθώς και του χρόνου και του κόστους που απαιτείται για τη σύσταση νέων επιχειρήσεων και τη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), η αύξηση της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας των δημόσιων διοικήσεων και υπηρεσιών και ο εκσυγχρονισμός των δημοσίων συμβάσεων μέσω της ψηφιοποίησης.

Όσον αφορά τις οικονομίες των Περιφερειών χαμηλού εισοδήματος, η έκθεση υπογραμμίζει πως μπορούν να ενισχυθούν μέσω ενός αποτελεσματικού μείγματος επενδύσεων στην καινοτομία, στο ανθρώπινο δυναμικό και στη συνδεσιμότητα.

Όπως σημειώνεται, θα πρέπει να παρέχονται κίνητρα για επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο και για τη βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, μέσω επαγγελματικής κατάρτισης και διά βίου μάθησης, τα οποία μπορούν αμφότερα να υποστηριχθούν από κονδύλια της πολιτικής συνοχής.

Τέλος, επισημαίνεται πως πολλές Περιφέρειες χαμηλού εισοδήματος παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις στην υποδομή και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις υποδομές σε καίριας σημασίας δίκτυα μεταφορών.

Υψηλό επίπεδο πανεπιστημιακής γνώσης, αλλά… ανεργία

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έκθεσης, τα οποία αφορούν και στην Ήπειρο, είναι το υψηλό επίπεδο των σπουδαστών των ελληνικών Πανεπιστημίων, οι οποίοι όμως δεν απορροφώνται από την αγορά εργασίας.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, η σημασία της έρευνας για την περιφερειακή οικονομία είναι ασαφής.

«Η αποτελεσματική αλληλεπίδραση, μεταξύ των Ιδρυμάτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και του παραγωγικού τομέα, βρίσκεται στο επίκεντρο της ανταγωνιστικότητας σε μια οικονομία που βασίζεται στη γνώση. Σε ελληνικές και ισπανικές Περιφέρειες, και Περιφέρειες που υστερούν, (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Δυτική Ελλάδα, Ήπειρος, Ανδαλουσία) οι υψηλές επιδόσεις στα Πανεπιστήμια δεν συνάδουν με την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας, καθώς και ο δείκτης της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας, δείχνει μια αναντιστοιχία μεταξύ των περιφερειακών Πανεπιστημιακών επιδόσεων και των αναγκών της περιφερειακής οικονομίας. Η εξήγηση μπορεί να είναι διττή: Πρώτον, ότι τα Περιφερειακή Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης συμπεριφέρονται ως ‘’γυάλινοι πύργοι’’: που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας και δεν διεξάγουν έρευνα για την περιφερειακή επιχειρηματική κοινότητα. Το δεύτερο, είναι ότι η αγορά εργασίας δεν έχει την ικανότητα να απορροφά τη γνώση που παράγεται από Πανεπιστήμια. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν τα επίπεδα απασχόλησης, ούτε της παραγωγικότητας της εργασίας και κατά συνέπεια να επέλθει ανάπτυξη», τονίζεται χαρακτηριστικά.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ