Η ωμή συμβουλή του νονού της Τεχνητής Νοημοσύνης για την εποχή του ΑΙ
Δήμος Γ. Καραϊσκάκη: Παράδοση απινιδωτή στη Μεγαλόχαρη και δράσεις εκπαίδευσης πολιτών
Γ.Ν. Άρτας: Ενημερωτική δράση στο Λύκειο Ανέζας για το άγχος και το στρες
Περιφερειακή Αρχή Ηπείρου: Ανιστόρητες συκοφαντίες σε βάρος Περιφερειάρχη και ΠΤΑΗ
«Από την Καταστροφή στη Δημιουργία»: Μαθητικές φωνές και εικαστικές διαδρομές ειρήνης στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας
Εξιχνιάστηκε άμεσα κλοπή από σπίτι στην Άρτα – Ταυτοποιήθηκαν πατέρας και ανήλικη κόρη

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Τη φετινή χρονιά τιμάται η επέτειος μιας πολύ σημαντική σελίδα της πολύπτυχης εθνικής ιστορίας μας, για την οποία συμπληρώνονται ήδη 100 χρόνια, καθώς το εν επικεφαλίδι γεγονός συνέβηκε τον Φεβρουάριο του 1914, οπότε σύσσωμος ο πολυάριθμος Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου ξεσηκώθηκε εναντίον στις άδικες αποφάσεις και τα ιταμά τελεσίγραφα των Μεγάλων Δυνάμεων εκείνης της εποχής, κρίνοντας εκ του ασφαλούς της κυριαρχικής τους θέσης με τις σκοπιμότητες και τις κοντόφθαλμες πολιτικές τους βλέψεις, που τις υλοποιεί η άθλια διπλωματία τους. Αυτές διεκδικούσαν και απένειμαν κατά την βούλησή τους το δικαίωμα της ελευθερίας, που είναι το ιερότερο προνόμιο του ανθρώπου πάνω στη γη.
Αν μάλιστα πάρουμε υπόψη μας το γεγονός ότι αυτή η τόσο σημαντική επέτειος, εφάμιλλη σε ηρωισμό και θυσίες των άλλων εθνικών απολυτρωτικών Αγώνων της Ελλάδας, συμπίπτει με το 300ο έτος από τη γέννηση του Εθναποστόλου κι Ιερομάρτυρος Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που εργάστηκε προπαντός στα μέρη της Βορείου Ηπείρου, όπου άφησε και την τελευταία πνοή του με μαρτυρικό θάνατο από τους άγριους Τουρκαλβανούς. Επίσης εφέτος συμπληρώνονται συγχρόνως 20 χρόνια από την κοίμηση του σύγχρονου μεγάλου ανδρός του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, μακαριστού Μητροπολίτη Κονίσης Σεβαστιανού.
Εξάλλου αποτελεί καθήκον μας να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τα γεγονότα εκείνης της αξιοζήλευτης περιόδου για να αποτίουμε τιμή σε όσους έδωσαν τα πάντα, ακόμη και την ψυχή τους για την εθνική ελευθερία των σκλαβωμένων αδερφών. Επιπρόσθετα πρέπει όλοι μας να παραδειγματιστούμε από την ακλόνητα ασυμβίβαστη σ λαού κι αρχόντων της Ηπείρου απέναντι στην βαρβαρότητα των θεωρούμενων «πολιτισμένων κι αδιάβλητων» Ευρωπαίων Συμμάχων μας, αλλά και την αποκαρδιωτική σκληρότητα κι αδιαφορία της μητέρας πατρίδας. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 1912, ο Ελληνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτής κι ελευθερωτής στη Χειμάρρα και την Κορυτσά, ενώ αμέσως μετά στα Ιωάννινα και στη συνέχεια απελευθερώνεται όλη η ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται μέχρι τη νοητή γραμμή Χειμάρρας - Τεπελενίου - Μοσχόπολης.
Σε κάθε μέρος ο στρατός μας γίνεται αποδεκτός με μεγάλη χαρά, ζητωκραυγές κι έξαλλο ενθουσιασμό ως ελευθερωτής, με τους πολυπληθείς Έλληνες κατοίκους να πιστεύουν ότι επιτέλους έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, το ποθούμενο, η πολυπόθητη Ένωση με τη μάνα Ελλάδα, κατόπιν από υπομονή μέσα στο θεοσκότεινο βάθος πλέον από 500 χρόνια σκλαβιάς.
Ο διάδοχος του Ελληνικού θρόνου, Παύλος, το Μάιο του 1913 περιοδεύει σε όλη την περιφέρεια από την Κορυτσά μέχρι το Λεσκοβίκι και τη Χειμάρρα και παντού τον συνοδεύουν ποικίλες εκδηλώσεις αφοσίωσης και λατρείας με τη συμμετοχή κλήρου και λαού. Ακόμη και πολλοί Μουσουλμάνοι χειροκροτούν με άφατη χαρά, γιατί είναι μετριοπαθείς και συνετοί και θεωρούν αυτονόητη την υπαγωγή τους στο τότε Βασίλειο της Ελλάδος, λόγω στην περιοχή, αφενός της γεωγραφικής γειτνίασης, αφετέρου της συντριπτικής ελληνικής πληθυσμιακής πλειοψηφίας και της πολιτιστικής κι ιστορικής υπεροχής αυτού του ακμαίου ελληνικού στοιχείου.
Παρά την ενθουσιώδη υποδοχή όλων των κατοίκων της περιοχής από την θριαμβευτική επανεμφάνιση Ελληνικών Δυνάμεων, μετά από μεσολάβηση πέντε αιώνων ασφυκτικής υποδούλωσης του Ελληνικού πληθυσμού, την ίδια στιγμή, βαριά σύγνεφα σκεπάζουν τον Βορειοηπειρωτικό ουρανό. Οι μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, με προεξάρχουσες την Ιταλία και την Αυστροουγγαρία βλέπουν υποτιμητικά την Ελλάδα και δεν μπορούν να ανεχτούν να βλέπουν ότι βλάπτονται τα συμφέροντά τους και μια «μικρή» Ελλάδα να ελέγχει πλήρως κι από τις δυο πλευρές το στενό της Κέρκυρας και στην ουσία την ανεμπόδιστη είσοδο στο μυχό της Αδριατικής.
Λοιπόν αποφασίζουν, σαν κυρίαρχοι διανομής της γης που δεν τους ανήκει, αυθαίρετα να προωθήσουν την ίδρυση Αλβανικού κράτους για να το χρησιμοποιήσουν ως προτεκτοράτο κι όχημα για την επίτευξη των σκοτεινών σχεδίων τους. Έτσι οι Αλβανοί, ενώ βολιδοσκοπούσαν την έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων και δεν συμμετείχαν καθόλου στην διεξαγωγή τους, μόνοι από τους Βαλκανικούς λαούς που δεν αγωνίστηκαν για την ελευθερία τους, την οποία αντιμετώπισαν με νωθρότητα, ανακηρύσσεται από το πουθενά το Νοέμβριο του 1912 αποκλειστικά με «υπερβάλλοντα ζήλο» των ξένων πρακτόρων που τους υποκινούν, ένα αλβανικό κράτος στο Δυρράχιο και την Αυλώνα.
Προκειμένου να γίνει η Αλβανία βιώσιμη εδαφικά, αφού ήταν νεοσύστατο κράτος κι απλώνονται σε μικρή εδαφική επικράτεια, οι Μεγάλες Δυνάμεις, με την πίεση κυρίως της Ιταλίας, παραχωρούν σ’ αυτή ελληνικά εδάφη στις 17 Δεκεμβρίου 1913, με την υπογραφή του Πρωτόκολλου της Φλωρεντίας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου χρησιμοποιούν αυθαίρετα κριτήρια για τον καθορισμό των συνόρων, με μυστική συνεννόηση κι ύστερα από παρωδία μιας επιτόπιας έρευνας.
Παράλληλα, θέτουν εκβιαστικό δίλημμα στον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και στην ελληνική κυβέρνηση, που πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο εξ ίσου σχεδόν δυσάρεστων υποθέσεων, δηλαδή ή την αποχώρηση του στρατού μας από τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου, που ελευθέρωσε με ποτάμια από αίμα και θυσίες, ή τον κίνδυνο μη αναγνώρισης της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Ο Πρωθυπουργός μας σταθμίζοντας τα δεδομένα, υποτάσσεται στην εκβιαστική επιλογή που ανατρέπει την μέχρι τότε διεθνή πρακτική, συντάσσεται αναγκαστικά στην εκδοχή της αποχώρησης και διατάσσει την εκκένωση της περιοχής. Από τότε έμεινε στην ιστορία ο θρύλος της νοσταλγίας της επανάκτησης της Βορείου Ηπείρου, που μας την πήρε ο φθόνος της Δύσης, μολονότι είναι το ίδιο ελληνική με τη Νότια αδερφή της, πράγμα που διατρανώνει και το εμβατήριο: «Έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή, τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ».
Οι Βορειοηπειρώτες αμέσως μετά την απόφαση προσάρτησης αντιδρούν με διαμαρτυρίες, παλλαϊκά συλλαλητήρια κι άφθονα υπομνήματα προς τις Μεγάλες Δυνάμεις. Αυτές οι ενέργειές τους αποτελούν αληθινά μνημεία ειρηνικής αντίστασης, δημοκρατικής ευθιξίας, εθνικής αυτοσυνειδησίας και αποτελούν τεκμήρια της ελληνικότητας, ενώ δίνουν βαρύτητα στην αποφασιστικότητα των Ηπειρωτών να μην την απόσυρση τμήματός τους, ούτε τετελεσμένες καταστάσεις, που θα τους υπαγάγουν ξανά σε καθεστώς δουλείας, στο οποίο συνεχίζουν να βρίσκονται, χωρίς να ανταμειφθούν οι αιματηρές θυσίες τους.
Αφού όμως συνειδητοποιούν το κακό που υπέστησαν απ’ τους «Φίλους» και αδυνατεί να τους προστατεύσει η μάνα Ελλάδα, γίνονται λιοντάρια και διοργανώνουν συγκλονιστικές λαοσυνελεύσεις παντού, όπου αποφασίζεται σε δεύτερο βήμα τους, η προσφυγή στα όπλα για την προάσπιση του Δίκιου τους. Συγκινητική είναι η επιστολή προειδοποίησης των αντιπροσώπων της Κορυτσάς προς τους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων: «Δεν δυνάμεθα να πιστεύσωμεν ότι η χριστιανική Ευρώπη θα θελήση να υπαγάγη χριστιανικόν λαόν, μόλις αναπνεύσαντα την αύραν της ελευθερίας, υπό νέον μουσουλμανικόν ζυγόν ασυγκρίτως χείρονα του πρώτου… Εάν όμως η διπλωματία φανή προς ημάς σκληρά, δηλώνομεν ότι αμετάκλητον έχομεν απόφασιν να μεταβάλωμεν τα πάντα εις τέφραν και θα θυσιασθώμεν μέχρις ενός, ραμυνόμενοι της ελευθερίας, της ιστορίας και των παραδόσεων ημών! Έν εκ των δύο υπολείπεται ημίν ή η Ένωσις μετά της μητρός Ελλάδος, ή η μεταβολή των πάντων εις ερείπια και τέφραν!»
Παρατηρείται δηλαδή, παράλληλα με τις σκοπιμότητες των Μεγάλων Δυνάμεων κι αδυναμία της Ελλάδας για υπεράσπιση των εδαφών που πριν 12 μήνες απελευθέρωσε, να συνεργούν τώρα στην αποστέρηση της απολύτρωσης της περιοχής. Οι ακραιφνείς αυτοί Έλληνες, κάτοικοί της, αναγκάζονται πια με τά την εξάντληση των ειρηνικών διεκδικήσεων να πάρουν ξανά την τύχη της στα χέρια τους με πρωτοστάτη την τοπική Εκκλησία, ιδρύουν νέους ιερούς Λόχους με αθρόα συμμετοχή ανδρών, γυναικών και μαθητών κι εγκαθιστούν στο Αργυρόκαστρο στις 17 Φεβρουαρίου 1914 την κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου.
Στην ανακήρυξη της αυτονομίας απήυθυνε χαιρετισμό Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, που κατά την εφημερίδα «Ήπειρος», είπε: «… χάριν της υπερτάτης εθνικής ανάγκης κατεβιβάσθης ω θείον όνειρον ημών τε και των πατέρων μας γαλανόλευκή μας εθνική μας σημαία! Αλλ’ αντί σου, δεν ανυψώνομεν ξένην, αλλά την θυγατέρα σου ηπειρωτικήν προωρισμένην να κατισχύσει της αλβανικής ημισελήνου!».
Αξίζει να σημειωθεί η συμμετοχή στον αγώνα αυτόν υπέρ Ιερών κι Εστιών, τόσο των Ελληνόφωνων, όσο και των Βλαχόφωνων κι Αλβανόφωνων Ελλήνων, υπήρξε αποφασιστικής σημασίας και με την συμπαράταξη πολλών εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, καθώς και μεταξύ αυτών και βετεράνων του Μακεδονικού Αγώνα, δίνοντας έναν λυσσαλέο κι ηρωικό αγώνα, του οποίου η νικηφόρα έκβαση, μετά από τρίμηνο καταλήγει στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας στη διάσκεψη εκεί από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1914.
Αυτή η συμφωνία με υπογραμμένη την άποψη των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά και της ίδιας της Αλβανίας, που διεπίστωσαν την προηγούμενη αδικία, με περίτρανο τρόπο αναγνωρίζει την ελληνικότητα ολόκληρης της κρίσιμης περιοχής από την Χειμάρρα μέχρι την Κορυτσά και προβλέπει σημαντικά προνόμια, ιδίως στον πολιτιστικό τομέα, στον εκπαιδευτικό, στον εκκλησιαστικό και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αναγορεύοντας επίσημα την ύπαρξη Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.
Ας τονιστεί για άλλη μια φορά, η πρωτοπορία σ’ αυτόν τον αγώνα της Εκκλησίας με τους τρεις τοπικούς μητροπολίτες, Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα και Κορυτσάς Γερμανό ως μέλη της Αυτονόμου Κυβερνήσεως με Πρόεδρο τον Δημήτριο Λούλη, αντισυνταγματάρχη από την Νίβιτσα, που παραιτείται από τον Ελληνικό Στρατό για να υπηρετήσει την γενέτειρά του.
Ο ελληνικός λαός της μητέρας πατρίδας με πρωτοπόρους τους σπουδαστές και τη συνδρομή του Ελληνισμού της Κρήτης, της Κύπρου, της Αιγύπτου και των ΗΟΑ, συμπαραστέκεται στους αγωνιζόμενους Ηπειρώτες με το σύνθημα: «Λαός ελευθερωθείς διά του ξίφους, δεν δουλούται διά του καλάμου». Αυτά συνέβαιναν, παρά την φαινομενική εχθρική στάση της νότιας, ελεύθερης Ελλάδας, η οποία ανήμπορη να αντιδράσει δυναμικά σε ένα ακόμη μέτωπο, δεσμευμένη από τους Δυτικούς, που τους είχε ανάγκη, έδειξε υπερβάλλουσα αδιαφορία, προσπαθώντας να γίνει πιστευτή και να μην ανακινήσει την καχυποψία.
Ο αγώνας αυτός της αυτόνομης διευθέτησης του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος και μετά το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας συνεχίστηκε, όταν κι οι Μεγάλες Δυνάμεις, αναγνωρίζοντας το αδιέξοδο που οι ίδιες δημιούργησαν, αλλά βλέποντας και την απτόητη επικράτηση κατά κράτος των Ηπειρωτών, δέχονται την ανακατάληψη των εδαφών της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό που είχε αποσυρθεί στα ενδότερα, διά της προώθησής του στις θέσεις που κατείχε πρώτα, μπαίνοντας δηλαδή τώρα για δεύτερη φορά ελευθερωτής στα προχωρημένα εδάφη της Βορείου Ηπείρου με τη νέα Κυβέρνηση διεθνούς κύρους κι αναγνώρισης, να παραδίδει την εξουσία, θεωρώντας ότι η δική της αποστολή είχε πλέον ολοκληρωθεί, με την δικαίωση του πολύπτυχου και πολυτάραχου αγώνα.
Άμεση συνέπεια των διαδραματισθέντων, αποτελώντας το πρώτο ελληνικό βήμα της επόμενης χρονιάς, είναι η αποστολή Βορειοηπειρωτών Βουλευτών στο Εθνικό Ελληνικό Κοινοβούλιο στην Αθήνα, μετά την εκλογή τους στις βουλευτικές εκλογές του 1915, αφού πια είχαν λήξει κι επίσημα οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1914 και τα αποτελέσματά τους επικυρώθηκαν με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.
Δυστυχώς ο εθνικός διχασμός που ακολούθησε την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, αφενός μεν απέσπασε το ελληνικό ενδιαφέρον και προσοχή κι αφετέρου αποτέλεσε πρόφαση των Μεγάλων, των οποίων στην ουσία θίγονταν τα συμφέροντα, για δήθεν ελληνική αναξιότητα, μαζί με την μεταμόρφωση της διεθνούς κατάστασης που την απασχολούσε υπερβαλλόντως η πολεμική προετοιμασία από τα σύγνεφα που άρχισαν να σκιάζουν όχι μόνον τον ουρανό της Ευρώπης επιτάσσοντας τον οργασμό της Παγκόσμιας Διπλωματίας, έβαλε ταφόπλακα στο όραμα των Βορειοηπειρωτών για Ένωση με την πατρίδα Ελλάδα.
Κατόπιν συμπαιγνίας, Γάλλοι κι Ιταλοί από κοινού εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία της Ελλάδας και κατέλαβαν το 1916 τις πλέον απελευθερωθείσες περιοχές που ανήκαν ήδη στην Ελλάδα κι επισήμως, της Κορυτσάς και του Αργυροκάστρου, τις οποίες νέμονταν αντίστοιχα. Έτσι καταλύθηκε εν τη γενέσει της η ελληνική κυριαρχία στην Βόρειο Ήπειρο.
Μετά το 1918, η Ελλάδα διεκδίκησε ξανά επιμόνως τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου, φτάνοντας ειδικά το 1920, κοντά στην τελειωτική επίτευξη του στόχου της απελευθέρωσης επιτέλους. Τότε μάλιστα ετοιμάσθηκε κι ειδικό σώμα στην Καστοριά για τη θριαμβευτική είσοδο στην Κορυτσά. Ακόμη κι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εκδήλωσε σφοδρό ενδιαφέρον για την προκειμένη υπόθεση και με δηλώσεις του τάχθηκε υπέρ των ελληνικών δικαίων της περιοχής.
Οι νέες αυτές ελληνικές προσπάθειες απέβησαν άκαρπες, γιατί η Μικρασιατική καταστροφή που ακολούθησε κι η διπλωματική αποδυνάμωση της Ελλάδας δεν επέτρεψε την επανάληψη της απελευθέρωσης, ώστε να στεριώσει σε διπλωματικό ή παρασκηνιακό επίπεδο διαβουλεύσεων ή σε μέτρα πολεμικής σφαίρας.
Τα νέα σύνορα επιβλήθηκαν μονομερώς κι αυθαίρετα στην νοητή γραμμή που χάραζε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, με πλήρη αγνόηση όλων των νεότερων ενεργειών που μεσολάβησαν από τότε, είτε από Ελληνικής πλευράς στο διοικητικό κι επιχειρησιακό επίπεδο, είτε εκ μέρους της δικής τους σκοπιάς σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο και ωστόσο χωρίς η Ελλάδα να τα έχει αποδεχτεί.
Αυτή η εξέλιξη του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος, την οποία κατηύθυναν φανερά οι Δυτικοί με τις επανειλημμένες, ωμές, ανθελληνικές επεμβάσεις τους. Πείσμωσε περισσότερο το εθνικό μας φιλότιμο κι ο Στρατός μας μπήκε απελευθερωτής στην Βόρειο Ήπειρο για 3η φορά το έτος 1940, καταδιώκοντας την φασιστική Ιταλία, κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Ελλάδα, μετά τον πόλεμο έθεσε επίσημα τις διεκδικήσεις της για τα Δωδεκάνησα και τη Βόρειο Ήπειρο, στο Συμβούλιο υπουργών εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων. Το θέμα για τη Βόρειο Ήπειρο μπήκε στην ημερήσια διάταξη ως τρίτο στη σειρά, κατά, κατόπιν απ’ το αυστριακό και το γερμανικό. Και το αυστριακό επιλύθηκε τελικά το έτος 1956, ενώ το γερμανικό το 1990 με την ένωση των δύο Γερμανιών.
Απομένει λοιπόν ανικανοποίητο και σε εκκρεμότητα το ελληνικό θέμα σχετικά με την Βόρειο Ήπειρο, το οποίο πρέπει να υπενθυμίσει και να το θέσει εκ νέου, διεκδικώντας κατ’ ελάχιστο την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, το οποίο δεν έχει αντικατασταθεί από άλλη διεθνή συμφωνία κι επομένως νομικά είναι σε ισχύ.
Το περίφημο πρωτόκολλο της Κέρκυρας, αποτέλεσμα του αυτονομικού αγώνα των Βορειοηπειρωτών παραμένει και σήμερα οδηγός διεκδίκησης των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, αλλά και των εθνικών δικαίων τους. Δικαιολογημένα αυτός ο αγώνας των αδελφών μας έχει ξεχωριστή θέση στο πάνθεο της ιστορίας του Ελληνισμού, δίπλα στις άλλες χρυσές σελίδες της.
Σήμερα αυτό το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, παρόλο της συμπλήρωσης 100 χρόνων από την υπογραφή του κι από τους ίδιους τους Αλβανούς, είναι στην επικαιρότητα κι αποτελεί το ισχυρότερο διπλωματικό και πολιτικό όπλο των Βορειοηπειρωτών στον αγώνα τους της εθνικής επιβίωσης στον πατροπαράδοτο τόπο και πατρογονικές τους εστίες.
Επιτέλους έστω τώρα το 2014 να αποτελέσει ένα έτος ορόσημο για εθνική αφύπνιση, αναγέννηση κι ενίσχυση της ιστορικής μας αυτοσυνειδησίας, μέσα στην δίνη της εθνικής, πνευματικής κι οικονομικής κρίσης, που περνάει η πατρίδα μας, Ελλάδα. Η ελευθερία της ιδιαίτερης πατρίδας τους έχει οδηγό τον τόσο άνισο, γενναίο και νικηφόρο αγώνα των προγόνων μας. Ο αγώνας αυτός ευτύχησε να έχει άξια ηγεσία των περιστάσεων, που αρνήθηκε να δεχτεί τα ιταμά τελεσίγραφα των ξένων δυναστών κι έδωσε το παράδειγμα ηρωισμού και θυσίας. Μακάρι και τώρα στις κρίσιμες στιγμές της Ελλάδας να αναδειχθούν αντάξιοι ηγέτες, που μαζί με τον απλό λαό και τη βοήθεια του Θεού θα αντισταθούν αποτελεσματικά στους νέους δυνάστες μας.
