Αναρτήθηκε στις:16-02-17 10:34

Άθεοι στα ελληνικά δεδομένα


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Η αθεΐα εντός των πλαισίων της παγκόσμιας ιστορίας του πολιτισμού, υπήρξε φαινόμενο που αποδείχτηκε ουτοπία και φρεναπάτη για εκείνους που την υποστήριξαν, συμβαδίζοντας και με τις διακηρύξεις της εποχής τους. Ανέκαθεν συντελεί ως αιτία καθυστέρησης κι έκπτωσης συνάμα της ανθρώπινης προσωπικότητας, υποβαθμισμένης από το ύψος της εικόνας του Θεού. Όχι μόνον στην περιοχή της θρησκευτικότητας, αλλά και του δικαίου και γενικά της ηθικής.

Όσον αφορά τον περιορισμό μας στην ελληνική, διαχρονική παράδοση, πεποίθηση και πραγματικότητα, ανακαλύπτεται ένα τοπίο εντελώς άγνωστο στα αθεϊστικά πεδία. Αυτό παρατηρείται ότι συνάδει σε όλες τις χρονικές περιόδους, από την αρχαία εποχή του 8ου πΧ αιώνα, κατά την οποία ο τυφλός ποιητής Όμηρος ραψωδούσε, περιφερόμενος στις βασιλικές Αυλές κι αρχοντικές Επαύλεις όλου του κόσμου, που διψούσε για τα νάματα των εμμελών διηγήσεων του Τρωικού πολέμου.

Δεν παρέλειπε να υπομνήσει πως: «Διός δε ετελέετο βουλή και του Θεού γενότνε το θέλημα» (Το πρωτότυπο με αντίστοιχη ερμηνεία, στη συνέχεια). Κι αργότερα με τους φιλοσόφους, το ίδιο συνέβαινε, καθώς εντόπιζαν την αρχή του κόσμου σε υλικό στοιχείο, χωρίς να χαρακτηρίζονται υλιστές, αλλά υλοζωιστές, με κορυφαίο εκπρόσωπο τον σκοτεινό φιλόσοφο, βαθυστόχαστο Ηράκλειτο, υποστηρικτή μιας πρώιμης Δαρβίνειας Εξέλιξης, με χαρακτηριστική τη ρήση: «Πάντα ρει, πάντα χωρεί και ουδέν μένει».

Αυτός ο φιλόσοφος συνέλαβε τον μεγαλειώδη «λόγο» που συνέχει το σύμπαν με αρμονία και διακήρυξε ότι οι ανθρώπινοι νόμοι στρέφονται «εξ ενός, του θείου». Έτσι αυτός έβαλε τις βάσεις της ατομικής επιστήμης. Το ίδιο πνεύμα διακατείχε την κοινωνία και κατόπιν στα χρόνια του Πλάτωνα και του Σωκράτη με το «πάντων χρημάτων, μέτρον Θεός».

Μέχρι σήμερα το ελληνικό πνεύμα, όπως εξάλλου εκφράστηκε και πολύ παλαιότερα, υπήρξε φιλόθεο και θεοφιλές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε να ταυτίζεται η έννοια της εθνικότητας με εκείνη της θεοσέβειας. Το πρόσωπο που λατρεύεται από την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είναι του Σωτήρος Χριστού κυρίως μέσα στα πλαίσια του Θεοίδρυτου θεσμού της Εκκλησίας Του.

Στα νεότερα χρόνια, μετά την ανάκτηση της εθνικής μας ελευθερίας, χάρη στην πιστότητα, παράλληλα με τα μαρτύρια των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, παρατηρήθηκαν τάσεις αλλοτρίωσης απ’ αυτή τη διαχρονική στάση. Σαν συρμός ακολουθήθηκε, κυρίως κάτω από εξωτερικούς εξαναγκασμούς κι επηρεασμούς ολκής από τη Δύση. Κι ας μας δηλητηριάζει πατώντας πάνω στην ευαισθησία μας, σαν παραφουσκωμένο εποχιακό σουξέ μιας φευγαλέας μόδας.

Όμως ποτέ δεν ευδοκίμησαν, ούτε υιοθετήθηκαν, ούτε ασπάστηκαν, ούτε από τις ευρείες λαϊκές μάζες, ούτε από τον πνευματικό κόσμο του Έθνους μας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πολυμαθέστατου και καλόν γνώστη των θέσεων του Διαφωτισμού της Δύσεως Ευγενίου Βουλγάρεως, που κατέστησε κριτήριο της αποδοχής τους ή μη, τις θέσεις της Ορθοδοξίας.

Υποδειγματικός κι ο στρατηγός Μακρυγιάννης, που δεν ενέδωσε, ούτε έκανε πίσω στο παραμικρό μπροστά από το μοντέλο της βαυαροκρατίας που αντέγραφε το διαφωτιστικό πνεύμα, απόρροια της δυτικής καταγωγής.

Καθοδηγητική υπήρξε κι η πνευματική παρακαταθήκη στα έργα των δύο μεγάλων μας ανδρών, αφενός του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού κι αφετέρου του κοσμοκαλόγερου Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, όλων αναθρεμμένων ως τέκνων της ελληνικής παράδοσης,

O Διονύσιος Σολωμός από παιδί ανατράφηκε και γαλουχήθηκε μέσα στο φως και την αγιοσύνη της Ορθοδοξίας. «Ο άνθρωπος με τη γλυκύτερη φαντασία, την πλέον άτρομη καρδία, με τα σπλάχνα που γνώρισαν τους καημούς της γης και τα αισθήματα του ουρανού, που δοκιμάστηκε - άθελά του - από τις πλέον οδυνηρές ηθικές συγκρούσεις», έμεινε σ’ όλη του τη ζωή πιστός.

Σύμφωνα με την προσωπική μαρτυρία του σεβασμιωτάτου Κωνσταντίνου, επισκόπου Κυθήρων «υπήρξεν εγκρατέστατος των ιερών γραμμάτων, ένθα εύρισκε λειμώνα πνευματικής νομής και Άδης.

Αλήθεια! Με πόση χαρά διαβεβαιώνει τους συμπολίτες του ότι ο Φώσκολο το ‘χει γραμμένο πως «η Αγία Γραφή ήταν το μοναδικό βιβλίο που όλο και το διάβαζε από την αρχή ως το τέλος»! Όπως σωστά παρατήρησαν, το βαθύ και γνήσιο θρησκευτικό αίσθημα στον Σολωμό από την επιφάνεια της ποίησής του κι αναπηδά και κορυφώνεται σε ορισμένα ποιήματα, συνθέτοντας λυρικότατους στίχους ή δυνατούς επινίκιους παιάνες, όπως οι παρακάτω που εκτίθενται αποσπασματικά, για την Ανάσταση:

«Μέρα είναι Αγάπης. Άδης ενικήθη/ Καίονται τα σπλάχνα, καίονται τα στοιχεία./ Και η πυρκαϊά του κόσμου αναγαλλιάζει,/ Και κατ’ Αυτόν τη σπίθα της τινάζει…/ Όταν η Πύλη ακούστηκε να σπάη/ Τι χλαλοή στον κάτου κόσμο εγίνη:/ Χαίρεται μέσα η άβυσσο και ασπρίζει/ Το πέρασμα του Λυτρωτή σφυρίζει… (Από την ποιητική συλλογή «Λάμπρος)φ

Και στην ποιητική συλλογή «Άσμα Ασμάτων» ενδεικτικά παρατηρείται:

«Κράτα για σένα, ω κόσμε,/ Κράτα τις ξεφάντωσές σου./ Αυτός τόση χαρά σκορπίζει στην ψυχή μου,/ Που άλλο δεν νοιώθω, σα μολάη μαζί μ’ εμέ./ Κι εγώ μ’ Εκείνον…».

Προκύπτει η ευδιαθεσία κι η ευφροσύνη που πλημμυρίζει την ανθρώπινη καρδιά που βυθίζεται αναμφισβήτητα στη θεία στοργή και τραγουδάει: «Γλυκό ‘ναι της Παράδεισος να μεκετλας τα κάλλη…».

Γι’ αυτή τη μακαριότητα είναι ανοιχτός ο δρόμος στον καθένα. Το μυστικό το ξέρει ο Χριστιανός ποιητής: «…η άμμετρη κι απέραντη Αγάπη που όλα τα μπορεί, μονάχα ένα δεν δύνεται, να αντισταθεί στον θρήνους, μιας καρδιάς, μετανοιωμένης. (από το έργο της καταστροφής της Ιερουσαλήμ).

Βέβαια αναφορικά με τη σχέση πίστεως κι έθνους, εύρημα της σολωμικής μούσας είναι το συναπάντημα Θρησκείας κι Ελευθερίας και ο περίφημος ασπασμός τους στο Μεσολόγγι: «Σου ήλθε μπρος λαμποκοπώντας η θρησκεία μ’ ένα σταυρό (…) και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μέσα στην Εκκλησιά». (από τον Ύμνο στην Ελευθερία).

Πιο κοντινή μας είναι η περίπτωση του Παπαδιαμάντη του ζωγράφου των ταπεινών και πράων ψυχών, που όταν το καλούσε η εθνική ανάγκη, το έλεγε η καρδιά κι η πένα του. Ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται σε μια εποχή «λογοτεχνικού μεταπρατισμού», όπως σημειώνει ο Γ. Βαλέτας:

«Τα νειάτα, όταν ζητώντας την ανόρθωση - μας χωρίζουν λίγα χρόνια από την Επανάσταση - άφησαν τους αρχαίους, αγκάλιασαν τους ξένους, τόρριξαν στο νεωτερισμό (…). Ελλάδα, λαό, ελληνική πραγματικότητα, εθνική ζωή και εθνικές αξίες, δεν έβλεπαν μπροστά τους (…).

Ο Ροΐδης, ένας παράξενος άθεος, με καυστικό περιεχόμενο, ανεθνικός, διανοητικός τύπος, διακήρυσσε ότι έθνος, χθες μόλις γεννηθέν ολίγιστας έχει να συνδυάσει ιδίας αναμνήσεις και πόνο να

Τότε είναι που ο Παπαδιαμάντης θα καταδικάσει τη σκέτη αρχαιοπληξία τον ορθολογισμό και τη θρησκευτική χαλαρότητα. Θα εναντιωθεί στο σχολαστικισμό της Δύσης, στο νοθευμένο χριστιανισμό των Σταυροφόρων, του Κουατροσένιου στην προπαγάνδα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.

Θα παραστήσει την πραγματικότητα του τόπου, με την ηδονή, την πολιτική, τη θρησκευτικότητα, την εκπαιδευτική κατάσταση, αλλά θα αγωνιστεί για να την εξαλείψει. Με το έργο του, που είναι αληθινό, οδηγητικό κι ανυψωτικό, , θα μοχθήσει τεχνικά και με πόνο να πείσει τους συμπατριώτες του, στη «Γυφτοπούλα» - ότι η αθεΐα και το ειδωλολατρικό ιδανικό του Γεμιστού ήταν «μια καταστροφική στην εθνική μας ιστορία, ουτοπία», και πως «ο Φραγκολεβαντίσμός (Ροϊδισμός)-στους «έμποροι των εθνών-ήταν μια ανίερη προδοσία που πρέπει να μας γίνη μάθημα εθνικό και ακόμα «στη Μετανάστιδα», πως η καταπάτηση της ηθικής και της αρετής με τον ψευδομοντερνισμό είναι μια κατάρα Θεού (…) για την Ελλάδα, που περιμένει απ’ τα παιδιά της πολλά’.

Κι ο λαμπριάτικος Ψάλτης των γραφικών ξωκκλησιών της Σκιάθου και του αγίου Ελισσαίου θα διατρανώσει το ελληνοχριστιανικό του «πιστεύω»: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη» (από «Λαμπριάτικος Ψάλτης).

«Μπορούσε να πει κανείς ότι με προφητική έγνοια, σε κρίσιμες στιγμές για το πεπρωμένο του Έθνους μας, θα βροντοφωνάξει πως «Γραικύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ ακρονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και να φανή και αυτός γίγας».

Εναργέστερα μας ομιλεί εδώ για την αλληλένδετη ελευθερία με την Ελλάδα: «Το ελληνικόν Έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήτιον και ελεύθερον, έχει και θα έχη διά παντός την ανάγκην της θρησκείας του».

Αυτό είναι και για τη σημερινή δραματική οπτική του Ελληνισμού το μήνυμα του μεγάλου Παπαδιαμάντη. Όμως δεν είναι μόνον οι μεγάλοι μας. Είναι κι άλλοι πολλοί, νεότεροι και προγενέστεροι, που άφησαν κάποιες γραμμές και κάποια συνθήματα, που μαρτυρούν πνευματική εγρήγορση και πίστη.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ασύγκριτων πνευματικών διαστάσεων κι αυτός, εξομολογείται; «Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο περισσότερο αισθάνομαι πως έχω να δώσω σε κάτι ανώτερο από μένα λόγο, για τον τρόπο που διαχειρίστηκα τη ζωή μου. Δεν υπήρξε ποτέ δική μου. Μου την εμπιστεύτηκαν, και έχω ευθύνη, απέναντι εκείνου που μου την εμπιστεύθηκε».

Και σε άλλο σημείο των κειμένων του τονίζει ότι «υπάρχουν σήμερα, ακόμη μερικοί, που νομίζουν πως ο κομμουνισμός θα υποκαταστήσει τον Χριστιανό. Σε ένα με δυο αιώνες θα γελούν οι άνθρωποι, όχι μόνο για τη βαρβαρότητα εκείνου που επιδιώξανε μια τέτοια υποκατάσταση, αλλά και για την αφέλεια εκείνων που την φοβηθήκανε».

Ο Γ. Ν. Παπαντώνης θα μας εμπιστευτεί το βίωμά του με περιστολή και σεμνότητα: «Αδερφοί μου, θα νομίζετε πως παραληρώ, το ίδιο ληρόν είναι ενόμισαν κι οι Απόστολοι τα λόγια των γυναικών, που μίαν αυγή έφερναν το μήνυμα της ζωής (…). Αδερφοί μου, επίστευσα διό ελήλυθα. Αν δεν πίστευα, δεν θα σας λαλούσα, δεν θα κρατούσα, όπως κάθε χρόνο, λαμπαδηφόρος, το Πάσχα του Κυρίου, την πομπή της νέας μας Εξόδου».

Κι ο Απόστολος Σπυρόπουλος με την ποιητική του γλώσσα μας μιλά ότι υπάρχουν και τα δάκρυα της ψυχής που παραμένουν μυστικά, απόκρυφα, αόρατα και δεν εκδηλώνονται. Αυτά αφορούν τις εσωτερικές απώλειες και συγκεκριμένα για ολόφωτες επιστροφές:

«Ω της αυγής ξεκίνημα και της ελπίδας μύρο,/ Πρωτολουλούδι της μικρής/ αιδιάστικης ζωής μου, πίστη μου!.../ Κείνο τον καιρό κάτι μου ‘χαν πάρει μές απ’ την ψυχή./ Κι είχανε τα αηδόνια στα κλαδιά σωπάσει/ Κι είχανε στα κλώνια τα’ άνθη μαραθεί/ Μ’ άστραψε ένα Φως, μια φωτοχυσιά,/ Μέσα στης νυχτιάς το πηχτό σκοτάδι…/ Μές σε θείο Φως. Ω μυσταγωγία!».

Κι ο Στέλιος Σπεράντζας με το ξεχωριστό ποιητικό του ταλέντο που τον χαρακτηρίζει, αναπέμπει ταπεινόφρονα, ικετήριες προσευχές στον Ύψιστο: «Κάνε μου κάθε επιθυμιά κακή ν’ ανθορροή/ Στη βλάστησή της, κράτησε τις πλάνες μακριά μου./ Και δώσε ακόμα, όταν κι εγώ θα φύγω απ’ τη ζωή,/ Να φέρω Σου κρινάκι αγνό στις φούχτες της καρδιάς μου».

Κι ο άλλος μεγάλος ποιητής, Παύλος Νιρβάνας, τελευταίος στη σειρά των λογοτεχνών της προκείμενης αναφοράς, βάζει απ’ το μετερίζι του της διαλεχτής ποίησης το διαχωριστικό πλέγμα του συλλογικού αποκλεισμού της αθεΐας σ’ αυτόν τον τόπο, όπου απ’ τη μεριά του δεν αφήνει περιθώριο: «Ωραίε Χριστέ, των μακρινών προγόνων μου η εικόνα,/ Στα κάλλη Σου, αν δεν κάηκε θυμίαμα η ζωή μου,/ Πολεμιστής αφήνοντας τον μάταιο αγώνα./ Σ’ ανάβω το καντήλι σου, με τη στερνή πνοή μου».




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ