Αναρτήθηκε στις:10-02-17 13:07

Η «πόλις», η γέννησή της και η δημιουργία της δημοκρατίας


Γράφει ο Νικόλαος Αλ. Στούμπος

Η αρχική «πόλις» - κράτος αναδύθηκε από την αφάνεια των «Σκοτεινών Αιώνων» (1100-800 πΧ) τον 8ο πΧ αιώνα, ως θεσμός που προστάτευε μια νέα τάξη μικροκαλλιεργητών αγροτών, βαριά οπλισμένων πεζών και γαιοκτημόνων πολιτών, οι οποίοι ήταν αντίθετοι στη μοναρχία, δύσπιστοι στην απόλυτη εξουσία και αποφασισμένοι να διευρύνουν τη μοναρχία.

Πρόκειται για ένα βαθύ μετασχηματισμό που συντάραξε τον ελληνικό κόσμο. Τα φυλετικά κράτη αντικαταστάθηκαν από ένα νέου τύπου κράτος, την «πόλιν». Η «πόλις» - κράτος οργανώθηκε σε μια τριπλή σύνθεση: τη Συνέλευση του λαού, τη Βουλή που προερχόταν από την έγγειο αριστοκρατία και την εκτελεστική εξουσία. Το συγκλονιστικό αυτό σχήμα, που ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διεργασίας, επιτρέπει στους αριστοκράτες, που ελέγχουν τη Βουλή, την εκτελεστική εξουσία και το Ιερατείο, να ασκούν την εξουσία τους στο λαό των χωρικών και των τεχνιτών. Στη φάση αυτή γεννήθηκε η «πόλις», η οποία θεσμοθετεί και στις μισές περίπου περιπτώσεις μεταμορφώνεται σε δημοκρατική «πόλιν». Η εξουσία δεν είναι πλέον δικαίωμα κληρονομικό, αλλά πηγάζει ανάλογα με το πολίτευμα είτε από τον ηγεμόνα στην περίπτωση της τυραννίας ή από ένα από τα δύο σώματα, από τους ευγενείς στην περίπτωση των αριστοκρατικών καθεστώτων και από την Εκκλησία του Δήμου στο πολίτευμα της δημοκρατίας. Πριν ακόμη εμφανιστεί η «πόλις», οι καταβολές της γέννησης της δημοκρατίας στην πρωταρχική της σύλληψη βρίσκονται στον Όμηρο, καθώς η βασιλεία υπόκειται ήδη σε κριτική που θα ενταθεί όλο και περισσότερο στο βαθμό που αναδύεται ο κοινός λόγος.

Η μεταβολή αυτή έχει σχέση με τις μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν στον ελληνικό κόσμο τον 90 αιώνα πΧ. Μετά τις καταστροφές των φυτειών και των ανακτορικών εργαστηρίων, την κάθετη πτώση των εμπορικών συναλλαγών κατά την περίοδο των «Σκοτεινών Αιώνων», η οικονομία βρήκε το δρόμο της. Η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε εντυπωσιακά, λόγω των αποτελεσματικότερων γεωργικών εργαλείων από τη διάδοση της μεταλλουργίας. Η μετανάστευση και η ίδρυση αποικιών σ’ όλα τα παράλια της Μεσογείου συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της βιοτεχνίες, του εμπορίου και της ναυτιλίας και προκάλεσαν μια συνεχή και αυξανόμενη ευημερία και διαρκή άνοδο του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών τάξεων με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στον ελληνικό χώρο δυναμικές πληθυσμιακές συσπειρώσεις.

Αυτοί οι μετασχηματισμοί, αυτές οι νέες καταστάσεις, αυτές οι πρόοδοι φανερώνουν πόσο γρήγορη ήταν η έξοδος από τους «Σκοτεινούς Αιώνες» της προηγούμενης ιστορικής περιόδου. Τώρα πλέον επιβάλλεται ως νεωτερικό γεγονός η πόλη, η οποία είναι ικανή να εγγυηθεί στην αριστοκρατία που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της πόλης, μετέχοντας στα δύο σώματα και εκλέγοντας τους άρχοντες, όλες τις δυνατότητες εξέλιξής της, γιατί αυτή μπορούσε σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίσει στη λαϊκή συνέλευση τη συγκατάθεση του λαού. Δεν είναι τυχαίο που από την τάξη των αριστοκρατών προέρχονταν οι πρώτοι νομοθέτες. Η άνοδος της αριστοκρατίας και η μορφοποίηση της πόλης παρουσιάζουν κοινή εξελικτική πορεία.

Ωστόσο, η αντίθεση ανάμεσα στους αριστοκράτες και το λαό δεν έπαυσε να βαθαίνει. Στα τέλη του 8ου αιώνα πΧ ο Ησίοδος κατήγγειλε την αρπακτικότητά της. Όλα τα στοιχεία για μια επικείμενη γενική αναταραχή ήταν ήδη εμφανή. Οι αριστοκράτες, ωθούμενοι από τις ανάγκες των νέων πολέμων, στρατολογούσαν πολίτες για την άμυνα της πόλης. Η στρατολογία αυτή, γνωστή ως οπλιτική μεταρρύθμιση, περιελάμβανε πολίτες ικανούς να εξασφαλίσουν με δικά τους μέσα το στρατιωτικό τους εξοπλισμό. Το γεγονός αυτό κατοχύρωνε τα όρια της πόλης από τις συχνές επιδρομές, αλλά πολύ γρήγορα έδινε την ευκαιρία στους στρατολογούμενους πολίτες να διεκδικούν τη συμμετοχή τους στα δημόσια πράγματα. Από την άλλη πλευρά, κινήματα, περισσότερο ή λιγότερο βίαια, συντάρασσαν την ύπαιθρο, όπου η οικονομική κατάσταση των αγροτών χειροτέρευε, λόγω του διαδοχικού κατατεμαχισμού της γης που ελάττωνε την έκταση των ιδιοκτησιών κάτω από το όριο διαβίωσης της οικογένειας. Τέλος, η ανάπτυξη του κινητού πλούτου, ενισχυμένη από τη σύσταση των πρώτων νομισμάτων, κατά το λυδικό πρότυπο, επέτρεψε την απόκτηση και άλλων αγαθών πέρα από το έγγειο εισόδημα (εμπόριο, βιοτεχνία, ναυτιλία). Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε στις πόλεις έναν αποκλειστικά αστικό πληθυσμό, πολύ διαφορετικό από τους αγρότες. Ήταν ένας πληθυσμός που έβλεπε καθαρότερα τις κοινωνικές ανισότητες και μπορούσε από κοινού να διεκδικήσει τα δικαιώματά του.

Η σημαντική αυτή εξέλιξη ήταν ευνοϊκή για την πρόοδο του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα και κίνδυνος γι’ αυτόν. Δεν άργησε να ξεσπάσει μια ασυνήθους έκτασης κοινωνική κρίση που έθραυσε την ισορροπία του αριστοκρατικού πολιτεύματος. Οι ευγενείς αναγκάστηκαν να μοιραστούν την εξουσία με τη νέα τάξη των πλουσίων. Η εξουσία πλέον δεν ήταν προνόμιο μόνο των γαιοκτημόνων. Εφεξής, μπορούσαν να συμμετέχουν σ’ αυτή και άλλοι πολίτες με υψηλό εισόδημα προερχόμενο από άλλες δραστηριότητες. Το νεοϊδρυθέν πολίτευμα, στο οποίο συμμετείχαν και οι πλούσιοι αστοί, ονομάστηκε ολιγαρχία.

Τις οξύτατες πολιτικές αντιθέσεις προσπάθησαν να επιλύσουν με τη συναίνεση των αντίπαλων παρατάξεων άνθρωποι σοφοί, οι νομοθέτες. Απ’ αυτούς ο Σόλων και ο Λυκούργος έκαναν ένα βήμα παραπέρα, δημιούργησαν νέα πολιτεύματα. Αλλά οι νόμοι δεν αρκούν και τότε η βία καταλύει το πολίτευμα και η εξουσία περιέρχεται σ’ ένα άτομο, τον τύραννο. Η τυραννία στον ελληνικό χώρο αποτέλεσε ένα φαινόμενο αρκετά περιορισμένο. Ασκήθηκε με κάποια επιρροή στις γειτονικές, πέριξ της Κορίνθου πόλεις (Κόρινθος, Σικυώνα, Μέγαρα), ενώ στην Αθήνα εμφανίστηκε αργότερα (τριάκοντα τύραννοι) για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Στα τέλη του 6ου αιώνα πΧ τα τυραννικά καθεστώτα κατέρρευσαν. Φαίνεται ότι οι βασιλιάδες, οι τύραννοι, οι αριστοκράτες και οι δικτάτορες είναι εχθροί της ελληνικής πολιτικής επιστήμης: «Δεν είναι για μένα τα πράγματα του πλούσιου Γύγη (βασιλιάς της Λυδίας), αγάπη εγώ δεν έχω για τη μεγάλη τυραννία», τραγουδάει ο λυρικός ποιητής Αρχίλοχος (7ος αιώνας πΧ).

Μετά την πτώση της τυραννίας πολλές πόλεις επανήλθαν στο πολίτευμα της ολιγαρχίας και άλλες εγκατέστησαν τη δημοκρατία. Η Αθήνα καθιέρωσε από πολύ νωρίς τη δημοκρατία, όπου την εξουσία ανέλαβε η Εκκλησία του Δήμου με κύρια στοιχεία την ισηγορία και την ισονομία. Η γέννηση της «πόλεως» - κράτους και η δημιουργία της δημοκρατίας, αυτής της συλλογικής μορφής ζωής, που θεωρεί τους πολίτες αυτόνομους και υπεύθυνους να κυβερνώνται νομοθετώντας, είναι μια έκπληξη που κόμισε ο Ελληνισμός. Είναι ένας τρόπος που υπηρετεί όχι μόνο τις άμεσες ανάγκες του πολίτη (επιβίωση, τροφή, κατοικία, ένδυση) αλλά κατά προτεραιότητα την ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό το συγκλονιστικό γεγονός που δεν έγινε σύντομα, δεν πραγματοποιήθηκε ειρηνικά. Ιδιαίτερα, η αθηναϊκή δημοκρατία έκανε μακρύτερους δρόμους και πιο συχνούς πολέμους από οποιαδήποτε άλλη πόλη της εποχής της. Εξουσία στο λαό σημαίνει ακριβώς αυτό… Στην Αθήνα λοιπόν η πολιτική δραστηριότητα παγιώνεται, ανοίγει την ερώτηση και απαντά σ’ αυτή μ’ ένα λόγο διαυγή, αληθινό. Η σκέψη των πολιτών κατευθύνεται προς το σταθερό και διαρκές, δηλαδή προς το νόμο που μόνο αυτός μπορεί να τους κάνει ικανούς να έχουν εσωτερική οργάνωση και να καταγράφουν ως πολιτικό σώμα, προικισμένο με πραγματική και αποτελεσματική θέληση. Η «πόλις» δεν αποτελεί αυθαίρετο περιορισμό της φυσικής ελευθερίας αλλά ένα μέσο εξασφάλισής της.

Ο Περικλής, ελληνικό πολιτικό σύμβολο, πρωταγωνίστησε στο εσωτερικό μέτωπο της Αθήνας. Θέλοντας να ενισχύσει την πολιτική συνείδηση και να καταστήσει την Αθήνα κυρίαρχη πόλη σ’ όλο τον ελληνικό κόσμο στήριξε το θέατρο, την ιστορία και την τέχνη. Τα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη για την τραγωδία και τα έργα του Αριστοφάνη για την κωμωδία διδάσκονταν στο αθηναϊκό κοινό με εξαιρετική επιτυχία. Ενθάρρυνε την ιστορία: Ο Ηρόδοτος, ένας από τους σημαντικότερους περιηγητές, ονομάστηκε «Πατήρ της ιστορίας». Ο Θουκυδίδης, μέγιστος ιστορικός και δημιουργός της κριτικής ιστορίας, είναι ο μεγάλος στοχαστής και διαυγής αναλυτής του αθηναϊκού μεγαλείου. Στην ανοικοδόμηση της Ακρόπολης επέτρεψε στο μεγαλοφυή Φειδία να πραγματοποιήσει αριστουργήματα ισορροπίας, ηρεμίας και μεγαλείου που τον ανέδειξαν πολυμερέστατο και ανυπέρβλητο δημιουργό. Υποδέχθηκε προικισμένους ανθρώπους όλων των άλλων χωρών για την ακατάπαυστη ανταλλαγή ιδεών. Ο ίδιος, ο Περικλής ήταν ένα πρότυπο, «αδωρότατος και χρημάτων κρείττων» και ας έγινε η Αθήνα μέγιστη και πλουσιότατη από πολλούς βασιλείς και τυράννους. Το ενδιαφέρον του για τους πολλούς λειτούργησε πολύ καλά όσο αυτός ήταν στην εξουσία, γιατί κατόρθωσε με την ευφυΐα του και την πειθώ να χαλιναγωγήσει έναν ατίθασο Δήμο. Κατόρθωσε να κάνει την Εκκλησία του Δήμου το πιο σπουδαίο ακροατήριο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Δημιούργησε ένα θαύμα ενσαρκώνοντας το τέλειο κλασσικό ύφος, που για πρώτη φορά σημειώθηκε στην Αθήνα. Αλλά αυτό το θαύμα το κατέστρεψε η ίδια η πλειοψηφία του Δήμου. Δεν το άφησαν να διαρκέσει οι πολλοί που για χάρη τους και για το συμφέρον τους αγωνίστηκε πολλά χρόνια ο δαιμόνιος αυτός άνθρωπος. Μετά το θάνατό του η Αθήνα παρασύρθηκε στη δίνη της πολιτικής αβεβαιότητας και της αναταραχής, όταν την εξουσία ασκούσαν επικίνδυνοι και ανεύθυνοι πολιτικοί (Αλκιβιάδης, Κλέων) οι οποίοι αντλούσαν τη δύναμή τους όχι από τις ικανότητές τους αλλά από τις φιλολαϊκές υποχωρήσεις και τη ρητορική τους δεινότητα.

Η μακρά πολιτική σταδιοδρομία του Περικλή, ο συνδυασμός του ονόματός του με τη δόξα και τα θαυμαστά έργα της Αθήνας («Χρυσούς Αιών του Περικλέους») μας δημιουργούν ένα απέραντο δέος. Δεν έμεινε γι’ αυτό ένα πρόσωπο λιγότερο αμφισβητούμενο («Μισθοφορά», τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η χρήση του συμμαχικού ταμείου κλπ). Και τότε και μετέπειτα. Όπως και να έχει, η αθηναϊκή δημοκρατία, κατά τον αιώνα της ωριμότητάς της, υπήρξε εστία ασύγκριτης δημιουργίας, σε σχέση με ό,τι είχε προηγηθεί και με ό,τι ακολούθησε μέχρι σήμερα. η ελευθερία διαπαιδαγώγησε την Αθήνα και αυτή με τη σειρά της συνέβαλε τόσο πλατιά στη διαπαιδαγώγηση της ανθρωπότητας.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ