Νέο ΠΜΣ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: «Διεθνείς Πολιτικές Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού, Επικοινωνία και Ηγεσία»
Ευχαριστήριο Τράπεζας Τροφίμων «ΚΑΤΑΦΥΓΗ»
Εκλογές για νέα Διοίκηση στον Ε.Ε.Σ.
Ανησυχία για τον υπεραιωνόβιο πλάτανο στο Γεφύρι της Άρτας
Κόνιτσα: Σύλληψη για εγκατάλειψη τόπου τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημιές
Προσαύξηση συντάξεων και για παλαιούς συνταξιούχους με δύο ταμεία – Οδηγίες από το Υπουργείο περιμένει ο ΕΦΚΑ

Λατρεμένη μου Μητέρα,
Με βαθύτατη οδύνη, σε αποχαιρετώ για πάντα και σε ξεπροβοδίζω για το ταξίδι σου στην αιωνιότητα… Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν τον πόνο που βιώνω, δεν μπορεί καμία λέξη να χωρέσει τα συναισθήματα που με κατακλύζουν στον στερνό αποχαιρετισμό.
Το άκουγα πολύ συχνά, ότι στη συνείδηση του παιδιού η μάνα του δεν γερνάει ποτέ, αφού η μητέρα εξασφαλίζει μια ακλόνητη αίσθηση ασφάλειας. Αλλά και αντιστρόφως, όσο κάποιος έχει δίπλα του τη μάνα του, νιώθει την πολύτιμη γαλήνη της παιδικότητας, ακόμα κι αν τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει. Όποιος όμως χάνει τη μητέρα του, τον πυλώνα της ζωής του, πρέπει να διαλύσει μια και καλή την ψευδαίσθηση ότι είναι μικρό παιδί. Καλείται να ενηλικιωθεί βίαια και να γεράσει οριστικά!
Το να μιλήσει κάποιος για τη μητέρα του, «το πρώτο σπίτι του και το τελευταίο λιμάνι του», είναι σαν να του ζητούν να κάνει μια περίληψη για χιλιάδες βιβλία που διάβασε.
Γλυκιά μου μάνα, η πρώτη σελίδα του βιβλίου της ζωής σου γράφτηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1935 στο Πλατανόρεμα Άρτας. Όπως όλα τα παιδιά της εποχής, βίωσες ακραία φτώχεια και αδιανόητες για εμάς στερήσεις ακόμη και των πλέον αυτονόητων αγαθών, όπως είναι τα παπούτσια, που τα απέκτησες όταν ήσουν πλέον ενήλικη. Θυμάμαι που μου έλεγες χαρακτηριστικά ότι, όταν ήσουν μικρό κορίτσι 9 χρονών και πήγαινες για να βοσκήσεις το κοπάδι, περπατούσες από πέτρα σε πέτρα για να μη ματώνουν απ’ τα αγκάθια τα τρυφερά σου πόδια! Αλλά κι όταν μεγάλωσες, είχες μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια, που τα φορούσες μόνο στις γιορτές, και μάλιστα ερχόσασταν στην εκκλησία «εκ περιτροπής», η κάθε αδερφή μια διαφορετική Κυριακή, αφού υπήρχε μόνο ένα ζευγάρι καλά παπούτσια, που τα φορούσατε εναλλάξ όλες!
Αλλά και τα ρούχα ήταν δυσεύρετα, οπότε φορούσατε κυριολεκτικά ό,τι η ευρηματικότητα των παλαιοτέρων μπορούσε να εξασφαλίσει. Ακόμα και το παραμικρό ύφασμα ήταν πολύτιμο, αφού μ’ αυτό μπορούσατε να φτιάξετε ρούχα.
Ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ο συνονόματός μου παππούς, δεν σε άφησε να πας στο σχολείο, όπως δυστυχώς έκαναν και πολλοί γονείς τότε, γιατί δεν θεωρούσαν απαραίτητη τη μόρφωση των κοριτσιών. Ο ζήλος σου όμως για τα γράμματα ήταν τόσο φλογερός, που έμαθες να διαβάζεις και να γράφεις από τα βιβλία της μικρότερης αδερφής σου, της πολυαγαπημένης αείμνηστης θείας Μαρίας, η οποία ήταν η μόνη που πήγε στο Δημοτικό.
Η παιδική εργασία δεν περιοριζόταν μόνο στη φύλαξη του κοπαδιού της οικογένειας, αλλά δούλευες στον μύλο, στις ασβεσταριές (ασβεστοκαμίνους), έκοβες λυγαριές για να εξοικονομήσεις ελάχιστα χρήματα, πήγαινες σε μεροκάματα στα χωράφια δουλεύοντας απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για ελάχιστα χρήματα ή μόνο για μερικές χούφτες αλεύρι. Όλες αυτές τις αφηγήσεις σου τις αποθησαύρισα σαν πολύτιμο φυλαχτό, οπότε δίκαια σε θεωρώ συνδημιουργό των ταπεινών έργων μου.
Την πείνα και τις κακουχίες της Κατοχής τα θυμόσουν σαν να ήταν χθες. Ήσουν εφτά χρονών όταν οι Ιταλοί στρατιώτες περνώντας από το σπίτι σας ήθελαν να κλέψουν τα πρόβατα και τις κότες σας, όμως τελικά οι παρακλήσεις και τα κλάματα της γιαγιάς, της μάνας σου, προκάλεσαν τον οίκτο των κατακτητών, που τελικά έφυγαν χωρίς να πάρουν μαζί τους τα ζώα, κάτι που θα σας καταδίκαζε σε ακόμα μεγαλύτερη πείνα, φτάνοντάς σας στα όρια της επιβίωσης.
Έμαθες να ζυμώνεις ψωμί και να φτιάχνεις πίτες από την ηλικία των δέκα ετών, κάτι που προκαλούσε τον θαυμασμό όσων επισκέπτονταν το σπίτι σας κι έβλεπαν ένα μικρό κορίτσι με τα χέρια του γεμάτα ζυμάρι κι αλεύρι, σαν τη μέλισσα που κουβαλά την πολύτιμη γύρη για να φτιάξει το μέλι.
Αυτό είναι το προσωνύμιο που σου είχα δώσει πριν από πολλά χρόνια: «η εργατική μέλισσα». Και τον εμπνεύστηκα από ένα εξαιρετικό παραμύθι, από το οποίο φυσικά προέκυπταν πολλά διδάγματα. Με αυτό το αγαπημένο παραμύθι, που μου το έλεγες όταν ήμουν παιδί, σε αποχαιρετώ, λατρεμένη μου μητέρα…
Σύμφωνα λοιπόν με έναν πολύ διδακτικό μύθο, που καυτηριάζει την αδιαφορία των παιδιών προς τους γονείς αλλά και του καθενός προς τον συνάνθρωπό του, κάποτε αρρώστησε μια μάνα, η οποία είχε τέσσερα παιδιά. Έστειλε μήνυμα σε όλα να έρθουν να τη δουν.
Ο πρώτος της γιος είπε ότι έχει πολλή δουλειά με την περίφραξη των αμπελιών. Μόλις το έμαθε αυτό η μάνα, θυμωμένη τον καταράστηκε: «Τα βάτα να γυρίσουν απάνω στο κορμί σου, σκαντζόχοιρος να γίνεις, να σέρνεσαι στη γη». Έτσι αυτός μεταμορφώθηκε σε σκαντζόχοιρο.
Το δεύτερο παιδί, ο σφάλαγκας (αράχνη), ύφαινε. Τον καταράστηκε κι αυτόν η μάνα του:
-Να υφαίνει, να ιδιάζει (να περνάει το νήμα μέσα από τις τρύπες του αργαλειού) και ποτέ να μην ξαδειάζει (να μην ευκαιρεί).
Το τρίτο παιδί, η πρώτη κόρη, προφασίστηκε κι αυτή ότι ήταν πολύ απασχολημένη με το ζύμωμα του ψωμιού. Μια βαριά κατάρα, από τα μητρικά χείλη, την περίμενε κι αυτή: «Η σκάφη να γυρίσει απάνω στο κορμί σου, ο πλάστης στην κοιλιά σου, χελώνα να γίνεις, να σέρνεσαι στη γη». Έτσι δημιουργήθηκε η χελώνα.
Η άλλη κόρη όμως, μόλις έμαθε ότι η μάνα της ήταν βαριά άρρωστη, έσπευσε να πάει κατευθείαν με τα ζυμάρια στα χέρια (επειδή ζύμωνε όταν έμαθε το κακό μαντάτο).
-Γιατί, κόρη μου, είσαι λερωμένη στα χέρια;
-Ζύμωνα, μάνα, ψωμί….
Περιχαρής η μητέρα της που την είδε, την ευχήθηκε ως εξής: «Ανθόσκονη (γύρη) τ’ αλεύρι σου, κόρη μου, κι η σκάφη σου κυψέλη, κι εσύ μέλισσα να γίνεις, να καλοπερνάς!».
Σε μια εποχή που οι περισσότεροι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο εσωστρεφείς, κλεισμένοι στο καβούκι του εαυτού τους σαν τη χελώνα, ενώ άλλοι έχουν τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου έτοιμα να κατατρυπήσουν τον συνάνθρωπό τους, ή συμπεριφέρονται σαν την αράχνη που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό της χωρίς όμως να καταφέρνει τίποτα στο τέλος, εσύ Μητέρα παρέμεινες για μια ζωή η εργατική μέλισσα, που νοιαζόταν τόσο για την οικογένειά της, αλλά και για όποιον άλλο είχε ανάγκη… Και μάλιστα χωρίς να το ξέρει κανείς άλλος, χωρίς να διαφημίζεις τις αγαθοεργίες σου.
Ακόμη και το ιερότερο πράγμα, το μητρικό γάλα, το πρόσφερες με χαρά πριν από πολλά χρόνια σε ένα παιδί του χωριού που δεν μπορούσε για μερικές μέρες να το θηλάσει η μητέρα του.
Με τη νοικοκυροσύνη και την προνοητικότητά σου ποτέ δεν κοιμηθήκαμε νηστικοί ή πεινασμένοι, αφού με μια χούφτα αλεύρι μεγαλουργούσες. Αλλά και τα ρούχα μας, μπορεί να ήταν παλιά, πάντοτε όμως ήταν μπαλωμένα, κυρίως όμως πεντακάθαρα.
Μια ζωή προσφοράς κι αγάπης προς όλους, στην οικογένειά σου, στους άλλους συγγενείς, αλλά και στους συγχωριανούς και κάθε αναγκεμένο άνθρωπο. Πάντα με το χαμόγελο, την καρδιά ανοιχτή, τα χέρια πρόθυμα να βοηθήσουν και να προσφέρουν.
Ακόμη και για όσες και όσους στο μέλι που τους πρόσφερες ανταπέδιδαν δηλητήριο, η αντίδρασή σου ήταν η μεγαλοψυχία. Η καρδιά σου όλους τούς χωρούσε, συγχωρούσε και προχωρούσε…
Λεβέντισσα μάνα μας, δίδασκες ακόμα και με τη σιωπή σου, παρότρυνες πάντα με το παράδειγμά σου. Υπήρξες υπόδειγμα εργατικότητας, αγωνιστικότητας, σεμνότητας, αξιοπρέπειας, αυτοθυσιαστικής αγάπης. Διέθετες έμφυτη ευγένεια, καλαισθησία και ενσυναίσθηση. Ενέπνεες την αισιοδοξία με τη φράση σου: «Όλα θα σιάσουν με τη βοήθεια του Θεού… Να κοιτάτε πάντα μπροστά».
Μαζί με τον πατέρα, μας βάλατε «στον ίσιο δρόμο και στη στράτα την καλή». Επιπλέον, από τα πρώτα μου βήματα εσύ ήσουν η μεγάλη Δασκάλα μου, αφού από μικρό παιδί μέχρι σήμερα με έμαθες τα πάντα σχετικά με την παλιά ζωή, τα μυστικά της Φύσης, παλιές συνταγές, λέξεις, παροιμίες, τραγούδια, ιστορίες, παραμύθια… Έναν πλούτο πραγματικά ανεκτίμητο!
Από τις χιλιάδες διδακτικές παροιμίες που μου έλεγες, ξεχώρισα τρεις: «Τ’ αψύ το ξίδι τ’ αγγειό (δοχείο) του χαλάει» (η τοξικότητα βλάπτει πρωτίστως τον εαυτό μας), «Το ήμερο τ’ αρνί βυζαίνει από δυο μανάδες, τ’ άγριο ούτε τη δική του» (η πραότητα έχει πολλαπλά οφέλη), «Όπως ηύρες, νύφη, όχι όπως ήξερες» (η δύναμη της προσαρμοστικότητας, όπως οι νύφες της παλιάς εποχής). Τα διδακτικά παραμύθια, οι απολαυστικοί μύθοι για ζώα, οι υπέροχες παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, ακόμα και οι ανεκδοτολογικές αφηγήσεις που πρόθυμα μοιραζόσουν μαζί μου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να αγαπήσω τη λαϊκή μας παράδοση και να την υπηρετήσω με τις όποιες δυνάμεις μου.
*Η Γεωργία Μαλισιόβα, κόρη του Βασίλη και της Ανθής Σαλαμούρα, γεννήθηκε το 1935 στο Πλατανόρεμα Μαρκινιάδας Άρτας, παραποτάμιο οικισμό του Αράχθου που σήμερα είναι καταβυθισμένος στην τεχνητή λίμνη Πουρναρίου. Τα παιδικά και νεανικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από την ακραία φτώχεια και τη σκληρή εργασία. Το 1958 παντρεύτηκε τον πατέρα μου Χαρίλαο και απέκτησαν πέντε τέκνα. Βράχος ακλόνητος για την οικογένειά μας, πιστή σύζυγος, αυτοθυσιαζόμενη μητέρα, στοργική γιαγιά. Σαν εργατική, ακούραστη και γενναιόδωρη μέλισσα, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα του Καλού στο πέρασμά της από αυτή τη ζωή. Την έμπρακτη αγάπη της βίωσαν όχι μόνο οι εγγύς, αλλά και οι μακράν, καθώς βοηθούσε –χωρίς καμία σκοπιμότητα ανταπόδοσης– κάθε συνάνθρωπο που είχε ανάγκη…
