Αναρτήθηκε στις:29-09-16 11:45

Εντυπώσεις από την πρώτη μετά-Στάλιν Ρωσία (Μέρος Α΄)


«Ασπρόμαυρες ιστορίες», με την πένα της Ελένης Βλάχου

Του Αντώνη Κολιάτσου (*)

Την πρόσκληση της τότε Σοβιετικής κυβέρνησης, Οκτώβριος του 1953, να επισκεφθούν τη Ρωσία εκπρόσωποι της πνευματικής, καλλιτεχνικής και δημοσιογραφικής ζωής από την Ελλάδα, ακολούθησε λίγες μέρες μετά η πολύωρη συνομιλία της Ελένης Βλάχου, ιδιοκτήτριας και διευθύντριας της εφημερίδας «Καθημερινή» με τον πρώτο πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στην Ελλάδα Σεγκέγιεβ. Φανερή, πλέον η διαπίστωση ότι οι Γκεόργκι Μαλένκωφ, Λαβρέντι Μπέρια και Νικήτα Χρουστσόφ, που διαδέχτηκαν τον αποθανόντα Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953,.είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν σε μια πολιτική φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος (σ.σ, αμνηστεύσαν άμεσα περίπου ενάμισι εκατομμύριο κρατούμενους, χαλάρωσαν τα καταπιεστικά μέτρα κ.ά) στην οποία εντάσσονταν και η αναθέρμανση των σχέσεων της Σοβιετικής Ένωσης, με τη Δύση. «…Οι έντεκα Έλληνες που προσκλήθηκαν φέτος, πέρυσι, επί Στάλιν, δεν θα είχαν προσκληθεί. Ήταν μια ασήμαντη υπόθεση αυτό το ταξίδι; Μιας νέας μορφής προσπάθεια να χτυπηθεί ο αυξάνων φιλοαμερικανισμός των Ελλήνων; Προπαγάνδα, εκμετάλλευσης της δεξιάς; Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι όλη αυτή η απίθανη ιστορία έχει ελατήρια εχθρότητας και ότι δεν σημειώνει μια πρώτη χαραμάδα, ένα πρώτο βήμα προς τη μελλοντική εξαφάνιση του παραπετάσματος…», σημειώνει χαρακτηριστικά η Ελένη Βλάχου στη θαυμάσια αφήγηση στις «Εντυπώσεις από τη Ρωσία»(σ.σ, σελ.50 του βιβλίου της «Δημοσιογραφικά χρόνια, ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, Τόμος Β΄), προφητεύοντας κατά μία έννοια τις εξελίξεις που ακολούθησαν στην μετά Στάλιν Σοβιετική Ένωση.

Έτσι Πέμπτη βράδυ, 5 Νοεμβρίου 1953, το αεροπλάνο της «Αεροφλότ» κατέβαζε στο αεροδρόμιο της Μόσχας την 11-μελή ομάδα των Ελλήνων προσκεκλημένων για μια 25-ήμερη συναρπαστική φιλοξενία στην πρόσφατη «μετά-σταλινική» Ρωσία. Ωστόσο ανάμεσα στα μέλη της αποστολής ήταν και τρεις Αρτινοί: Ο επιφανής ζωγράφος Γιάννης Μόραλης(στενός και πολύ αγαπητός φίλος της Ε.Β), και οι Βουργαρελιώτες Χρήστος Κολιάτσος, δημοσιογράφος της «Κ»(σ.σ, ήταν αδελφός του πατέρα του γράφοντος) και ο Λευτέρης Κοτσαρίδας δημοσιογράφος και αρθρογράφος της εφημερίδας «Το Βήμα».

Η έξοχη αφήγηση της Ε.Β αναφορικά με: τους κινδύνους του ταξιδιού(σ.σ, κυρίως με την «Αεροφλότ»), τις πρώτες εκπλήξεις στη Μόσχα( σ.σ, η μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια «χλιδάτη» αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου καθαρού ρυθμού του 1900, η ωραία πόλη, ο άσχημος πληθυσμός, τα καταστήματα που μοιάζουν με πρατήρια, το ως άλλο μνημείο τέχνης Μοσχοβίτικο «Μετρό» με τους αλαβάστρινους πάγκους στους χώρους αναμονής και τους δίκην καθεδρικών ναών 38 σταθμούς κ.ά), τους νοσταλγούντες την πολυτέλεια Ρώσους πολίτες(σ.σ, ο Ρώσος σέβεται τον πλούτο, το χρυσάφι, θαυμάζει αυτό που γυαλίζει, αποζητά την ομορφιά), τον καθημερινό εφιάλτη της παρακολούθησης (σ. σ ο Ρώσος οφείλει να υπακούει, να πιστεύει, να εργάζεται, να μην κάνει τον έξυπνο, να μην ερευνά τίποτε που δεν βρίσκεται στο άμεσο περιβάλλον του, να μην αντιδρά στην αυστηρή παρακολούθηση της καθημερινότητάς του και να γνωρίζει ότι από την ώρα που γεννιέται έως την ημέρα που θα πεθάνει, βαθμολογείται), το πολυτελέστατο ξενοδοχείο «Σοβιέτσκαγια», με τα 500 δωμάτια που κατέλυσαν, ψυχρό, σιωπηλό, χωρίς τη ζωντάνια και φασαρία του πήγαινε-έλα των ξενοδοχείων της Δύσης και, εάν είναι δυνατόν, χωρίς θυρωρείο και χωρίς θυρωρό), την επίσκεψη στο «Κρεμλίνο»(σ.σ, στο πραγματικό «Κρεμλίνο», το τεράστιο οχυρό που κρύβει μια ολόκληρη πόλη και πέντε αιώνες ρωσικής ιστορίας πίσω από τα βαθυκόκκινα τείχη του, είναι πολύ λιγότερο γνωστό από το άλλο Κρεμλίνο, το άυλο και αόρατο, το σύμβολο της τότε δυνάμεως, της βίας, της τρομοκρατίας, του μεγάλου κινδύνου). «…Όταν διαβάζει κανείς τη φράση: «πίσω από τα τείχη του Κρεμλίνου», σπανίως φαντάζεται ότι οι άρχοντες της νέας Ρωσίας ζούνε πραγματικά πίσω από τα μεσαιωνικά τείχη της τελευταίας κατοικημένης Ακροπόλεως της γης. Καρδιά γεωγραφική και πολιτική της Μόσχας και όλης της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας, το Κρεμλίνο είναι ένα θηριώδες και μεγαλοπρεπέστατο εξάγωνο φρούριο, που υψώνει τείχη δέκα επτά μέτρων ύψους και έξι πάχους, επάνω σε ένα χαμηλό λόφο, μέσα στο κέντρο της πόλης. Έχει κρυμμένα και αθέατα από τον κοινό πολίτη δεκάδες κτίσματα, τριάντα ναούς, παλάτια, κτίρια, στρατώνες, φυλάκια[...]. Ο γνωστός δημοσιογράφος Μαξ Ήστμαν στο τελευταίο τεύχος του «Ρήντερς Ντάιτζεστ» περιγράφει το Κρεμλίνο και προσθέτει ότι σήμερα ακόμη θεωρείται το πλέον απρόσιτο μέρος της γης και ότι οι ελάχιστοι που κατορθώνουν να το επισκεφτούν, «μόλις τολμούν να κοιτάξουν ολόγυρά τους, τόσο περικυκλωμένοι βρίσκονται από οπλισμένους φύλακες και πολιτικούς αστυνόμους». Το Κρεμλίνο είναι ιερό και απροσπέλαστο έδαφος για εκατοντάδες εκατομμύρια υπηκόους που ακόμη και αν φθάσουν μέχρι Μόσχας δεν θα δουν παραπάνω από τις λίγες στέγες, τους λίγους χρυσούς τρούλους και το λευκό καμπαναριό του Ιβάν του Μεγάλου(Ιβάν ο Γ΄), που υψώνεται επάνω από τα τείχη του…», γράφει η Ε.Β για το «Κρεμλίνο» στη σελ.98 του βιβλίου της. Ενώ σε άλλο σημείο της αφήγησης η εκλεκτή χρονογράφος συνεχίζοντας να μιλάει για το «Κρεμλίνο», προσθέτει: «…δεν είναι μόνο μεγάλο και επιβλητικό και μυστηριώδες. Είναι και ωραιότατο, προσφέρει τα γνησιότερα δείγματα της ρωσικής αρχιτεκτονικής, μέσα σε ένα πλαίσιο αρχοντικής μεγαλοπρέπειας[…]. Φθάσαμε στο Ανάκτορο του «Ανωτάτου Σοβιέτ», η Βουλή απολύτως αυστηρά και μοντέρνα… από εκεί μέσα(τότε) ξεκινούσαν όλες οι σύγχρονες αγωνίες της ανθρωπότητας… Βγάλτε από τον ορίζοντα το «Κρεμλίνο», έτσι για μια στιγμή, οραματιστείτε ένα κόσμο χωρίς την τρομακτική απειλή του κομουνισμού, και όλα ηρεμούν, η ζωή, το μέλλον παίρνουν άλλο χρώμα, τα προβλήματα άλλο, ηπιότερο χαρακτήρα. Και εάν η Μέκκα του κομουνισμού είναι η Μόσχα, η «Καάβα» είναι το «Κρεμλίνο» και αυτή η λευκή αίθουσα το μέγα νευραλγικό κέντρο[…]. Αλλά η μεγαλύτερη ίσως έκπληξη δεν ήταν οι αίθουσες που επιδεικνύουν τα πλούτη των Τσάρων. Εκεί που το θέαμα είναι μοναδικό και απερίγραπτο, είναι στην πελώρια σάλα όπου είναι εκτεθειμένα τα κοσμήματα των …αλόγων. Εκεί σταματά ο νους του ανθρώπου. Από όλη την Ασία, μακρινοί Αυτοκράτορες, Μαχαραγιάδες, Σουλτάνοι είχαν στείλει δώρα για τα άλογα των Αυτοκρατόρων Πασών των Ρωσιών. Και μπροστά σε αυτά, οι θρόνοι και τα στέμματα έμοιαζαν φτωχά και ωχρά…».

Και γλαφυρή αφήγηση της Ε.Β συνεχίζεται με τα μουσεία της Μόσχας(σ.σ, μεταξύ των άλλων το «Πολυτεχνικό Μουσείο», όπου το θέαμα έβριθε συλλογής απομιμήσεων πλυντηρίων της «Τζένεραλ Ελέκτρικ», στυλών «Πάρκερ», ραδιοφώνων «Τελεφούνκεν» κ.ά. Όπως επίσης και το «Μουσείο της Επαναστάσεως», όπου σε ένα ωραίο παλαιό κτίριο τακτικά, παστρικά, εκτίθεται η ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως, με κραυγαλέες όμως παραλείψεις ντοκουμέντων εξ’ αιτίας των διαδοχικών κυμάτων εκκαθαρίσεων. Η απουσία κάθε αναφοράς στον Τρόσκυ ή στον εκτελεσθέντα Μπέρια και η αποκλειστική προβολή των δύο ακίνδυνων πλέον θεών του κομμουνισμού Λένιν και Στάλιν, είναι το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο ενός Μουσείου που εκθέτει σκόπιμα μονόπλευρα την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης. Ακολουθούν τα περίφημα «Μπαλέτα Μπαλσόϊ»(σ.σ, το μέγα θέατρο της Μόσχας- κτίστηκε από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ τη Μεγάλη το1776- με τη μεγάλη σκηνή, περιτυλιγμένη από τις έξι σειρές από ολόχρυσα θεωρεία στρωμένα με κόκκινα βελούδα, που κρατάει ακόμη και σήμερα την αίγλη των λαμπρών ημερών. «…Σε όλες τις μικρές και μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, κορίτσια και αγόρια γυμνάζονται ώρες ατέλειωτες, από τα ξημερώματα έως τη νύχτα, επί χρόνια ολόκληρα, για να πάρουν τους καλούς βαθμούς, τις διακρίσεις, τα βραβεία, που θα τα βοηθήσουν να ξεχωρίσουν και που θα τα φέρουν, σκαλοπάτι-σκαλοπάτι, από το σχολείο στην τοπική όπερα, από την τοπική όπερα στη μεγαλύτερη, του Κιέβου ή της Τιφλίδος, από εκεί κάπου κοντύτερα στη Μόσχα, έστω σε μια από τις δεύτερες όπερες, και τέλος στο «Μπαλσόϊ», εκεί όπου χόρεψαν οι μεγαλύτεροι χορευτές της γης: Πάβλοβα και Νιζίνσκι, Καρσάβινα και Ουλάνοβα…» γράφει, σχετικά με το «Μπαλσόϊ», στις «εντυπώσεις από τη Ρωσία» η Ε.Β στη σελ. 106.

Στο β΄ και τελευταίο μέρος του άρθρου μας, με τίτλο «ασπρόμαυρες ιστορίες, με την πένα της Ελένης Βλάχου», θα ολοκληρώσουμε το σπουδαίο αφήγημα για τις εντυπώσεις της, από την μετά-Στάλιν Ρωσία των αρχών της 10-ετίας του 50: με την διευθυνόμενη ψυχαγωγία των Ρώσων, την επίσκεψη στη Γεωργία, τα Ανάκτορα των Πιονέρων, τα παιδικά δικαστήρια και την περίφημη αίθουσα χορού στην Τιφλίδα, το περιπετειώδες ταξίδι από Τιφλίδα στη Μόσχα, τη μαγεία του Καύκασου, το θέαμα της Μαύρης θάλασσας, την απέραντη Ρωσική στέπα, την επίσκεψη στο Λένιγκραντ και κάποια εύθυμα περιστατικά, με πρωταγωνιστές τους Αρτινούς Γιάννη Μόραλη και Λευτέρη Κοτσαρίδα. Και θα κλείσουμε, με το καταπληκτικό δημοσιογραφικό πορτρέτο του Γιάννη Μόραλη, από την μοναδική πένα της Ελένης Βλάχου, αφιέρωμα στον μεγάλο Αρτινό καλλιτέχνη, με αφορμή το κηρυχθέν από το Υπουργείο Πολιτισμού 2016, ως έτος Γιάννη Μόραλη.

(*) e-mail: akoliatsos@gmail.com

ΛΕΖΑΝΤΑ:
Η 11μελής ελληνική ομάδα προσκεκλημμένων στο «Μετρό» της Μόσχας (Νοέμβριος 1953). Από δεξιά προς αριστερά: Γιάννης Μόραλης (2ος με καπέλο), Ελένη Βλάχου (3η), Λευτέρης Κοτσαρίδας (4ος), Χρήστος Κολιάτσος (6ος πίσω με τραγιάσκα)




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ