Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Κάποτε ο Άγιος Παΐσιος, προκειμένου να μεταβεί και να λειτουργηθεί σε μια εκκλησία, βάδιζε το μονοπάτι, που αναγκαστικά περνούσε μέσα από μια δασώδη κι ερημική περιοχή. Εκεί, σε μια περιοχή της Κόνιτσας, ξαφνικά συνάντησε δυο αρκούδες. Πριν προλάβουν αυτές οι πεινασμένες αρκούδες να του επιτεθούν, άπλωσε το χέρι του και τις έδωσε το ένα από τα δύο πρόσφορα, που κρατούσε και προόριζε για τη Θεία Λειτουργία.
Φυσικά το έκοψε σε δύο τεμάχια κι είπε ήρεμα, λες κι αντιλαμβάνονταν τα άλαλα κι άλογα άγρια ζώα: «Θα το μοιραστείτε… Το άλλο δεν μπορώ να σας το δώσω…».
Κάποτε σε ερώτηση που υποβλήθηκε από επισκέπτη στον Όσιο Παΐσιος, γιατί τα άγρια ζώα δεν πειράζουν τους Αγίους;, ο Γέροντας απάντησε: «Αφού ημερεύουν οι άνθρωποι, ημερεύουν και τα άγρια ζώα κι αναγνωρίζουν ότι ο άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν την πτώση στην αμαρτία, τα άγρια θηρία έγλειφαν τους πρωτοπλάστους με ευλάβεια.
Και για να επανέλθει ο άνθρωπος στην προπτωτική του κατάσταση, κατά τα ακριβή λόγια του Γέροντα, «πρέπει να εξαγνιστεί η καρδιά του, να αποκτήσει την ψυχική του καθαρότητα». Αυτήν μαζί με τη θεία χάρη, την είχε ο προκείμενος Άγιος στον υπέρτατο βαθμό της ψυχικής του καλλιέργειας. Αυτά τα προσόντα του γίνονταν εξόφθαλμα αντιληπτά, τα έβλεπαν με το ένστικτο και την αυξημένη διαίσθηση, που διέθεταν τα άγρια ζώα και συντελούσαν, ώστε κοντά του να καθίστανται ήμερα.
Πραγματικά ο Άγιος έδειχνε την έγνοια του και φρόντιζε με στοργή και τρυφερότητα όλα τα ζώα, υπενθυμίζοντας ότι αυτά τα προορίζει ο Θεός να τελούν υπό την εξουσία του ανθρώπου και να είναι ενταγμένα στην ευχαρίστησή του, χωρίς ν’ αποτελούν φόβητρό του, αλλά κι αυτά από τη μεριά τους, του ανταπέδιδαν την αγάπη τους κι ας μην είχαν τη δύναμη της λογικής.
Ο ίδιος διηγείται: «Όταν ήμουν στο Σινά, είχα δυο πέρδικες. Περνούσα κάτι στενοχώριες κι έρχονταν τα πουλιά να μου κάνουν συντροφιά και να με παρηγορήσουν κι όπου πήγαινα έρχονταν κοντά μου. Όταν σκάλιζα εικόνες, ανέβαινα στους ώμους μου. Μια φορά αρρώστησα… Όταν έγινα καλά, πήγα… να τα ταΐσω… Άφησα το φαγητό και έφυγα. Την άλλη μέρα τα πουλιά με προϋπάντησαν… Δεν είχαν φάει το φαγητό τους. Μόλις όμως με είδαν, έφαγαν», όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Ιερομόναχου Ισαάκ, υπό τον τίτλο: «Βίος Γέροντος Παϊσίου.
Ο Άγιος ζούσε αρμονικά με τα ζώα και χαίρονταν με αυτά, με τα οποία επικοινωνούσε κιόλας σαν να ήταν οι πιο καλοί του φίλοι κι αυτά σαν να είχαν αναπτυγμένο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης, του έκαναν υπακοή.
Κάποιος που έγινε αυτόπτης μάρτυρας τέτοιων περιστατικών, καθώς τον είχε επισκεφτεί στο υπαίθριο Αρχονταρίκι, στο κελί του Τιμίου Σταυρού, διηγείται: «Η περιοχή είχε πολλά πουλιά, κυρίως αηδόνια, τα οποία κελαηδούσαν πολύ γλυκά, έντονα κι ασταμάτητα, τόσο που πολλές φορές, μας δυσκόλευαν στη συζήτηση. Σε μια στιγμή ακούμε τον Γέροντα να λέει: Κοπάστε ευλογημένα, αφού βλέπετε ότι έχω συζήτηση. Όταν τελειώσω εγώ, τότε ν’ αρχίσετε εσείς. Αυτομάτως τα πουλιά, κατά την προσταγή του, σώπασαν, χωρίς ούτε να πετάξουν από κλαδί σε κλαδί. Τόσο εντυπωσιασθήκαμε απ’ αυτό το γεγονός, ώστε αδυνατούσαμε στη συνέχεια να παρακολουθήσουμε τη συζήτηση». Κι αυτή την περικοπή αντλούμε απ’ το ως άνω έργο του Ιερομόναχου Ισαάκ.
Πάλι κατά τον Ιερομόναχο Ισαάκ, όπως του είχε εξομολογηθεί ένας πιστός που άκουσε από τον πατέρα Παΐσιος κάποια άλλη φορά, κατά την οποία ενώ είχε πολλούς προσκυνητές, παρουσιάστηκε ένα τεράστιο φίδι. Κάποιος άρπαξε αυθόρμητα από κάτω μια πέτρα για να το χτυπήσει και τότε ο Γέροντας αναφώνησε: «Μην το πειράζετε. Έρχεται να μου κάνει παρέα». Σηκώθηκε, έδωσε στο ερπετό νερό και του είπε να φύγει, γιατί είχε παρέα. Το φίδι σαν να ήταν νοήμονας άνθρωπος, υπάκουσε αμέσως στα λόγια του Αγίου και πρόθυμα γλίστρησε μέσα στα καταπράσινα χόρτα, όπου χάθηκε, αφήνοντας όλους άναυδους κι εκστατικούς.
Μια μέρα στο κελί της Παναγούδας συνέβη το ακόλουθο παράξενο περιστατικό, το οποίο μαθαίνουμε από την διήγηση του πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση: Ο Γέροντας είπε σε μια παρέα προσκυνητών που συνάχθηκαν στο υπαίθριο Αρχονταρίκι του, να πάρουν λουκούμια. Εκείνοι είδαν ότι το κουτί που τα περιείχε, ήταν γεμάτο μυρμήγκια. Φαίνεται ότι κάποιος προσκυνητής. Δεν θα το είχε κλείσει καλά, από προηγουμένη ομάδα, αν και ο Γέροντας είχε γράψει πάνω στο κουτί να το εφαρμόζουν καλά κατά το κλείσιμο.
Τότε ο Όσιος πήρε με πλήρη φυσικότητα κι απλότητα, ένα λουκούμι. Το άφησε πιο πέρα απ’ τους καλεσμένους με το χέρι του κι είπε με προστακτικό ύφος και περισσή σοβαρότητα, απευθυνόμενος προς τα μυρμήγκια: «Αυτό είναι το δικό σας(λουκούμι). Πηγαίνετε να φάτε κι αφήστε τα άλλα για τους ανθρώπους».
Αμέσως, πρόθυμα όλα τα μυρμήγκια έκαναν υπακοή, αφού βγήκαν απ’ το κουτί, που αποτελούσε και τον δίσκο του σερβιρίσματος και μαζεύτηκαν όλα πάνω στην επιφάνεια απ' το δικό τους μερίδιο-λουκούμι που είχε βάλει ο Άγιος παρά πέρα. Ας σημειωθεί ότι αυτός ήταν απλός και καταδεκτικός, χωρίς να κάνει κάτι που αποσκοπούσε στον εντυπωσιασμό και την επίδειξη, αλλά προσπαθούσε ό,τι έκανε να αποβλέπει στην ωφέλεια των ακροατών του. Για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, επιστράτευε ακόμη και τα ζώα, Έτσι κατάφερνε να βγαίνει απ’ τα ασφυκτικά όρια του εαυτού και να ξεχύνεται στη φροντίδα του άλλου, στην αγάπη του οποίου αφιερώνεται ο Χριστιανισμός.
Ο Γέροντας κάποτε ανάμεσα απ’ τους επισκέπτες του, συνάντησε κι έναν καθηγητή Πανεπιστημίου, ο οποίος δυσκολευόταν να πιστέψει την ύπαρξη Θεού. Αφού άκουσε τις δύσπιστες θεωρίες του περί Θεού, με άφθαστη προσήνεια ο Άγιος του απάντησε: «Ξέρεις, είσαι πιο ανόητος κι από μια σαύρα». Ο καθηγητής που «είχε καβαλήσει το καλάμι», γεμάτος έπαρση, ενοχλήθηκε στο έπακρο. Μα ο Γέροντας επέμενε στα αληθινά λόγια του: «Αλήθεια σου λέω και θα σου το αποδείξω». Τότε φώναξε μια σαύρα, από τις αμέτρητες που ήταν εκεί κοντά.
Το ερπετό έτρεξε αμέσως στο κέλευσμα του Γέροντα, ο οποίος, σίγουρος και χωρίς να αμφιβάλλει καθόλου, το ρώτησε αν υπάρχει Θεός. Αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, η σαύρα σηκώθηκε στα δυο της πόδια και σκύβοντας το κεφάλι προς τα κάτω, έδωσε καταφατική απάντηση με τον τρόπο της. Ο καθηγητής, που είχε «ψηλά τον αμανέ», σάστισε κι έχασε την υπεροψία του κατά του Θεού κι άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και λυγμούς. Κι ο Γέροντας είπε: «Βλέπεις λοιπόν που κι η σαύρα γνωρίζει ότι υπάρχει Θεός;». Μετά απ’ αυτό το περιστατικό, κατά το οποίο ακόμη κι η σαύρα έγινε ομιλητική και λαλίστατη, ο καθηγητής έφυγε συγκλονισμένος κι αποσβολωμένος.
Ανακεφαλαιώνοντας τα προηγούμενα, εν κατακλείδι φθάνουμε στο αποκρυστάλλωμα του παρόντος πονήματος, ισχυριζόμενοι ότι ο Άγιος Παΐσιος έτρεφε για όλα τα έμβια δημιουργήματα του Θεού, απέραντη αγάπη. Αυτό το συναίσθημά του που ξεχείλιζε για τον άνθρωπο, ωθεί στη σύνθεση της εικόνας του Θεού πάνω του, ενώ περίσσευε εμφανώς και για υπόλοιπα έργα του Θεού. Ο Άγιος τιμούσε τον Κύριο, γιατί πονούσε όλη την κτίση. Αυτή η τελευταία του ανταπέδιδε την αγάπη της, με βάση την αρχή της δράσης και της αντίδρασης.
