Άρτα: Αυτοδιοικητικά πρόσωπα στο προσκήνιο για το ψηφοδέλτιο της ΝΔ
Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία μόλις ένα στα τέσσερα ελληνικά νοικοκυριά είχαν παιδιά (1,046 εκατ. ή το 25,7% των συνολικά 4,073 εκατ.). Από αυτά σχεδόν τα μισά ( 482.000 ή το 46%) είχαν μόνο ένα παιδί. Αντίστοιχα, στην ΕΕ το 23,6% των νοικοκυριών είχαν παιδιά και από αυτά περίπου το 50% ήταν με ένα παιδί.
Οι οικογένειες με δύο παιδιά στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 406.000 ή 39% των νοικοκυριών με παιδιά, ενώ οι οικογένειες με τρία παιδιά αντιστοιχούσαν σε 158.400 ή στο 15%.
Το δημογραφικό πρόβλημα επηρεάζει βαθιά την ελληνική οικονομία και η αντιμετώπισή του απαιτεί συνδυασμό οικονομικών κινήτρων και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις η ανεργία (διψήφιο ποσοστό για μητέρες σε μονογονεϊκές οικογένειες) και οι χαμηλοί μισθοί αποθαρρύνουν την τεκνοποίηση. Το υψηλό κόστος διαβίωσης και η έλλειψη προσιτής στέγασης δυσχεραίνουν τη δημιουργία οικογένειας.
Όπως αναφέρουν έρευνες από διεθνείς οργανισμούς, στη χώρα μας δεν υπάρχει ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί. Οι δαπάνες για οικογενειακές πολιτικές βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της ΕΕ, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε κατά κεφαλήν όρους.
Η φορολογική μεταχείριση των νοικοκυριών με παιδιά στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), παρουσιάζει υψηλότερο φορολογικό βάρος σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών-μελών, περιορίζοντας την οικονομική στήριξη των οικογενειών και επιδεινώνοντας το δημογραφικό πρόβλημα.
Το 2023, ο φορολογικός συντελεστής (tax wedge) για έναν μέσο εργαζόμενο με δύο παιδιά στην Ελλάδα ήταν 37,1%, έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ που ανέρχεται στο 25,7% (6η υψηλότερη θέση μεταξύ 38 χωρών). Για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά, ο συντελεστής ήταν 38,5%, δηλαδή η μείωση για οικογένειες με παιδιά είναι μόλις 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, πολύ μικρότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (9,1 μονάδες).
Θα πρέπει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τις πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050, διαπιστώνεται μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο.
Η χώρα μας, επί του παρόντος, «μετράει» το 23% του πληθυσμού της σε ηλικίες άνω των 65 ετών και εντάσσεται στις πλέον γερασμένες της ΕΕ. Τις επόμενες δεκαετίες αυτή η τάση όχι μόνο δεν θα υποχωρήσει αλλά θα ενταθεί. Μέχρι το 2050, ο πληθυσμός των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, θα αποτελεί τουλάχιστον το ένα τρίτο του πληθυσμού (35%).
Στην ΕΕ, το 37,6% των νοικοκυριών έχει δύο παιδιά και το 12,6% είχε τρία ή και περισσότερα παιδιά. Τα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα παιδιά διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Κυμαίνεται από 20,6% στην Ιρλανδία, 18,1% στη Σουηδία και 17,4% στη Φινλανδία, έως 6,2% στην Πορτογαλία, 6,4% στη Βουλγαρία και 7,6% στην Ιταλία.
Ο μέσος αριθμός παιδιών ανά οικογένεια στην Ελλάδα είναι περίπου 1,3, χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι στο 1,6. Η υπογεννητικότητα παραμένει πρόκληση, με το ποσοστό γονιμότητας στην Ελλάδα να είναι 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, ένα από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Οι οικογένειες με παιδιά τείνουν να συγκεντρώνονται σε αστικές περιοχές (60% σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες μεγάλες πόλεις).
