Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου
Χριστούγεννα και μια πλευρά της πόλης λάμπει με τα φωτάκια της χαράς, έστω και εάν είναι υπό αναβάθμιση, ενώ η Βαλαώρα βυθίζεται ακόμη περισσότερο στο σκότος και τα προβλήματά της.
Σίγουρα οι εποχές είναι δύσκολες και συχνά δυσβάστακτες, μιας και κοινωνικά προβλήματα όπως η φτώχεια η ανεργία η βία γεμίζουν όλο και περισσότερο την καθημερινότητά μας, μαζί με εποχές που κραυγάζουν όλο και πιο δύσκολα και δυστοπικά τοπία. Αδιέξοδα. Όμως μια πόλη δεν έχει μόνο το κέντρο της, έχει και άλλα σημεία που ανήκουν και είναι πόλη. Η Βαλαώρα, μια πόλη μέσα στην πόλη.
Έχω ξανααναφερθεί στην ιδιαιτερότητα των βορείων προαστίων της πόλης μας. Η Βαλαώρα της Άρτας, ο λαβύρινθος των αδιεξόδων και της άλλης ζωής αυτής που συχνά προτιμούμε να μη βλέπουμε και να μην ακούμε. Η φτώχεια, η ιδιαιτερότητα, οι άλλοι πολίτες που δεν έχουν την άνεση, το χώρο, το φώς, την δυνατότητα των πιο προνομιούχων. Δεν απέχει καθόλου από το κέντρο της πόλης μια ή μάλλον πολλές κατηφόρες που όλες οδηγούν σε ίσιους και επίπεδους δρόμους μόνο οι δικοί τους είναι στενοί και ανηφορικοί. Δεν κάνουν τους δρόμους και τα πεζοδρόμια τις πόλεις αλλά οι πολίτες της –«Άνδρες πόλις και ού τείχη, ουδέ νήες ανδρών κεναί.» (Η πόλη [και η δύναμή της] είναι οι άντρες και όχι τα τείχη ούτε τα άδεια πλοία) είχε πει ο Θουκυδίδης. Και έχω ακούσει την έκφραση μονοπλίσιος, ή αυτόχθων της βυζαντινής Άρτας, αλλά ποτέ κάτοικος της Βαλαώρας. Είναι άραγε βρισιά;
Πόλη ακόμη είναι και τα παιδιά, το κεφάλαιο μας, και μάλλον δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αυτό αρκετά. Παιδιά περιπλανώμενα σε σκοτεινούς και δύσβατους δρόμους, της ανεργίας της απόλυτης φτώχειας έως εξαθλίωσης. Παιδιά που περπατούν με το στιγματισμό, μιας άλλης πόλης χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν προβλήματα και μάλιστα σοβαρά αλλά και περίσσια προκατάληψη. Δεν τα βλέπουμε, στην ίδια μας την αυλή; Δε θέλουμε να τα δούμε και να τα αντιληφθούμε ή μάλλον και μπορεί να μην μας ταιριάζει αυτή η αισθητική και θέα. Κι όμως υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει και να μας χτυπά την πόρτα της αδιαφορίας μας.
Δεν υπάρχει μόνο η πόλη που λάμπει και θάλλει όπως και θα μπορούσε να λάμψει και να θάλλει σε τέτοιους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς. Υπάρχει και το πιο σκοτεινό και βαθύ πρόβλημα, μιας γενιάς που χάνεται στην ανυπαρξία του μέλλοντος μέσα στις λάσπες του παρόντος, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από οικονομικά κραταιούς γονείς ή άλλους πιθανούς βοηθούς που γίνεται πια απίθανη η καθημερινότητα παρά πιθανή…
Και τελικά πού πάμε και πού καταλήγουμε;
Ζούμε στην εποχή των σκοτεινών προσώπων και προσωπείων, που συνεχώς ξεθάβονται με νέα πρόσωπα για να συνεχίσουν το αποτελείωμα μιας χώρας που έχει αναγεννηθεί τόσες πολλές φορές από τις στάχτες τις που σε λίγο μόνο με αποκαΐδια θα μπορεί να πορεύεται πλέον. Κι έτσι θα πορεύεται η Ελλάδα… με λίγους ευνοημένους μπροστά και μια γενιά χαμένη πίσω. Πώς θα φτάσουμε επομένως στην κορυφή ξεκινώντας από την κατηφόρα; Ναι αλλά η κατηφόρα οδηγεί στο κέντρο, μας το δείχνει όλη η Ελλάδα αυτό, η Ευρώπη σε παρακμή. Και ξαναγράφω όσα έγραφα πριν πενταετίες και πάλι γραφή θα είναι και θα μείνει. Καλές και ευλογημένες γιορτές σε όλους μας! Με ελπίδα, αφού πεθαίνει τελευταία!