Αναρτήθηκε στις:01-12-23 15:59

Γιάννης Γραμματόπουλος: Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ο Γιάννης Γραμματόπουλος είναι ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής, μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων, του British Psychological Society και της Ελληνικής Εταιρείας της New Lacanian School. Γεννήθηκε στο Ισαάκιο Διδυμοτείχου Έβρου το 1983. Σπούδασε ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο (MSc Applied Psychology στο Brunel University, PhD Psychoanalysis στο Middlesex University). Παρακολούθησε το πρόγραμμα ψυχαναλυτικών σπουδών της Ακαδημίας Κλινικών Σπουδών της Αθήνας (ΑΚΣΠΑ) του Ινστιτούτου του Φροϋδικού Πεδίου – Λακανικός Προσανατολισμός, όπου, από το 2019, συμμετέχει στη διδασκαλία των εισαγωγικών μαθημάτων. Το 2016 υποστήριξε επιτυχώς τη διδακτορική διατριβή του με θέμα την εννοιολογική σύλληψη και αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας στη λακανική ψυχανάλυση, η οποία εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Karnac (έπειτα Routledge) με τίτλο Above the Ground and Beneath the Clouds: Schizophrenia in Lacanian Psychoanalysis. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά το βιβλίο του Ντάνιελ Τάμμετ Γεννήθηκα μια γαλάζια μέρα: μέσα στο ασυνήθιστο μυαλό ενός αυτιστικού «σοφού» (Εκκρεμές, 2013). Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Είναι μέλος της διευθύνουσας επιτροπής της Ελληνικής Εταιρείας της NLS. Το βιβλίο του «Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος»: Η περίπτωση του Γ. Μ. Βιζυηνού στο φως της λακανικής ψυχανάλυσης, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εκκρεμές, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Για ποιο λόγο ασχοληθήκατε με τον Γεώργιο Βιζυηνό;


O Βιζυηνός είναι από πολλές απόψεις μια γοητευτική μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας του β’ μισού του 19ου αιώνα. Ωστόσο, είναι τόσο γνώριμη, όσο και ομιχλώδης. Γνωρίζουμε καλά τα περισσότερα από τα διηγήματά του, σε κάποιο βαθμό την ιστορία της ψυχικής διαταραχής του, όμως, πολλές άλλες ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής του καλύπτονται από μύθους, ασάφεια ή ανακρίβειες. Η φιλολογική έρευνα και οι εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών μάς έχουν δώσει την ευκαιρία να φωτίσουμε αυτά τα σκοτεινά σημεία και να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα εκείνον τον «παράξενο τύπο» που μας χαμογελάει πίσω από τα τεράστια μουστάκια του, ενάμισι αιώνα πίσω. Δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να μην έχει υπάρξει κι ένας υποκειμενικός παράγοντας πίσω από το ενδιαφέρον μου. Σε παιδική ηλικία έτυχε να διαβάσω το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» και να έχω τη χαρά της ανάγνωσης μιας ιστορίας που γράφεται από ένα «παιδί» για τη γλυκόπικρη εμπειρία της διάψευσης των παιδικών αλλά και… ενήλικων φαντασιώσεων. Το γεγονός ότι, καταγόμενος κι εγώ από τη Θράκη, στο ανάγνωσμα εκείνο διάβασα τις λέξεις και είδα τις εικόνες του τόπου όπου μεγάλωνα, ενός χωριού του Έβρου χτισμένου από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, απ’ όπου προερχόταν και ο Βιζυηνός, έφτιαξε έναν δεσμό που κινητοποίησε το ενδιαφέρον μου.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε το βιβλίο Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος;


Ακολουθώντας τον Φρόιντ και τον Λακάν, στην κλινική πρακτική, τη μελέτη αλλά και τη διδασκαλία της ψυχανάλυσης, μας ενδιαφέρουν αλλά και εμπνεόμαστε πάντοτε από μοναδικές περιπτώσεις υποκειμένων τα οποία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη ζωή τους, τόσο εξαιτίας της ψυχικής τους δομής όσο και των γυρισμάτων της τύχης, καταφέρνουν να τα βγάλουν πέρα με μικρές ή μεγάλες αναταράξεις. Εκκινώντας από το ενδιαφέρον που ανέφερα νωρίτερα και ασχολούμενος με τον Βιζυηνό στο πλαίσιο της διδακτορικής μου έρευνας πάνω στην εννοιολογική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση της ψύχωσης στη λακανική ψυχανάλυση, μου φάνηκε πως πρόκειται για μια περίπτωση από την οποία μπορούν να μάθουν και να εμπνευστούν όσοι ασχολούνται με την ψυχανάλυση ως κλινικοί, αλλά και όσοι γοητεύονται ως αναγνώστες από τη συγκλονιστική ιστορία και το έργο αυτού του ανθρώπου.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;


Και τα δύο! Κατ’ αρχάς, πρόκειται για ένα αυτούσιο απόσπασμα από την περιγραφή του φίλου και βιογράφου του Βιζυηνού, Νικόλαου Βασιλειάδη, το οποίο αναφέρεται στις αντιδράσεις της αθηναϊκής κοινωνίας στο πόσο παράταιρος ήταν εκείνος ο άνθρωπος όταν έκανε την εμφάνισή του στην ελληνική πρωτεύουσα στα 1873• ήταν καθ’ όλα παράξενος: από την εμφάνιση, τη φωνή και το ντύσιμό του μέχρι τους τρόπους, την καταγωγή και την πορεία του στη ζωή. Ο Βιζυηνός είχε, βλέπετε, την ατυχία η «παραξενιά» του να διακρίνεται άμα τη εμφανίσει, εξαιτίας του κάπως ασυνήθιστου παρουσιαστικού του. Η λέξη «παράξενος» είναι, όμως, εξαιρετικά ταιριαστή για να περιγράψει και τη σχέση του Βιζυηνού με τον κοινωνικό δεσμό, τον οποίο στο απόσπασμα αυτό εκπροσωπεί η αθηναϊκή κοινωνία. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην Αθήνα θεωρούνταν πάντα παρείσακτος.

Από την πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα το 1873 μέχρι και τον θάνατό του το 1896 δεν θα πάψει να διχάζει τη λογοτεχνική παραγωγή. Για ποιο λόγο;


Η προαναφερθείσα «παραξενιά» του Βιζυηνού αφορούσε και την πορεία του στα γράμματα. Παρότι προσπαθεί να ακολουθήσει τα κελεύσματα των καιρών του και, όταν γράφει τα διηγήματά του, καταφέρνει να συναντηθεί μαζί τους δίνοντας κάποια όμορφα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, στις άλλες προσπάθειές του σχεδόν πάντοτε αστοχεί. Ερχόμενος από την Πόλη, κάνει το ντεμπούτο του στην Αθήνα (1873-75) ως φέρελπις Φαναριώτης ποιητής, την εποχή που ο φαναριωτισμός πνέει τα λοίσθια. Όσο σπουδάζει στη Γερμανία (1875-1882), η ποιητική του παραγωγή συνεχίζεται στο ίδιο ύφος• ακόμη κι όταν προσπαθεί, επηρεασμένος από τη γερμανική παράδοση ή το πνεύμα των καιρών, να παράξει κάτι καινούργιο, παραμένει δεσμευμένος και υπόχρεος στον φαναριωτισμό. Τα διηγήματά του που γράφονται κάπου μεταξύ 1883-85 είναι κάτι πρωτοποριακό για τη νεοελληνική λογοτεχνία, δεν έχουν όμως, ακόμα, την οικουμενική αναγνώριση που θα αποκτήσουν στο μέλλον. Δυστυχώς, η παραγωγή αυτή θα σταματήσει πολύ σύντομα και θα αφοσιωθεί είτε σε ποιήματα που δε θα δημοσιευτούν (ίσως και καλύτερα), είτε δοκίμια και μελέτες πάνω στην ποίηση, τις τέχνες και την επιστήμη, τα οποία σαφώς δεν αποτελούν αξιοσημείωτα δείγματα των ελληνικών γραμμάτων του τέλους του 19ου αιώνα.

Όλα αυτά τα στοιχεία έχτισαν, λοιπόν, την «παραξενιά» του;


Ο Βιζυηνός έζησε μια σχετικά σύντομη και συνάμα περιπετειώδη ζωή. Ήταν ένας άνθρωπος που μέσα στην ατυχία της ταπεινής κοινωνικοοικονομικής καταγωγής του, από ένα καθ’ όλα άγνωστο χωριό της Ανατολικής Θράκης, και τους περιορισμούς της ψύχωσης, που τον οδήγησε στο Δρομοκαΐτειο, διεκδίκησε μια θέση στον ήλιο μέσα από τα γράμματα και κατάφερε ως ένα σημείο να πετύχει κάποια αξιοσημείωτα επιτεύγματα, για τα οποία τον θυμόμαστε ακόμα. Η παραξενιά του συνίστατο, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε πτυχή του είναι του. Ίσως στη σημερινή εποχή, που είναι πολύ πιο δεκτική στο διαφορετικό, να μην είχε την ίδια αντιμετώπιση.

Γιατί τον πολεμούσαν οι ποιητές και οι πεζογράφοι;


Αφενός επειδή, όντως, μεγάλο μέρος του έργου του είναι μάλλον παρωχημένο ή μικρής αξίας. Αν οι επικριτές του ήταν κάπως υπερβολικοί ως προς την ένταση και τα επιχειρήματα της κριτικής τους, είχαν σίγουρα δίκιο ως προς το τι πρέσβευε ο Βιζυηνός, τουλάχιστον στο ποιητικό ξεκίνημά του. Αφετέρου, τον πολεμούσαν λόγω κάποιου βαθμού ζηλοφθονίας που σχετιζόταν με την καλή του τύχη: παρότι γεννήθηκε χωρίς μεγάλες προοπτικές, ο Βιζυηνός εξασφάλισε την οικονομική υποστήριξη και προστασία ενός πολύ εύπορου ανθρώπου, του τραπεζίτη Γεώργιου Ζαρίφη, που του έδινε την ευκαιρία να διάγει μια πολυτελή ζωή, την οποία ο Νεοέλληνας λογοτέχνης της εποχής, ο οποίος είναι κατά κανόνα εργαζόμενος άνθρωπος του τύπου, δεν μπορούσε ούτε να ονειρευτεί. Προσθέστε και τον κάπως ευέξαπτο χαρακτήρα του, που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, και έχουμε στα χέρια μας τις ρίζες γι’ αυτή τη συνεχιζόμενη πολεμική εναντίον του.

Συνέβαινε κάτι ανάλογο και στο πανεπιστήμιο;


Φαίνεται πως ναι. Βέβαια, πρέπει πάντοτε να προσεγγίζουμε τις πηγές με προσοχή, καθώς η περίπτωση του Βιζυηνού έχει γεννήσει μια υπερμεγέθη μυθολογία, ιδίως δε για την περίοδο λίγο πριν από την έκλυση της ψύχωσης και τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο, όταν και σχετίζεται περισσότερο με το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρότι είχε εκλεγεί υφηγητής, δεν δίδαξε ποτέ εκεί, αλλά κατά πόσο αυτό οφείλεται αποκλειστικά στους ενδοπανεπιστημιακούς ανταγωνισμούς ή στη δική του έλλειψη επιθυμίας ή δυνατότητας να διδάξει, χωρά συζήτηση. Πάντως, ως τρικουπικός, βρισκόταν σαφώς σε δυσμένεια όσον αφορά δημόσιες θέσεις όποτε στο τιμόνι της πρωθυπουργίας ανέβαινε ο Δηλιγιάννης.

Γιατί στη μελέτη σας επιχειρείτε μια βιογραφία φωτισμένη από την ψυχανάλυση;


Πιστεύω πως η ζωή και το έργο του Βιζυηνού ενδείκνυνται για μια ανάγνωση με τη βοήθεια των εργαλείων της ψυχανάλυσης. Όπως σε μια ψυχαναλυτική θεραπεία προσπαθούμε να διαβάσουμε την ψυχική δομή και τις επιλογές ενός ανθρώπου με βάση τις έννοιες και τις θεωρίες του Φρόιντ, του Λακάν και άλλων ψυχαναλυτών, έτσι επιχειρείται εδώ και η ανάγνωση των γνωστών και άγνωστων πτυχών της ζωής του, αποσκοπώντας όχι σε μια θεραπευτική προσέγγιση εκ των υστέρων ή εκ του ασφαλούς, αλλά στη γνώση του αναγνώστη και ίσως του εκπαιδευόμενου αναλυτή.

Μετά τον θάνατό του τα πράγματα άλλαξαν. Ποιοι ήταν οι πρώτοι που έγραψαν θετικά για το έργο του;


Η αλλαγή ξεκίνησε δειλά ήδη με τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Σίγουρα, όμως, εκτοξεύτηκε με τον πραγματικό του θάνατο, στα 1896. Μεταξύ των πρώτων ήταν ο Κωστής Παλαμάς και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο πρώτος πιο επιφυλακτικός και ο δεύτερος πιο ενθουσιώδης.

Πώς θα ένιωθε, άραγε, αν ζούσε σήμερα και έβλεπε την τεράστια απήχηση που έχει το έργο του;


Είμαι της γνώμης πως δεν θα άλλαζαν και πολλά για εκείνον. Ο Βιζυηνός μάς δίνει την αίσθηση πως πίστευε ανέκαθεν στην αξία του και δεν περίμενε τον Άλλο για να την επικυρώσει. Το πρόβλημα ήταν του Άλλου. Τώρα που ο Άλλος άλλαξε γνώμη, τόσο καλύτερα για τον Άλλο!

Ποια είναι η ανταπόκριση των αναγνωστών στο βιβλίο σας;


Είναι πολύ ενθαρρυντική, κάτι που θεωρώ πως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη ζωή και το έργο του ίδιου του Βιζυηνού. Η ανταπόκριση στο βιβλίο αντανακλά τη μεγάλη αγάπη των αναγνωστών στον «παράξενο» αυτόν «τύπο» και στους θαυμάσιους κόσμους που μας χάρισε.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img