Αναρτήθηκε στις:23-06-22 17:42

Συνέντευξη της Μαρίας Γαβαλά στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Η εικόνα στην οθόνη μπορεί να λειτουργεί και ως καθρέφτης του κόσμου μας εσωτερικού και εξωτερικού



Η Μαρία Γαβαλά γεννήθηκε στο Κορωπί Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού "Σύγχρονος Κινηματογράφος" (1980-84) δημοσίευσε πολλά κείμενα για τον κινηματογράφο. Κινηματογραφικά κείμενά της υπάρχουν επίσης δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες. Έγραψε σενάρια, γύρισε ταινίες μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση και σκηνοθέτησε τις μεγάλου μήκους ταινίες: "Περί Έρωτος" (1981). - Τιμήθηκε με βραβείο στο "Φεστιβάλ Γυναικείου Κινηματογράφου" της Φλωρεντίας, το 1983, "Άρωμα βιολέτας" (1985) και "Το μαγικό γυαλί" (1989) - Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Κινηματογράφου, την ίδια χρονιά. Δόκιμη πεζογράφος, μετά το 1994, έχει στο ενεργητικό της επτά μυθιστορήματα ("Η υπηρέτρια των αγγέλων", 1994, "Η κυρία του σπιτιού", 1996, "Παραθαλάσσιο θέρετρο το χειμώνα", 1999, "Στη δροσιά των κήπων μου", 2001, "Ακραία καιρικά φαινόμενα", 2003, "Τα κορίτσια της πλατείας", 2006, "Ο λεμονόκηπος", 2012) και μία συλλογή διηγημάτων ("Από γυαλί", 2011). Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Επίσης, έχει μεταφράσει θεωρητικά κείμενα για τον κινηματογράφο και σύγχρονα μυθιστορήματα, πάντα από τη γαλλική γλώσσα.


Τι σας ώθησε να γράψετε το μυθιστόρημα «Ο μικρός Γκοντάρ», εκδόσεις Πόλις;


Σκέψεις ετών, σχετικές με την πολιτική ή με σημαδιακά γεγονότα, και το πώς αυτά αποτυπώνονται στο σελιλόιντ. Επίσης η ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο (συγγραφή σεναρίων, σκηνοθεσία ταινιών μυθοπλασίας ή ντοκιμαντέρ, μετάφραση θεωρητικών κειμένων, το γράψιμο κριτικών ή σχολίων για ταινίες, η κινηματογραφοφιλία μου, αυτή καθαυτή).

Το βιβλίο αναφέρεται στον έρωτα. Πόσο σημαντικός είναι ο έρωτας για την ύπαρξη του ανθρώπου;


Ο έρωτας είναι η αρχή και ο θάνατος το τέλος. Το λατινικό amor, oris (αγάπη, έρως) εμπεριέχει το ελληνικό μόρος/θάνατος, καθώς και το λατινικό mors, rtis.

Μέσα όμως από το μυθιστόρημα αναδύεται και η αγάπη σας για τον κινηματογράφο. Πώς ξεκίνησε αυτή η λατρεία για την μεγάλη οθόνη;


Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για λατρεία, με την έννοια της πίστης και της αφοσίωσης σε κάτι ιερό. Η οθόνη είναι απλώς μια λευκή επιφάνεια. Πρόκειται για μια γήινη, καθημερινή και οικεία, αγάπη και έλξη προς μια τέχνη, έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων, επιθυμιών και ονείρων, και την αποτύπωση όλων αυτών των διεργασιών σε φιλμ. Η εικόνα στην οθόνη μπορεί να λειτουργεί και ως καθρέφτης του κόσμου μας, εσωτερικού και εξωτερικού. Το ίδιο συμβαίνει και με το θέατρο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες, την ποίηση, τη λογοτεχνία…

Η Λουκία Βακαρή είναι φοιτήτρια σε σχολή κινηματογράφου στο Παρίσι. Γιατί επέλεξε το Παρίσι για να σπουδάσει;


Βρισκόμαστε στην περίοδο της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα. Οι σοβαρές σπουδές επί ελληνικού εδάφους, μάλλον ήταν ανύπαρκτες, ακόμη και απαγορευμένες. Στο Παρίσι, αντιθέτως, υπήρχαν όλες οι δυνατότητες, τόσο για να δεις όσο και για να σπουδάσεις κινηματογράφο.

Ο φίλος της Γκασπάρ Φρενέλ, είναι αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής-ντοκιμαντερίστας. Από που πήρε το όνομα «μικρός Γκοντάρ»;


Τον αποκαλεί έτσι, χαριτολογώντας, η μητέρα της κεντρικής ηρωίδας, και επιλέγεται ως τίτλος του μυθιστορήματος προκειμένου να βοηθήσει τον αναγνώστη να προσεγγίσει δύο διαφορετικές έννοιες: μεγάλος (ένας εμβληματικός δημιουργός του κινηματογράφου, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, πρόσωπο υπαρκτό) και μικρός (ένας άσημος νεαρός, αρχάριος κινηματογραφιστής, επινοημένο πρόσωπο χάριν ενός λογοτεχνικού αφηγήματος ). Οι έννοιες μικρό/μεγάλο, σημαντικό/ασήμαντο, δύναμη/αδυναμία, απασχολούν το μυθιστόρημα ευρύτερα.

Το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας –τέλη της δεκαετίας του Εξήντα, αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα– είναι ένα από τα πιο κρίσιμα χρονικά διαστήματα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί ο γαλλικός κινηματογράφος ανέπτυξε μεγάλη ακμή και γυρίστηκαν εξαιρετικές ταινίες;


Ακριβώς διότι έπρεπε να δοθούν απαντήσεις σε πάμπολλα κρίσιμα ερωτήματα. Κρίσιμες καταστάσεις και κρίσιμα ερωτήματα, νομίζω ότι δημιουργούνται, ανακύπτουν, σε όλες τις εποχές. Άλλωστε σπουδαίες ταινίες, μεταπολεμικά, δεν γυρίστηκαν μόνο στη Γαλλία. Οι μάχιμοι, οι ανήσυχοι, οι ευαίσθητοι καλλιτέχνες είναι πάντα παρόντες. Δεν γίνεται διαφορετικά. Και σήμερα, εποχή ξεχωριστών αναταραχών, συγκρούσεων, επιδημιών κ.ο.κ., γυρίζονται εξαιρετικές ταινίες. Είναι ένα ευτύχημα μες στη δυστυχία. Ένα λαμπερό φως μες στο πυκνό σκοτάδι.

Εκείνη η εποχή γιατί έμεινε στη μνήμη για την βούληση των κρατών, κυρίως των αφρικανικών, για αποτίναξη του ζυγού των αποικιοκρατών;


Στο μυθιστόρημα θίγονται συγκεκριμένα γεγονότα: ο πόλεμος της Αλγερίας, η αποαποικιοποίηση, η γενοκτονία του λαού της Μπιάφρα, η σφαγή των Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι τον Οκτώβριο του ’61, οι βίαιοι εξισλαμισμοί στην Αφρική, ο Μάης του ’68, το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, το διατλαντικό δουλεμπόριο. Τα αναφέρω χωρίς χρονολογική σειρά. Η Ιστορία ήδη έχει αποφασίσει και καταγράψει. Στους επιζώντες μένει να μην ξεχνούν. Η λήθη, ατομική ή συλλογική, είναι από μόνη της μια επιδημία, ένα είδος πανούκλας όπως αυτή που περιγράφει και αναλύει ο Καμύ.

Μέσα από την αφήγησή σας η πρωταγωνίστρια Λουκία Βακαρή βρίσκεται στους δρόμους του Παρισιού και μας μαθαίνει το Παρίσι και τα σημαντικότερα μέρη και γεγονότα της εποχής του. Πώς καταφέρνετε να έχετε τέτοια γνώση για την πόλη του φωτός;


Το Παρίσι είναι παρόν στο μυθιστόρημα, όπως άλλωστε και η Αθήνα. Εκείνο που με ενδιαφέρει, πρωτίστως, δεν είναι ο «τουριστικός» τομέας των μητροπόλεων. Η ηρωίδα περιφέρεται, κυρίως, στα βορειοανατολικά προάστια του Παρισιού, στις ευαίσθητες αστικές ζώνες, εκεί όπου ζει κυρίως μεταναστευτικός πληθυσμός και όπου ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών. Το ίδιο και στην Αθήνα. Οι περιπλανήσεις της περιστρέφονται σε βιομηχανικές ζώνες, της Αθήνας και του Πειραιά, σε προσφυγικές συνοικίες ή στον κάμπο της Μεσογαίας, όπου ζει κυρίως αγροτικός πληθυσμός. Οι ιστορίες που αφηγείται το μυθιστόρημα έχουν άμεση σχέση με ταλαιπωρημένους, κακοπαθημένους ανθρώπους, με άστεγους, με πλάνητες, με ασυνόδευτα παιδιά ή με κτίρια εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους, με ερειπωμένα εργοστάσια, με σπίτια που τα περιμένει η κατεδάφιση. Τους χώρους αυτούς τους έχω επισκεφτεί, περπατήσει, φωτογραφίσει, πολύ προσεκτικά. Και ευτυχώς που έχω, κατά τις επισκέψεις μου, κρατήσει λεπτομερείς σημειώσεις, διότι στο μυθιστόρημα μιλάω για το τέλος της δεκαετίας του ’60, αρχές του ’70, και είναι φυσικό οι συγκεκριμένοι χώροι να έχουν υποστεί αλλαγές στο μεταξύ.

Ποια άλλα μηνύματα μέσα από τους χαρακτήρες του βιβλίου θέλετε να περάσετε στους αναγνώστες;


Προτιμώ να δουλεύω με νοήματα, παρά με μηνύματα. Περιγράφω χώρους, πλάθω ανθρώπινους χαρακτήρες, φτιάχνω ανθρώπινες σχέσεις, μιλάω για ό,τι βλέπω τώρα ή για ό,τι έχουν δει τα μάτια μου στο παρελθόν, για τα όνειρα και τις επιθυμίες μου, και φυσικά για τις φαντασιώσεις και τις εμμονές μου.

Πώς συνδυάσατε στη ζωή σας τη λογοτεχνία με τον κινηματογράφο;


Είναι δυο πράγματα εντελώς ξεχωριστά. Ο μόνος σύνδεσμος, φαντάζομαι, βρίσκεται στον τρόπο δουλειάς. Κρατώντας σημειώσεις, διαβάζοντας κείμενα άλλων, πολλά βιβλία, βλέποντας ταινίες σχετικές με το θέμα μου, ξεψαχνίζοντας λεξικά που βοηθούν να κατανοείς τη σημασία και λειτουργία των λέξεων ή των εικόνων, δουλεύοντας καθημερινά και απαραιτήτως τις ίδιες πάντα ώρες μες στην ημέρα, και διορθώνοντας με εξαντλητικό τρόπο ό,τι γράφεται. Η επανάληψη, ο έλεγχος, η επαναδιατύπωση, είναι σωτήριες λέμβοι. Με γλιτώνουν από μεγάλους μπελάδες.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;


Είναι τόσοι πολλοί, για μεγάλο ευτύχημα κι ακόμη μεγαλύτερη παρηγοριά, που νομίζω πως δεν έχει νόημα να τους αναφέρω.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ