Αναρτήθηκε στις:20-06-22 12:50

Ασβέστης: Καθαρές αλλά και βρόμικες ιστορίες…


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Τον ασβέστη τον ξέρουμε όλοι ως οικοδομικό υλικό, οι παλαιότεροι όμως τον θυμούνται και λόγω των πολλών άλλων χρήσεών του: από μέσο καλλωπισμού των σπιτιών μέχρι σκληρυντικό γλυκών!

Φτιαγμένος από πυράκτωση ειδικών λίθων, διαθέτοντας αναμφισβήτητες απολυμαντικές και άλλες ιδιότητες, δεν ήταν δυνατόν να μη βρίσκεται στο… οπλοστάσιο των προγόνων μας, οι οποίοι μεγαλουργούσαν ακόμη και με τα πιο υποτυπώδη υλικά…

Παιδική εργασία στις «ασβεσταριές»


Η μητέρα μου θυμάται τη δύσκολη παιδική της ηλικία. Η εργασία ήταν αυτονόητη, αλλά και πολύ σκληρή, εν προκειμένω στις ασβεστοκαμίνους:

«Από 14 χρονών πάαινα μεριάτικο (μεροκάματο), κι εγώ κι οι αδερφάδες μ’. Θέρ’ζαμαν, σκάλιζαμαν…

Δεν ήταν ζωή κι εκείνη… Λιανοπαίδια και να πααίνουμε μεριάτικο… Και τι λεπτά να πάρ’ς… “Το μεριάτικο μεριά δε στένει” (παροιμιώδης φράση: κανείς δεν πλουτίζει με το μεροκάματο).

Δούλεψαμαν κι εγώ κι οι αδερφάδες μ’ και στ’ς ασβεσταριές (ασβεστοκάμινος), αλλά ήταν βαριά η δ’λειά… Ξεπατωμάρα μεγάλη!

Μάζωναμαν λιθάρια στο γιαλό (όχθη ποταμού), ακόνια μεγάλα, ασπρολίθια (ασβεστόλιθοι), τα σώριαζαμαν σωρούς σωρούς κι έρθονταν τ’ ανατρεπόμενο (φορτηγό) κι τα φόρτωναμαν κι τά ’φερνε στ’ς ασβεσταριές…

Οι ασβεσταριές ήταν ασβεστοκάμινα, τά ’χτ’ζαν από μέσα με τρούλο.

Ήταν ειδικοί μαστόροι πο’ ’φκιαναν τ’ς ασβεσταριές, δεν ήξεραν όλοι. Πρώτα έσκαφταν μία γούρνα μεγάλη και τ’ν έχτ’ζαν, στον πάτο (βάση) τοίχο κι απάνω τ’ γιόμιζαν με ασπρολίθια.

Έφκιαναν σαν τρούλο στ’ν κορφή. Αλλά στ’ν κορφή έβαναν στουρνάρια (ειδικές πέτρες). Καίονταν κι αυτά τα στουρναρολίθια, γένονταν όλα ασβέστη!

Αφού καίονταν τ’ ασπρολίθια που ’ταν πιο σκληρά, τα στουρναρολίθια δε θα καίονταν;

Μπροστά είχε πόρτα, ίσια πο’ ’παιρνε αγκαλιές τα κλαρούδια… Ό,τι να ’ταν: πουρνάρια, ρείκες, σκίντες, φιλίκια… Ό,τι έπαιρνε η τσεκούρα!

Άναβαν φωτιά μεγάλη κι καίονταν τα λιθάρια για να γένει ασβέστη.

Οχτώ μερόνυχτα έκαιγε η φωτιά! Λαμπάδα (φλόγα) μεγάλη μέρα-νύχτα! Τ’ φωτιά τ’ν τάιζαν (τροφοδοτούσαν) και το βράδυ, να μη λείψει η φλόγα!

Δεν έβγαινε απάνω η φλόγα, χούμπωνε (δηλ. έκαιγε εσωτερικά).

Εγώ τάιζα τ’ φωτιά με κλαρί (κλαδιά), γιατί ήμαν γλήγορη στα χέρια.

Έβανα τα κλαριά στ’ν πόρτα κι ήταν ένας εργάτ’ς π’ τά ’πιανε με τ’ μπαρχάλα (διχάλα) κι τα ζούπαγε (έσπρωχνε) μέσα στ’ φωτιά. Αυτήνη η μπαρχάλα είχε δυο τσιατάλια (αιχμηρές απολήξεις).

Στ’ς οχτώ μέρες ήταν φωτιά, τήραγαν αυτοίνοι από πάνω… Πύρωνε γύρα γύρα η ασβεσταριά. Κόκκινιζαν τα λιθάρια από πάνω και φαίνονταν κι αχπάνω λίγο φλόγα. Τότε έβγαινε στ’ν κορφή η φλόγα.

Κι έλεγαν αυτοίνοι που ’χαν τ’ν ασβεσταριά:

-Α, τώρα, κάηκε η ασβεσταριά…

Κοντά τ’ν άφ’ναν να κρυώσει, κανιά δεκαριά μέρες…

Κι κοντά έπεφτε η ασβεσταριά. Αφού καίονταν τα λιθάρια, έπεφταν… τα τρούλια (όπως: τα τοίχια, τα κήπια…). Οι εργάτες μάζωναν τ’ν ασβέστη με τα φκυάρια κι τ’ σάκιαζαν στα τσιουβάλια (δηλ. έπεφταν οι στοιβαγμένες πέτρες, που πλέον γίνονταν ασβέστης) κι έρθονταν ανατρεπόμενα και τ’ φόρτωναν.

Τι ασβέστη (θηλυκού γένους) ήταν αυτήνη… Ένα τόσοϊα λιθαράκι άμα έβαναμαν στο νερό, γιόμωζε (γέμιζε) ο ντενεκές ασβέστη…».

Το σβήσιμο του ασβέστη


Φυσικά απαιτούνταν κάποια διαδικασία για να είναι έτοιμη… η ασβέστη για άσπρισμα. Η μητέρα μου συνεχίζει την αφήγηση:

«Η ασβέστη τότε πο’ ’βγαινε απ’ ’ν’ ασβεσταριά ήταν άσβεστη. Σαν κοτρώνια, λιθάρια, όπως τά ’ταν προτού καούν στ’ν ασβεσταριά, για να γένουν ασβέστη.

Τ’ν ασβέστη τ’ν αγόραζαμαν κομμάτια, τ’ν πούλαγαν με τ’ν οκά. Στ’ς πόλεις πούλαγαν ασβέστη, γιατί οι ν’κοκυρές τ’ ασβέστωναν όλα, το σπίτι, τ’ς σκάλες, τα τοίχια, τα ντενεκέδια με τα λουλούδια. Αν είχαν κανιά λεμονιά όξω απ’ το σπίτι, ’ν’ ασβέστωναν κι αυτήνη, για να φαίνεται όμορφη.

Για ν’ ασβεστώ’εις, έπερπε να σβή’εις ασβέστη. Τ’ν έβαναμαν σ’ ένα ντενεκέ μέσα, δυο οκάδες, κι έρχ’ναμαν νερό για να σβηστεί.

Αφού έρχ’ναμαν το νερό, χόχλαζε, χόχλαζε… Σε κανιά ώρα σταμάταγε ο χόχλος… κι αυτό ήταν! Γιόμ’ζε ο ντενεκές με δυο οκάδες ασβέστη.

Για να σβηστεί, έπρεπε να τ’ν ανακατεύουμε, για να μη μείνουν γρουμπούλια, να είναι ντιπ σαν αλοιφή.

Κι έπρεπε να ’χ’ς το νου σου! Άμα πετιόνταν ψ’λά σου, σ’ έκαιγε! Δε μαλάζονταν ο ντενεκές (δεν μπορούσες να τον αγγίξεις)! Τόσο χόχλο έκανε! Όπως χοχλομανάει το νερό, έτσι έκανε κι η ασβέστη τότε π’ τ’ν έσβηγαμαν.

Τ’ν άφ’ναμαν κανα-δυο μέρες στο ντενεκέ να κρυώσει και κοντά έβαναμαν σ’ ένα μ’κρότερο αγγειό από λίγη λίγη ασβέστη κι ασβέστωναμαν. Τότε δεν έκαιγε.

Τότε που ’χαμαν τ’ν ασβέστη στ’ αγγειό, έβαναμαν και λίγο λάδι, για να μη βγαίνει ψ’λά σου, στα ρούχα σου (δηλ. σαν στερεωτικό του χρώματος, για να μη φεύγει). Αλλά αφού δεν είχαμαν και πολύ λάδι, έβαναμαν κι ένα κλωνάρι από συκιά, γιατί το συκόγαλο κάνει τ’ν ίδια δ’λειά με το λάδι άμα το βάλ’ς μέσα στ’ν ασβέστη.

Τα καλοκαίρια ασβέστωναμαν όλα τα σπίτια. Δεν άφ’ναμαν τίποτα ξασβέστωτο».

Το Μεγαλοβδόμαδο ξεσήκωναν τα σπίτια!


Η λέξη ασβεσταριά δεν σήμαινε μόνο την ασβεστοκάμινο, αλλά και τον χώρο (συνήθως σε κήπο δίπλα στο σπίτι) όπου έβαζαν τη σβησμένη ασβέστη. Η καλοσυνάτη συνομιλήτριά μου θυμάται πώς περιποιούνταν τα σπίτια:

«Το Μεγαλοβδόμαδο τα ξεσήκωναν τα σπίτια, έβγαναν όξω τα πράματα, γιατί λερώνονταν απ’ τ’ν κάπνα τ’ χειμώνα και μουντζουρώνονταν οι τοίχοι. Έπαιρναν τ’ν ασβέστη οι ν’κοκυρές και τά ’καναν λαμπίκο τα σπίτια! Τα Πασκαλόγιορτα κι ο πιο φτωχός θα το περιποιόνταν το σπίτι! Θ’ ασβέστωναν μέσα κι όξω, τ’ς οβορούς (αυλές), θα έφκιαναν τα παρτέρια στα κήπια, θα καθάρ’ζαν τα μπαξέδια…

Είχε μεγάλη τράβηξη (ζήτηση) ο ασβέστ’ς. Το κάθε ν’κοκυριό αγόραζε οκάδες ασβέστη! Άμα ρίξεις νερό στ’ν ασβέστη, βράζει (χοχλάζει), γι’ αυτό είχαν ασβεσταριές σε κάθε κήπο! Έριχναν τα κομμάτια τ’ν ασβέστη μέσα στ’ν ασβεσταριά κι έρ’χναν νερό για να σβήσουν τ’ν ασβέστη. Έτσι έλεγαν…

Πέραγε ο ασβεστάς με το κάρο και πούλαγε ασβέστη: “Ασβέστη! Ο ασβεστάς! Ασβέστη για σιουλμπέτωμα”. Κομμάτια μεγάλα, σα λιθάρια ήταν ο ασβέστ’ς.

“Πότε θα περάσει, μωρ’, ο ασβεστάς, να πάρουμε κάμποσες οκάδες…”, έλεγαν οι ν’κοκυρές.

Τα σπίτια τ’ αρχοντικά είχαν και δυο και τρεις υπηρέτριες, δούλες τ’ς έλεγαν. Οι αρχόντ’σσες εδώ στα Γιάννενα δεν κατέβαιναν στα μαγειρειά, για να μη λερωθούν, όχι να πάν’ ν’ ασβεστώσουν κιόλα…

Άσπριζαν όλο το σπίτι, τ’ς οντάδες, ιδίως τα μαγειρειά π’ γανώνονταν και γιόμ’ζαν γάνα (κάπνα). Μ’ ένα ασβέστωμα γένονταν σκαμάγκι (πεντακάθαρα). Μέχρι και τ’ς τοίχους όξω ασβέστωναν, αλλά και τα δέντρα για να μην ανεβαίνουν οι κάμπιες».

Οι φρουτοκλέφτες… την πατούσαν!


Τα παλιά χρόνια, τα φρούτα ήταν δυσεύρετα, οπότε πολλοί έμπαιναν στον πειρασμό να… απλώσουν το χέρι σε ξένα δέντρα! Όμως οι επίδοξοι κλέφτες συχνά βίωναν μια επώδυνη αλλά και ντροπιαστική εμπειρία:

«Άμα ρίξεις νερό στ’ν ασβέστη, αρχινάει και βράζει.

Τότε π’ σβηούσαν τ’ν ασβέστη, έπρεπε να φυλάονται όλοι, να μην πάνουν (πηγαίνουν) κοντά, γιατί πετάζονταν η ασβέστη. Πέταζε φουσκάλες! Χόχλαζε! Έβραζε… Ακούγονταν “Χλου χλου χλου…”.

“Κράτα τα παιδιά μακριά, μη ζυγώσουν και ζεματ’στούν!”, έλεγαν.

Αλλά φύλαγαν και τα ζωντανά να μη ζυγώσουν στ’ν ασβεσταριά. Σκ’λιά, γάτες, κότες, όλα αυτά κιντύνευαν. Δεν έπρεπε να ζυγώσουν!

Στ’ν άκρα τ’ κήπου, σε κάνα απόμερο, καταή στο χώμα έφκιαναν τ’ν ασβεσταριά. Έρ’χναν σε μία γούβα (λάκκο) τ’ν ασβέστη, τ’ς πέτρες, κι έρχ’ναν από μακριά το νερό για να σβήσουν τ’ν ασβέστη. Και τ’ν κράταγαν και γι’ άλλες φορές. Όποτε γιόρταζαν, ασβέστωναν. Το Δεκαπενταύγουστο. Κι όποτε είχε πανηγύρι το κάθε χωριό: τ’ Αϊ-Λιός, τ’ Αϊ-Παντελεήμονα… Όλο το καλοκαίρι γιορτές… Ε, το χειμώνα… ασβέστωνε ο Θεούλης, με το χιόνι!

Τ’ς ασβεσταριές πρόσεχαν να μη ζυγώσει κανένας! Γι’ αυτό έβαναν πέτρες γύρω-γύρω, έρ’χναν και κλαδούρια αποπάνω, αλλά σκέπαιναν και με τσίγκια, για να μην πάει κανένας μες στ’ν ασβεσταριά, ούτε άνθρωπος, ούτε ζωντανό.

Αλλά κανιά φορά άμα πάαινε κάνας το βράδυ να κλέψει τίποτα πωρ’κά μέσα στον ξένο το μπαχτσέ, μες στα γκαβά (στα τυφλά), πού ήταν φώτα τότε, πάθαινε νίλα μεγάλη! Κι άρχιζε να σκούζει:

-Ώι! Έπεσα στ’ν ασβεσταριά! Βοηθάτε μωρέ, βούλιαξα! Κάηκα! Τραβάτε με όξω!

Και πού να τον τραβήσουν…

Έχανε και τα παπούτσια ο έρμος και πάθαινε και ζημιά στα ποδάρια (λόγω της υψηλής θερμοκρασίας).

Έρχονταν ο ν’κοκύρ’ς και τό ’λεγε τ’ κλέφτη:

-Τι γύρευες, ωρέ κιαρατά, στο μπαξέ μου; Γρουσούζη! Ήρθες να μ’ φας τ’ς μπούνες, τα συκάμ’να (μούρα)! Σε τιμώρ’σε ο Θεός που ’ρθες να με κλέψεις! Μ’ μαγάρ’σες και τ’ν ασβεσταριά… Σ’ χρειάζεται να σ’ αφήκω αυτού μέσα!

Τον τράβαγε όξω απ’ τ’ν ασβεσταριά τον κλέφτη και τον έβριζε κι άλλο!

Ε, τι βρίσιμο ήθελε αυτός… Το ’φτανε η λαχτάρα κι η ντροπή…».


Η… μεταμόρφωση των καυσόξυλων!


Ο πατέρας μου, όπως και τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, δούλευε από μικρός για να συνεισφέρει κι αυτός στο αναιμικό εισόδημα της οικογένειάς του:

«Από 15 χρονών ήμαν ξυλοφόρος, κ’βάλαγα ξύλα στ’ν Άρτα. Γληγορότερα απ’ το ’50, τότε π’ τελείωσα το δημοτικό, πάναιγα (πήγαινα) ξύλα στ’ν Άρτα μέχρι το ’54.

Ήταν φτωχή η φαμ’λιά μας, αλλά κι όλος ο κόσμος. Φτώχεια ολούθε! Ποιος είχε τότε λεπτά… Δεν έτσαζε κανένας φράγκο (δεν έβγαζε κανείς λεφτά).

Οι άντρες κ’βάλαγαν ξύλα με τ’ άλογα, οι γ’ναίκες ζαλίγκα, αλλά αυτές που ’ταν σιμά στ’ν Άρτα, απ’ το Πλατανόρεμα κι απ’ τα Κοσμίτσαινα.

Οι γ’ναίκες είχαν τραβώντα τ’ άλογο ή το μ’λάρι κι είχαν κι αυτές ένα ζαλίγκι (φορτίο) με ξύλα, για να βγάλουν πλειότερο σόδεμα, για ν’ αγοράσουν τρεις οκάδες αλεύρι με τα ξύλα π’ θα πούλαγαν.

Τα χλωρά τα ξύλα τα πούλαγαμαν στ’ς φούρνους με τ’ν οκά. Οι φουρναραίοι ήθελαν χλωρά ξύλα, δε φτουράν’ τα ξερά τα ξύλα. Ο φούρνος ήθελε χλωρά και χοντρά ξύλα, να τα βάλει μέσα και να λαμπαδιάσει για να ψήσει τα καρβέλια. Φούρνοι με ξύλα ήταν τότε, δεν ήταν με ρεύμα που ’ναι τώρα.

Ξύλα ξερά αγόραζαν στα σπίτια, γιατί είχαν τζιάκι όλοι. Κι οι γ’ναίκες ήθελαν ξύλα γιατί έπλεναν όξω, με καζάνι, κάθε σπίτι είχε καζαναριά.

Το χειμώνα άμα έβρεχε, δεν ξεμύταγε ο κόσμος. Τι να κάνουμε κι εμείς… Τα ξύλα έπρεπε να τα π’λήσουμε… Να τα φέρουμε πάλι στο χωριό, στ’ Μαρκινιάδα;

Άμα είχε δρολάκι (δρολάπι, βροχόπτωση), τι να έκαναμαν κι εμείς… Να σεργιανάμε με τα ζώα φορτωμένα στα σοκάκια;

Αφού δεν έβγαινε ο κόσμος όξω, φώναζαμαν “Ασβέστηηη!”. Για να βγουν όξω οι ν’κοκυρές για ν’ αγοράσουν τ’ν ασβέστη, αλλά αφού ήγλεπαν ότι είχαμαν ξύλα, ε, τι να έκαναν, άμα χρειάζονταν τα ξύλα, τ’ αγόραζαν.

Αυτό το κόλπο σοφίστ’καμαν μες στ’ φτώχεια. Να φωνάζουμε “ασβέστη”.

Έτσι κι αλλιώς, για τα ξύλα π’ πούλαγαμαν δε φώναζαμαν τίποτα, γιατί μας ήγλεπαν στο δρόμο με τ’ άλογα και μας τ’ αγόραζαν».

«Έπρεπε να ’χεις γαϊδάρου υπομονή…»


Μπορεί να φαίνεται εύκολη δουλειά το ασβέστωμα, όμως κάθε άλλο παρά τέτοια είναι…

«Με τ’ ασβέστωμα δεν ανακατεύονταν οι άντρες. Μαναχά οι γ’ναίκες ασβέστωναν. Ε, οι άντρες είχαν άλλες δ’λειές.

Αλλά είναι και τ’ άλλο… Οι άντρες είναι… τσαπατσούληδες, μπορεί ν’ αλείψουν μέχρι και τα νταβάνια! Δεν είναι μερακλήδες όπως οι γ’ναίκες.

Για τ’ ασβέστωμα πρέπει να ’χ’ς… γαϊδάρου υπομονή! Όχι να πεις… Παίρω τ’ βούρτσα… φάρα φούρα… κι όπ’ βγω!

Δεν είναι χοντροδ’λειά, να τ’ν κάμ’ς για να βγεις απ’ τ’ν αράδα (ενν. απ’ την υποχρέωση).

Γι’ αυτό εμείς οι γ’ναίκες δεν ήθελαμαν βόηθειο απ’ τ’ς άντρες. Ήθελαμαν μαναχές μας.

Κι όταν τελείωνε τ’ ασβέστωμα, πάλι μαναχές μας έπλεναμαν τα πατώματα για να φύβγει η ασβέστη, να λάμπει όλο το σπίτι.

Απ’ το καλοκαίρι π’ ασβέστωναμαν, φεγγοβόλαγε ο τόπος όλο το χρόνο, μέχρι τ’ άλλο το καλοκαίρι π’ θα ματασβέστωναμαν»

Οι πάντες


Στα τζάκια που υπήρχαν στα παλιά ηπειρώτικα σπίτια, απαραίτητα υπήρχαν οι πάντες. Κατασκευασμένες από ύφασμα ή υφαντές, κάλυπταν τους τοίχους δεξιά κι αριστερά, ώστε να μην ασπρίζουν τα ρούχα όσων χαλάρωναν…

«Εμείς, κυρ-Βασίλη, τα σπίτια τότε όλα τ’ ασβεστώναμαν. Όλα μ’ ασβέστη. Το χειμωνιάτικο το δωμάτιο, που ’χαμαν το μπουχαρή (τζάκι), γένονταν γκαΐλα, γιατί καίγαμαν πολλά ξύλα. Ήμασταν πυροκοπά (δίπλα στο τζάκι) όλοι, μ’κροί, μεγάλοι…

Αλλά κι ο μπουχαρής ήφερνε κρύο, γι’ αυτό συμμαζώνομασταν όλοι γύρα απ’ τ’ γωνιά, για να ζεσταθεί το κόκαλό μας.

Άμα ήταν το φέρμα (η κατεύθυνση) απ’ τον αέρα, απούθε φύσαγε, τον γύρναγε μέσα τον καπνό και καπίν’ζε όλο το δωμάτιο που ’χαμαν το μπουχαρή.

Ασβεστώναμαν τ’ Λαμπρή και τ’ς Παναγία (Δεκαπενταύγουστο). Άμα χώραγε (αν υπήρχε διαθέσιμος χώρος), τα πράματα τ’ αναμέραγαμαν (μετακινούσαμε), τα βάναμαν απ’ τ’ν άλλη μεριά (εννοεί μέσα στο δωμάτιο). Αλλιώς, τα βγάναμαν όξω τα πράματα, να ιδούν κι ήλιο, να τα βαρέσει λιγάκι ο ήλιος.

Στα παλιά τα χρόνια δεν είχαμαν και κρεβάτια. Κοιμάνταν στο τζιάκι ο κόσμος, καταή στο πάτωμα. Είχαν ψάθες, αχυρόστρωμα, το γιόμ’ζαν μ’ άχυρο π’ αλών’ζαμαν τα σπορίματα (δημητριακά).

Στην κορφή απ’ το τζιάκι ήταν ποιος θα πρωτοκάτσει… Λέγαμαν “στ’ν κορφή θα κάτσουν οι γερόντοι”. Εκεί κάθονταν κι οι μ’σαφ’αραίοι. Εμείς τα παιδούρια παρακάτω, γύρα γύρα.

Στο τζιάκι δεξιά κι αριστερά βάναμαν τ’ς πάντες, υφαντές. Κάναμαν και τ’ άλλο… Παίρναμαν ένα χαρτόνι σκληρό, όχι μαλακό, όχι από λουκούμια. Εκεί σ’ αυτό το χαρτονάκι κόβαμαν πανάκια όμοια με το χαρτόνι και το πιστρώναμαν (ράβαμε). Και κοντά ράβαμαν το πανάκι, μύτη σε μύτη, και γένονταν πάντα κι αυτό. Εκειά τα χρόνια, δεν είχαμαν άλλο τίποτα. Αυτό είναι το πιο εύκολο, και δεν έχει κι έξοτα. Άμα είχες χαρτόνι και λίγα παλιά υφάσματα, ό,τι πανάκι να είχες, άσπρο, μαύρο, παρδαλό… Γένονταν όμορφη η πάντα. Μ’ αυτά που ’χαμαν, μ’ αυτά βολευόμασταν.

Αν δεν είχες πάντα στον τοίχο, εκεί π’ θα ακούμπαγε ο καθένας, θα φαίνονταν η ασβέστη στο ρούχο του, αλλά θα ξεχρωματίζονταν κι ο τοίχος.

Και το ρούχο θα φαίνονταν άσπρο, κι ο τοίχος θα φαίνονταν σα να ήταν σκέτο σοφάτισμα…».

Η μπουχαροποδιά


Απαραίτητο αξεσουάρ του τζακιού ήταν και η μπουχαροποδιά, δηλαδή το μπροστινό κάλυμμα, ώστε να μη γεμίζει καπνό το δωμάτιο:

«Εκεί που ’ναι ο μπουχαρής (τζάκι), έβαναμαν τ’ μπουχαροποδιά, για να μη βγαίνει ο καπνός όξω και γιομώζει καπνούρα το σπίτι.

Τ’ν έραβε στ’ μηχανή η μοδίστρα αυτήνη τ’ μπουχαροποδιά, δε γένονταν στο χέρι. Τ’ς έβαναν και… φρούτο στον πάτο (μπορντούρα, διακοσμητικό στοιχείο στο κάτω μέρος), να ’ναι όμορφη.

Διάλεγαν σκούρο πανί (ύφασμα), γιατί άμα ήταν άσπρο, θα γένονταν μούρκα (θα μαύριζε, θα λερωνόταν), θα γένονταν καφένια ή κόκκινη απ’ τον καπνό.

Τ’ μπουχαροποδιά τ’ν κρέμαγαμαν με βελονούλες μ’κρές και τ’ν έβγαναμαν άμα ήθελαμαν να τ’ν πλύνουμε ή τότε π’ θ’ ασβέστωναμαν το σπίτι.

Τότε το τζιάκι τού ’χαμαν χρον’κής (όλο το χρόνο) αναμμένο. Εκεί μαέρευαμαν, τ’γάν’ζαμαν κάνα αυγό, έφκιαναμαν καφέ. Δεν τού ’χαμαν για ομορφιά το τζιάκι, όπως το ’χει ο κόσμος σήμερα…».

Οι εκκλησίες και τα ξωκλήσια έλαμπαν!


Το ασβέστωμα δεν αφορούσε μόνο τα σπίτια, αλλά και τις εκκλησίες, μικρές και μεγάλες…

«Κάθε χωριό έχει ξωκλήσια, χώρια απ’ τ’ν εκκλησιά τ’ μεγάλη (ενοριακό ναό). Τα ξωκλήσια τα φκιάνουν όξω απ’ το χωριό. Όλοι οι Αϊ-Λιάδες (ναοί Προφήτη Ηλία) τ’ς είναι στ’ς ράχες, γιατί σε ράχη άγιασε ο Αϊ-Λιάς, έτσι βρίσκεται (είναι γνωστό). Εμείς έχουμε και τ’ν Παναϊά, γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο, κι έχουμε και τον Αϊ-Δημήτρη και τον Άγιο Νεχτάριο.

Τα εκκλησάκια αυτά δεν έχουν ούτε λεχτρικό, γιατί μαναχά μια φορά το χρόνο λειτουργιόνται (τελείται η θεία λειτουργία), στ’ γιορτή τ’ς.

Ε, μπορεί να πάει και κάνας χ’στιανός ν’ ανάψει τα καντ’λάκια όποτε το ’χει τάμα ή όποτε τον φέρει η στράτα από ’κεί.

Αφού δεν έμπαινε κόσμος μέσα, ήταν γιομάτα σφαλαγκουδιές (αράχνες). Τα μ’κρά τα ξωκλήσια είχαν κάτι παλιοπαραθύρια, δεν άν’γαν καθόλου, για να βαρέσει αέρας ή ήλιος μέσα. Είχαν και κάτι πουλίτσες (εσοχές τοίχου), για να βάνουν το λάδι για τα καντήλια, το κ’τί με τα σπίρτα, τα καφτ’λάκια. Ολοένα κλειστά τά ’ταν αυτά τα ξωκλήσια, καρτέρ’γαν να πάμε εμείς να τ’ ασβεστώσουμε τότε που ’ταν η γιορτή τ’ς.

Απ’ τα παλιά τα χρόνια, τότε π’ γιόρταζε το ξωκλήσι λειτούργαγε ο παπάς, πάαινε πολύς κόσμος, με το ποδάρι (περπατώντας), γένονταν και πανηγύρια απόξω.

Κανα-δυο μέρες προτού τ’ γιορτή, πάαιναν οι γ’ναίκες κι οι κοπέλες ίσιαζαν (ετοίμαζαν) τ’ν εκκλησούλα. Σκούπαγαν, ασβέστωναν τα τοίχια μέσα κι όξω, τα πεζούλια (χτιστά καθίσματα) π’ κάθονταν ο κόσμος, ακόμα και τα κλαριά (δέντρα) που ’ταν απόξω, στον κορμό, κανιά ελιά, κάνα πουρνάρι, κανιά αριά…

Πάαιναμαν ασβέστη με τα ντενεκέδια, είχαμαν και βούρτσες μεγάλες για ν’ ασβεστώσουμε. Βόηθαγε η μία τ’ν άλλη, δεν ξεσυνερίζομασταν. Ήμασταν νιες τότε, μπόρ’γαμαν να κάνουμε δ’λειές. Και δεν τήραγαμαν μαναχά το σπίτι. Κι η εκκλησούλα θέλει λάτρα (καθαριότητα). Τι… Θα πλέρωναν; Όχι! Πάαιναμαν εμείς και βόηθαγαμαν, για το καλό…».

Προσθήκη λουλακιού για μπλε χρώμα


Μονότονο χρώμα το λευκό του ασβέστη, οπότε το λουλάκι ήταν πραγματικά πολύτιμο για να εξασφαλίζει το γαλάζιο χρώμα:

«Τώρα είναι ό,τι σόι (τύπος, ποικιλία) χρώμα θέλ’ς. Όχι μαναχά για τα ρούχα, αλλά και για να βάφ’ς…

Στ’ μέρα τ’ θ’κή μας δεν ήξεραμαν αυτά τα χρώματα π’ βάφουν τα σπίτια, γιατί εμείς μ’ ασβέστη ασβέστωναμαν. Άσπρο χρώμα, αυτό ήταν ολούθε. Και για τα σπίτια και για τα τοίχια και για τ’ς μάντρες (αυλές) απόξω…

Άμα ήθελαμαν να φκιάσουμε άλλο χρώμα, έρ’χναμαν λίγο λουλάκι μέσα στ’ν ασβέστη.



Το λουλάκι το πούλαγαν με το δράμι, όχι με τ’ν οκά (μονάδες βάρους αντίστοιχες με το γραμμάριο και το κιλό). Ήταν ακριβό, το πούλαγαν τα μπακάλικα, γιατί πούλαγαν και βαφές για γνέματα (νήματα), είχαν και λουλάκι.

Έπαιρναμαν αυτήνη τ’ σκόνη και ’ν’ έρχ’ναμαν στο ντενεκέ με τον ασβέστη, μια χ’λιαριά (κουταλιά σούπας). Έσπαγε τ’ άσπρο, έρθονταν το χρώμα προς το γαλάζιο.

Μ’ αυτό το λουλακί το χρώμα έβαφαμαν το σπίτι μέσα, για να φαίνεται όμορφο.

Καλά, ξέρ’ς, το λουλάκι τού ’χαμαν και για να βάνουμε στα ασπρόρουχα τότε π’ τά ’πλεναμαν, για να βαρούν (τείνουν) λίγο προς το μπλε κι αυτά».

«Η νοικοκυροσύνη φαίνονταν κι απ’ τα τενεκέδια…»


Η μητέρα μου ξαναπαίρνει τον λόγο, για να μας υπενθυμίσει πως πριν από χρόνια τα πάντα αξιοποιούνταν…

«Τότε που ’μαν μ’κρή, δεν υπήρχαν γλάστρες, ούτε τενεκέδια.

Τα λουλούδια τα φύτευαμαν καταή στο χώμα, ρίζωναν εκεί και μεγάλωναν. Όσο και να πάαινε μέσα η ρίζα, δεν είχαν ανάγκη…

Γλάστρες πού να ήξεραμαν τι είναι… Εδώ δεν είχαμαν πιάτα να βάλουμε το φαΐ, γλάστρες θα τήραγαμαν…

Κοντύτερα (αργότερα) αρχίν’σαμαν και συμμάζωναμαν κάνα ντενεκέ, από τυρί, απ’ ό,τι ήταν.

Όταν σκούριαζε, δεν τον πέταγαμαν. Τον τρύπαγαμαν απ’κάτω με μία βελόνα, τον γιόμωζαμαν χώμα και φύτευαμαν βασιλικούδια, μαντζουράνες, μπαρμπαρόζες (αρμπαρόριζες), ό,τι λουλούδια είχαμαν.

Και για να φαίνονται όμορφα τα ντενεκέδια, τ’ ασβέστωναμαν απόξω. Τ’ Λαμπρή ή και το καλοκαίρι π’ ασβέστωναμαν τα σπίτια, ασβέστωναμαν και τα ντενεκέδια, να μη φαίνονται σκουριασμένα.

Η νοικοκυροσύνη φαίνονταν κι απ’ τα ντενεκέδια, ποια ήταν ν’κοκυρά και ποια δεν ήταν…»

Τα εθνικά συνθήματα φαίνονταν από μακριά!


«Πήγα το ’57 στ’ν Αθήνα, στο Χαϊδάρι, υπηρέτ’σα στ’ς Διαβιβάσεις. Έχει κι ένα β’νό εκεί, αν έχ’ς ιδεί… Η στρατώνα μας ήταν στο Χαϊδάρι, αλλά εκεί στο β’νό ήταν μία δεξαμενή και φύλαγαμαν σκοπιά, είχα πάει κι εγώ.

Εκεί στο β’νό είχαν γραμμένα κάτι συνθήματα εθνικά, με κάτι λιθάρια ποταμίσια, ολοστρόγγυλα, σαν αυτά π’ στουμπάμε το σκόρδο!

Από δεμ δε (κάθε τρεις και λίγο) τ’ ασβέστωναμαν αυτά τα λιθάρια για να φαίνονται από μακριά. Φαίνονταν απ’ το Σκαραμαγκά. Τότε πο’ ’ρθομαν με το λεφωρείο απ’ τ’ν Άρτα, πάαινε μαναχό του το μάτι σ’ αυτά τ’ς ασβεστωμένες τ’ς πέτρες. “Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω ο Στρατός! Ζήτω το Έθνος!”

Άμα πέραγε ο καιρός, χάνονταν ο ασβέστ’ς. Πάαιναν φαντάροι με το μπακράτσι (σιδερένιος κουβάς) κι ασβέστωναν τα λιθάρια μ’ ένα πινέλο. Με προσοχή ασβέστωναν! Στα λιθάρια μαναχά να πάει ο ασβέστ’ς, όχι ολούθε! Για να δείχνουν (φαίνονται) τα γράμματα αυτά από μακριά.

Ασβέστη είχαμαν τότε, δεν είχαμαν χρώματα».

Υποχρεωτικοί πανηγυρισμοί για τον διάδοχο…


Ο συνομιλητής μου μιλάει για μια άγνωστη χρήση του ασβέστη, με έντονη… πολιτική χροιά. Βασιλική διαταγή… και τα δαδιά αναμμένα!

«Ήμαν λιανοπαίδι (μικρό παιδί), ήταν ο βασιλιάς τότε, ο Κωσταντίνος (Γλύξμπουργκ). Όταν γένν’σε η βασίλισσα η Άννα-Μαρία, έπρεπε να πάν’ όλοι να γιορτάσουν τα γεννησούρια τ’ διάδοχου, τ’ Παύλου! Μπ’λούκι! Όλοι μαζί! Ο γραμματικός (γραμματέας κοινότητας), ο δάσκαλος, ο πρόεδρος (κοινοτάρχης), ο παπάς! Κι από κοντά οι χωριανοί. Υποχρεωτικά όλοι! Βέβαια…

Κράταγαν κάτι σα δαδιά, πυρσούς τά ’λεγαν. Πώς τά ’φκιαναν; Έπαιρναν ξύλο, έμπ’χναν με μία βελόνα ένα βαζόγαλο (αλουμινένιο κουτί γάλατος) ή κονσερβοκούτι, έβαναν μέσα άμμο, έρ’χναν πετρέλαιο και ζούπαγαν (άναβαν) φωτιά και το κράταγαν στο ξύλο, σα δαυλί αναμμένο.

Το βράδυ πάαιναμαν, τ’ν ώρα π’ σκοτείδιαζε. Γιατί άμα πάαιναμαν τ’ μέρα, δε θα φαίνονταν από μακριά οι δάδες!

Και, ξέρ’ς, πάαιναμαν σαν πομπή, όχι σκορποχώρι! Μπροστά… τα πρωτοκρίαρα, οι κεφαλές τ’ χωριού, ο παπάς, ο δάσκαλος, ο πρόεδρος κι ο γραμματ’κός. Κι από κοντά όλοι εμείς.

Τι έκαναμαν; Πάαιναμαν λίγο όξω απ’ το χωριό μας, είναι μία ραχούλα, το λέν’ “στον Πύργο” εκεί. Παλιακιά τοποθεσία.

Καθάρ’ζαμαν το χώμα καταή, να μην έχει λιθάρια, έπαιρναμαν ασβέστη κι έγραφαμαν “Παύλος, βασιλεύς των Ελλήνων”, “Κωσταντίνος βασιλεύς των Ελλήνων” και “Ζήτω ο διάδοχος Παύλος”. Θηρία γράμματα, να φαίνονται κι απ’ αλάργα.

Χρώματα για να βάψεις δεν ήταν τότε, μαναχά ο ασβέστ’ς. Ούτε λεκάνες ήταν, σε κάτι παλιοντενεκέδια είχαμαν τον ασβέστη. Κι ούτε και βούρτσες είχαμαν. Τι να κάνουμε; Έπαιρναμαν κάτι ρεντζούκλια (παλιόρουχα, κουρέλια), τά ’δεναμαν σ’ ένα ξύλο και μ’ αυτό βούταγαμαν μέσα στ’ν ασβέστη κι έγραφαμαν τα γράμματα!

Εκτός απ’ τ’ν ασβέστη, έγραφαν τα ίδια συνθήματα με ασπρολίθια απ’ το ποτάμι, απ’ τον Άραχθο. Τά ’φερναν οι μεγάλοι με τ’ άλογα. Έφκιαναμαν συνθήματα μ’ αυτά τ’ ασπρολίθια. Και φεγγοβόλαγαν το βράδυ, τά ’γλεπαν (έβλεπαν) κι απ’ τ’ άλλα τα χωριά.

Οι βασιλιάδες πού να τα ιδούν αυτά πο’’γραφαμαν εμείς. Αυτοίνοι τ’ς ήταν στ’ν Αθήνα, στο Παλάτι… Αμ τι, στο χωριό θα να ’ρθονταν να ιδούν εμάς;

Σ’ όλα τα χωριά αυτό γένονταν για κανα-δυο βδομάδες, όχι μία μέρα μαναχά.

Πάαιναν όλοι, ήθελαν-δεν ήθελαν. Ποιος κόταγε να μην πάει… Βασιλική διαταγή… και τα σκυλιά δεμένα!».

Σκληρυντικό… γλυκών!


«Στον ασβέστη βάνουμε το βερίκοκο και το καρπούζι, για να μη ζουμπιόνται (ζουλιούνται).

Στα βερίκοκα, ξέρ’ς, βγάνουμε το κουκούτσι με μία καρφοβέλονα (για οικοδομική χρήση) και τα βάνουμε στον ασβέστη για δυο ώρες, για να σφίξουν, να μη σκορπίσουν (διαλυθούν) όταν θα τα βράσουμε, να στέκει κριτσιανιστό (τραγανό) το γλυκό.

Το καρπούζι ξεφλουδάμε τ’ν κάθε σφήνα, τ’ν καρπουζόφλουδα (φέτα) και τ’ν κόβουμε κούτσικα κομμάτια. Τ’ βάνουμε κι αυτήνη στον ασβέστη για δυο ώρες. Άμα δεν τα βάλ’ς τα κομμάτια απ’ τ’ς καρπουζόφλουδες στον ασβέστη, θα γένει πολύ μαλακό, δε θα ’ναι καλό.

Και τα κεράσια τά ’βαναν στον ασβέστη άμα ήθελαν να τα φκιάσουν γλυκό. Να κριτσιανάει η ρόγα απ’ το κεράσι!

Εγώ ξέρω και φκιάνω απ’ όλα τα γλυκά. Αλλά τώρα οι νέοι τα παίρουν αγοραστά τα γλυκά, δεν κάθονται να φκιάσουν. Εμείς οι παλιές τά ’φκιαναμαν και τα πέτ’χαιναμαν όλα τα γλυκά, κι ας μην ήξεραμαν και γράμματα. Μάθαιναμαν μαναχές μας απ’ τ’ μάνα μας πώς να φκιάνουμε και τα φαϊά και τα γλυκά, από τότε που ’μασταν κοπελούλες…».



Ασβεστόλαδο διά παν έγκαυμα


Αν σήμερα, ο μη γένοιτο, κάποιος έχει την ατυχία να υποστεί ένα έγκαυμα, έχει στη διάθεσή του ένα σωρό κρέμες για επούλωση της πληγής. Οι πρόγονοί μας όμως είχαν μια αντίστοιχη χειροποίητη λύση:

«Όχι, δεν είχαμαν φάρμακα τα παλιά τα χρόνια. Ό,τι ήξεραμαν πραχτικά, μαναχοί μας έφκιαναμαν τα γιατροσόφια. Αυτά π’ μας μάθαιναν οι γονέοι μας, οι παππ’λάδες μας, οι παλιακοί…

Άμα παράδειγμα καίονταν κάνας στο χέρι, έπερπε ίσια (κατευθείαν) να το βάλει το χέρι στ’ν αρμύρα απ’ το τυρί (άλμη) για ν’ αναπραώσει (μειωθεί) ο πόνος. Γιατί άμα τ’ άφ’νε, θα είχε πόνο αβάσταχτο. Και, ξέρ’ς, η φωτιά περπατάει (επεκτείνεται το έγκαυμα).

Έκαναμαν και τ’ άλλο για τα καψίματα… Έβαναμαν ένα πλόχερο (μισή χούφτα) άσβεστη ασβέστη σ’ ένα αγγειό, κάνα λεκανάκι.

Έρ’χναμαν κάνα ποτήρι νερό, τ’ ανακάτωναμαν και τ’ άφ’ναμαν για μ’σή μέρα, μέχρι να κάτσει ο ασβέστ’ς και να ’ναι το νεράκι αχπάνω.

Στράγγαγαμαν το νεράκι σ’ ένα πιάτο, έβαναμαν μ’σό φριτζιάνι (φλιτζάνι) λάδι, το τσιακλάταγαμαν (ανακατεύαμε γρήγορα) μ’ ένα π’ρούνι, μέχρι να πήξει.

Έπηζε αυτό τ’ ασβεστόλαδο, γένονταν σαν τ’ δγιαούρτη. Άλειφαμαν από λίγο, πρωί-βράδυ, και γέρευε το κάψιμο.

Αυτό τ’ ασβεστόλαδο ήταν και καλύτερο απ’ τ’ς αλοιφές πο’ ’χουν τώρα ο κόσμος. Και τό φκιαναμαν μαναχοί μας, το φύλαγαμαν σ’ ένα ντ’λάπι, να το ’χουμε για άλλη φορά, γιατί τα καψίματα δε λείπονταν…».

Και στις πατάτες…


Ελλείψει φυτοφαρμάκων, ο ασβέστης ήταν μια λύση για τα φυτά, μάλιστα στις πατάτες χρησιμοποιούνταν τόσο κατά τη φύτευσή τους όσο και ως φυσικό συντηρητικό όταν τις έβγαζαν απ’ το χώμα:

«Χαλκό δεν είχαμαν για να ρίξουμε στ’ς πατάκες. Δεν ήταν τότε φάρμακα για τα λαχαν’κά και τα κλαριά (οπωροφόρα δέντρα).

Παίραμαν ασβέστη, τ’ βάναμαν σ’ ένα αγγειό, φκιάναμαν λυτούρι, ουρλό (νερουλό μείγμα), γένονταν σα γάλα.

Είχαμαν μία σκούπα, ρεικόσκουπα, τ’ βουτάμαν μέσα και ρεντάγαμαν τ’ς πατάκες. Όχι πολλή ασβέστη, για να μην καούν οι πατάκες. Από λίγο τ’ς βρέχαμαν. Δυνάμωναν οι πατάκες, σοδεύαμαν, έτρωγε η φαμ’λιά μας…

Τότε πο’ ’βγαναμαν τ’ς πατάκες, τ’ς άπλωναμαν στο κατώι και πασπάλαγαμαν ασβέστη άσβεστη, πασπάλα (σκόνη), για να μη σαρακώνονται».

Και στα μαντριά


Ηλικιωμένη σύζυγος κτηνοτρόφου μάς μιλάει για μια ακόμη χρήση… της ασβέστης:

«Τ’ν ασβέστη τ’ν είχαμαν για ν’ ασβεστώνουμε το σπίτι, τα τοίχια απόξω, σιαδώ, σιακεί…

Στα μαντριά δε ρίχναμαν. Αλλά αν έμπαινε άλλο μπουλούκι (ξένο κοπάδι) μέσα στο μαντρί, βάναμαν ασβέστη φκιασμένη (σβησμένη) μέσα.

Παίρναμαν μια ρεικόσκουπα και μ’ αυτήνη άλειφαμαν το πρατομάντρι (στάβλος για πρόβατα), καταή και γύρα γύρα, το ρεντάμαν (ραντίζαμε). Για να ξεμολευτεί (απολυμανθεί) το μαντρί, μην τυχόν ήταν νοσεμένα τα πράματα (άρρωστα τα ζώα) και κόλλαγαν νόσημα και τα θ’κά μας, τα γερά.

Το μαντρί ήταν τ’ καθεμιανού, αλλά τύχαινε να τα βάλει και κάνας άλλος, αν τυχόν τον έπιανε όξω η βροχή. Έτσι τού ’χαν τα παλιά τα χρόνια. Άμα ο άλλος είχε ανάγκη, θα πάαινε ν’ αφήκει και τα θ’κά του τα ζωντανά στο μαντρί σου.

Τ’ς βλαχοκάλυβες πο’ ’φκιαναμαν δεν τ’ς ασβεστώναμαν, γιατί ήταν γύρα-γύρα μ’ άχυρο. Τι ν’ ασβέστωνες…

Αλλά κι αυτά τα κονάκια (υποτυπώδη καταλύματα) τά ’χαμαν για μία χρονιά. Όταν φεύγαμαν απ’ τα χειμαδιά και πάαιναμαν στα β’νά, χάλαγαν αυτές οι καλύβες. Τότε π’ ματαπάαιναμαν στα χειμαδιά, φκιάναμαν άλλες καλύβες, παρέκεια. Κάθε χρόνο αυτήνη η δ’λειά γένονταν.

Τότε ήμασταν μαθημένοι έτσι. Μέσα στ’ν καλύβα είχαμαν γωνιά, φκιασμένη με λάσπη. Εκεί άναφταμαν φωτιά, πυρώνομασταν, φκιάναμαν το φαΐ μας, έψεναμαν ψωμί, πίτες… Δ’λειές απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ… Αμ τι…

Μην τηράς εδώ στα χειμαδιά που ’ναι μπακατάκια (μικρά κοπάδια). Στα β’νά που ’μασταν εμείς ήταν κοπάδια με τρακόσια και παραπάνω ζωντανά!

Τώρα, Τσίλια μ’ (Βασίλη, χαϊδευτικά), δε γλέπ’ς πρόβατο στα χωριά μας. Και μ’ αυτήνη τ’ν ακρίβεια πο’ ’βαλε, ούτε κότες δεν είναι να ’χ’ς! Πού θα βρεις λεπτά ν’ αγορά’εις καλαμπόκι και τέτοια πράματα…».

Το κερέτσι


Σήμερα στις κατασκευές χρησιμοποιούνται ευρύτατα τόσο το τσιμέντο όσο και ο ασβέστης. Παλιότερα όμως είχαν κάτι άλλο, ένα υβριδικό, ιδιοπαρασκευασμένο οικοδομικό υλικό. Ο ηλικιωμένος χρονομάρτυρας αφηγείται:

«Τα παλιά παλιά τα χρόνια δεν ήταν τσιμέντα και τέτοια πράματα. Τότε είχαν το κερέτσι. Ήταν ειδικό χώμα, τό ’φκιαναν χαμούρι (λάσπη, μείγμα) κι έβαναν μέσα και τραγόμαλλο (ως συνδετικό υλικό), τό ’κοβαν ψιλούτσικο. Αυτό το κερέτσι τού ’χαν για χτίσιμο. Κι όσο πέραγε ο καιρός, τόσο έσφιγγε (σκλήραινε) αυτό το κερέτσι, γιατί το τραγόμαλλο δεν παθαίνει τίποτα.

Μετά το κερέτσι ήταν ο ασβέστ’ς, τον είχαν για χτισίματα, για σοφατίσματα, για γιοφύρια, ολούθε ασβέστη έβαναν. Κι ο ασβέστ’ς, όσο περάει ο καιρός, τόσο πήζει. Ο ασβέστ’ς άμα έσφιγγε, γένονταν σαν τσιμέντο. Βαστάει πολλά χρόνια, δεν παθαίνει τίποτα.

Τον ασβέστη τον έκαναν λάσπη κι αυτό τού ’χαν οι μαστόροι για να χτίζουν, να σοφατίζουν κι από μέσα κι απόξω.

Μέχρι και σήμερα στα χωριά γλέπ’ς παλιακά σπίτια που ’ταν φκιασμένα με ασβέστη.

Ε, κοντά βήκε το τσιμέντο…».

Η απολύμανση του χαλέ


Θυμάμαι μια φορά είχε έρθει ένας νεαρός απ’ την Αθήνα στο χωριό μου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα, οπότε τα πάντα τού φαίνονταν παράξενα. Στις πολλές ερωτήσεις με τις οποίες βομβάρδιζε όσους συναντούσε, ξεχώρισα μία:

-Γιατί υπάρχουν πολλά μικρά κτίσματα, σαν… σκοπιές, έξω σχεδόν από κάθε σπίτι;

Πού να ήξερε το παιδί ότι ήταν η παλιά τουαλέτα…

Η ηλικιωμένη συνομιλήτριά μου αφηγείται επ’ αυτού:

«Ο χαλές (τουαλέτα), τραντάφ’λλα μπροστά σου (παροιμιώδης ευφημιστική έκφραση για να καλύψει κάτι αποκρουστικό, σαν να ξόρκιζαν την ασχήμια!), είχε εκατό ονόματα: μέρος, αναγκαίο, απόπατος, αποχωρητήριο… Ουου… Ένα σωρό!

Έχ’ς ιδεί παλιό χαλέ εσύ; Στο χωριό σ’ δεν είχαταν;

Τώρα πού να ιδείς τέτοιο πράμα… Αφού έχουμε νερό, τον έχουμε μέσα στο σπίτι μας το χαλέ.

Τα παλιά τα χρόνια ο χαλές ήταν όξω, στ’ν αυλή, στ’ν άκρα. Να μην είναι σιμά στο σπίτι και ζωκοπάει. Α πα πα!

Και χαρτί πού να βρεις… Κανιά παλιά φημερίδα θ’μάμαι έκοβε η μακαρίτ’σσα η κυραμάνα (γιαγιά) και τ’ν πέραγε σ’ ένα σύρμα. Κι άμα μαζώνονταν πολλά απ’ αυτά τα βρόμ’κα, τ’ς έβαναν φωτιά και τά ’ρ’χναν μέσα στην τρύπα απ’ το χαλέ (ένα είδος απολύμανσης).

Ο χαλές ήταν χτισμένος, με πέτρες. Ε, είχε κι αποπάνω σκεπή. Σα σπιτάκι ήταν. Μπροστά είχε πόρτα σαν’δένια ή κουρελού.

Για πάτωμα είχε σανίδια, δεν ήταν τότε τσιμέντα και τέτοια πράματα.

Ο χαλές είχε και δυο σκαλοφρύδες (εσοχές) για να βάνουμε το σιαμντάνι (λυχνάρι) ή το κερί, μ’ ό,τι πάαινες στο χαλέ το βράδυ. Ρεύμα στο χωριό μ’ μπήκε το 1965-1970, αυτού μέσα…

Οι γερόντοι, επειδή δε μπορούσαν να γονατίσουν και να κωλοκάτσουν, να κάτσουν στα γόνατα, έβαναν μια παλιά καρέκλα, ξύλινη, ήταν τρύπια στο κάθισμα (σαν μια υποτυπώδης λεκάνη τουαλέτας!).

Ο απόπατος ζωκόπαγε, αφού ήταν αν’χτός. Τι να έκαναν οι καψο-ν’κοκυρές… Όλη μέρα ήταν με τ’ σκούπα και με το λαήνι στα χέρια. Μ’ οικονομία και το νερό, αφού το κ’βαλούσαν με τη βαρέλα (ξύλινο υδροδοχείο). Αλχομανούσαν (αγκομαχούσαν) όλη τ’ μέρα. Και στο σπίτι και στ’ς οξωδ’λειές… Όλα τά ’καναν με τα χεράκια τ’ς,

Για να μη ζωκοπάει ο χαλές, τ’ς μέρες τ’ς καλές, τ’ς γιορτές, έρ’χναν σβησμένον ασβέστη, τον έκαναν αλοιφή, νερό! Έρ’χναν ασβέστη μέσα στ’ν τρύπα, αλλά ασβέστωναν και τα σανίδια καταή, και τ’ν πόρτα τ’ν ξύλινη…

Χ’ στούγεννα, Πασκαλιά, Δεκαπενταύγουστο, ο χαλές ήταν ασβεστωμένος, έλαμπε. Έφκιαναν το χαλέ… παλάτι, να μη μυρίζει!

“Τον έκανα σκαμάγκι (πεντακάθαρο) το χαλέ”, έλεγαν οι καψαρές.

Και πολλές ν’κοκυρές κρεμούσαν και μία χεριά βασιλικό, ή μελισσοβότανο, για να μυρίζει καλά ο απόπατος.

Μαύρο μύρ’σμα, δηλαδή… Πού να φύβγει η βρομιά… Δε στέκοσαν εκεί μέσα, ό,τι και νά ’βανες…».

Κοπριές… για πασάλειμμα τοίχων!


Κι αν σας φαίνονται αποκρουστικές οι προηγούμενες αφηγήσεις, υπάρχουν και χειρότερα! Πρόθυμη 97χρονη πληροφορήτρια αφηγείται… αφού μου λέει να κλείσω την τηλεόραση:

«Καλώς το Βασίλη…

Ζήβα (σβήσε, κλείσε) τ’ν τηλεόραση…

Τι να ιδείς… Άλλη οργή τώρα! (ενν. οργή Θεού, κατάρα). Νεροβλοϊά… απ’ τα μαϊμάκια (εννοεί ευλογιά πιθήκων)! Θηρίες καντήλες στο κορμί! Γιομάτες όμπυο…

Κάτσε να πούμε κανιά κ’βέντα…

Τα παλιά παλιά τα χρόνια, ούτε ασβέστη είχαμαν.

Τι έκαναμαν για τα τοίχια; Έπαιρναμαν κατσίνες (καβαλίνες, κοπριές) απ’ τ’ άλογα ή απ’ τα γελάδια, ακόμα καλύτερα, γιατί η γελάδα τ’ χωνεύει καλά τ’ν τροφή και γένεται ντιπ αλοιφή η κατσίνα… όπως φκιάνεις τ’ν ασβέστη!

Ηύρισκαμαν χώμα ειδικό σαν κοκκινοπήλι (κόκκινου χρώματος, που χρησιμοποιούνταν από αγγειοπλάστες), αλλά να είναι άσπρο και τ’ ανακάτευαμαν με τ’ς κατσίνες, έρ’χναμαν νερό και το’φκιαναμαν χαμούρι (λάσπη).

Καταή τα σπίτια είχαν χώμα, δεν είχαν πάτωμα…

Έπαιρναμαν μία σκούπα, από ρείκια, πού να τ’ν ηύρισκαμαν τ’ν άλλη…

Μ’ αυτήνη τ’ ρεικόσκουπα έπαιρναμαν απ’ αυτό το χαμούρι κι άλειφαμαν καταή και γύρα γύρα.

Καταή τό ’φκιαναμαν πηχτότερο, για να σταθεί. Στα τοίχια τού ’χαμαν αρύτερο, πιο νερωτό.

Με τ’ σκούπα άλειφαμαν και τα τοίχια, δεν έφταναμαν με το χέρι. Μία φορά το χρόνο το πέραγαμαν αυτό. Βάσταγε (άντεχε).

Πού να καταλάβετε εσείς τι φτώχεια πέρασαμαν εμείς…

Τότε π’ παντρεύ’κα, πήγα σ’ ένα φτωχόσπ’το, ένα δωμάτιο μαναχά, είχε ένα τόσογια παραθ’ράκι, ούτε ένα μέτρο δεν ήταν το παραθύρι αυτό…

Πήγα και τ’ άλειψα αυτό το σπιτάκι με κοπριά μία βδομάδα προτού στεφανωθώ. Κι όταν παντρεύ’κα, εκεί πήγα. Εκεί κάθομαν με τον άντρα μ’. Ένα χρόνο έκατσαμαν σ’ αυτό το χαλέπετο (ερείπιο) και κοντά έχτ’σαμαν το θ’κό μας το σπίτι.

Α! Ξαστόησα (ξέχασα) να σ’ πω… Στα χάνια (στάβλους), μαζί μ’ αυτό το χαμούρι και τ’ν κοπριά, έβαναν κι άχυρο ψ’λό για να κρατιόται η λάσπη στα τοίχια».

**

Οι ασβεσταριές κατέρρευσαν ή καλύφθηκαν απ’ την άγρια βλάστηση, οι τοίχοι όχι απλώς δεν ασβεστώνονται αλλά καταρρέουν… Όλα άλλαξαν, σύμφωνα με καλοκάγαθη αφηγήτρια, που πλησιάζει τον ένα αιώνα ζωής:

«Σήμερα… Με το δάχ’λο έρθονται όλα τα καλά! Και το λεχτρικό και το νερό… και το μαέρεμα με το δάχ’λο!

Ασβέστη τώρα δεν υπάρχει σε κομμάτια για να τ’ σβή’εις. Τ’ν έχουν έτοιμη, σβησμένη, και τ’ν π’λάν’ σε σακούλες, σα δγιαούρτη! Σήμερα έχουν λοϊαστά φάρμακα (υπέροχα απορρυπαντικά) για να καθαρίσουν τα σπίτια, αλλά οι γ’ναίκες βαριόνται να καθαρίσουν το σπίτι και θέλουν να έρθει άλλη γ’ναίκα να κάμει τ’ς βαριές τ’ς δ’λειές…».

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).



Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas









eranistis.net


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ