Αναρτήθηκε στις:14-06-17 16:15

Συνέντευξη της συγγραφέως Χριστίνας Φραγκεσκάκη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Είμαστε «υποχρεωμένοι» κατά κάποιον τρόπο να ονειρευόμαστε για να παραμείνουμε ζωντανοί

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη με καταγωγή από τη Ρόδο, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και δίδαξε για πολλά χρόνια Πολιτικές και Κοινωνικές επιστήμες στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Το «Πιάνεις χώμα», εκδόσεις Κέδρος, είναι το πρώτο της βιβλίο για ενήλικες. Έχουν εκδοθεί ακόμα εφτά βιβλία της για παιδιά και νέους. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου και με το βραβείο «Πηνελόπη Μαξίμου», του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.

Ερ. Πώς αρχίζει η συγγραφή μιας νέας ιστορίας;
Απ. Ο ρυθμός είναι η αρχή. Όταν βρω τον ρυθμό για την ιστορία που ήδη αχνοφαίνεται μέσα μου, τότε ξεκινώ. Ακολουθώντας τον, ανοίγει ένας δρόμος, πραγματώνεται σιγά - σιγά μια ψυχική διαδρομή, η διαδρομή της ιστορίας. Αν χάσω αυτόν τον ρυθμό και για κάποιο λόγο δεν τον ξαναβρώ, τότε πολλές φορές χάνω και την ιστορία.

Ερ. Ποια είναι η πηγή έμπνευσης για να γράψετε ένα βιβλίο;
Απ. Κάποιες φορές η πηγή είναι φανερή και βρίσκεται μέσα στη συνθήκη της καθημερινότητας. Mέσα στις τελετουργικές επιτελέσεις της. Παρατηρώ τους ανθρώπους δηλαδή και τα πάθη τους, είναι μια δική μου τελετουργία. Οι «σκηνές» είναι πολλές. Ο δρόμος, το μετρό, τα καφέ, η τράπεζα, οι παιδικές χαρές, το σούπερ μάρκετ, το σινεμά. Πριν λίγες μέρες στον κινηματογράφο, ένα ζευγάρι υπερηλίκων κρατιόταν από το χέρι και τάιζε ο ένας τον άλλον, ποπ κoρν. Ήταν μια εικόνα απόλυτης τρυφερότητας που υπονόμευε την αγριότητα της μοναξιάς που υπάρχει σ` αυτές κυρίως τις ηλικίες. Ήταν εικόνα παρηγορητική. Πίσω της βρισκόταν η ιστορία της ζωής τους, πολλές ιστορίες της ζωής τους, που δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι ευτυχείς, αντιθέτως. Ίσως αυτή η ειδυλλιακή σκηνή να έκρυβε, σκέφτομαι, μια δύσκολη ζωή. Ίσως να ήταν μια χαραμάδα. Άλλη πηγή μου, φανερή, για τη γραφή, μπορεί να είναι μια χαμηλότονη είδηση, ένα αθόρυβο άρθρο στην περιφέρεια της εφημερίδας. Εκεί που συνήθως φιλοξενούνται αυτά που δεν κραυγάζουν, εκεί που μπορείς να αλιεύσεις μαργαριτάρια. Ακόμα, μια διήγηση, και βέβαια ένα βίωμα, παλιό ή καινούργιο. Τις πιο πολλές φορές όμως η πηγή είναι άδηλη, κρυμμένη. Δεν είναι δηλαδή η εξωτερική πραγματικότητα ο βοηθός, αλλά ασυνείδητες διεργασίες, διεργασίες που δεν μπορείς εύκολα να αναλύσεις και που απαιτούν να γράψεις έτσι, ή να γράψεις αυτό.

Ερ. Πόσο χρόνο κάνετε για να γράψετε ένα βιβλίο;
Απ. Υπάρχουν μικρά κείμενα που τα γράφω μέσα σε λίγο καιρό, μερικές εβδομάδες ας πούμε, έχοντας όμως προηγηθεί μια πολύμηνη ή πολύχρονη κυοφορία και άλλα που απαιτούν πολύ περισσότερο καιρό, μήνες πολλούς, χρόνια. Σε κάθε περίπτωση τα αφήνω στην άκρη αρκετά και τα ξαναπιάνω για τη διόρθωση. Κι αυτή η διαδικασία, της διόρθωσης, απαιτεί εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια.

Ερ. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου «Πιάνεις χώμα», εκδόσεις Κέδρος;
Απ. Από μια εικόνα. Η εικόνα ήταν σταθερή κι εγώ την έβλεπα όλο εκείνο το καλοκαίρι από τη βεράντα του πατρικού μου σπιτιού, στη Ρόδο. Κάθε μέρα. Ένα αγόρι μόνο και βουβό, καθόταν στο πεζούλι της αυλής, κάτω από τη σκιά της κληματαριάς και περίμενε. Μια γυναίκα, η μάνα του, ερχόταν πάντα αργά το μεσημέρι. Έβαζε δυο πιάτα στο τραπέζι κι έτρωγαν αντικριστά. Ο ψιλόλιγνος άντρας που ήρθε λίγο αργότερα, «μπήκε» με τη σειρά του στο κάδρο. Φορούσε πάντα κουστούμι και καθόταν με το αγόρι στην αυλή, έχοντας μόνιμα ένα ραδιοφωνάκι στο αυτί. Η εικόνα ήταν η εναρκτήρια πράξη. Τροφοδοτούσε συνεχώς τη γραφή. Η εικόνα μου έδειξε το δρόμο για να πλάσω τα πρόσωπα. Τα έπλασα από υλικά που γνωρίζω, που με κατοικούν. Τα έβρισκα και γύρω μου. Είναι υλικά πολλών ανθρώπων.

Ερ. «Πιάνεις χώμα». Ελλειπτικός τίτλος που παραπέμπει σε πολλά.
Απ. Ο αποχωρισμός και η απώλεια διατρέχουν την ιστορία μου. Ο ανέφικτος νόστος. Οι ήρωές της θα χάσουν πολλά και ανεκτίμητα προκειμένου να κερδίσουν τη νέα τους ζωή. Προκειμένου να βρουν έναν τόπο για να σταθούν κι από κει να δουν τον καινούργιο κόσμο. Θα θυσιάσουν θρησκεία, γλώσσα, όνομα, επάγγελμα, θα γίνουν άλλοι. Το δέχονται καρτερικά. Η καρτερία όμως δεν είναι ανώδυνη συνθήκη, έχει μέσα της σκληρές αποφάσεις, οδύνη. Το να δεχτείς να αλλάξεις το όνομά σου πάει να πει ότι δέχεσαι να χάσεις ένα μέρος του εαυτού σου, της προσωπικής σου ταυτότητας. Το να μην μπορείς να μιλήσεις τη μητρική σου γλώσσα, όχι οπωσδήποτε γιατί απαγορεύεται, αλλά πολύ απλά γιατί δεν χρειάζεται πουθενά, οι ίδιες οι συνθήκες την απορρίπτουν, σημαίνει ότι χάνεις σιγά - σιγά τον ήχο, τη μουσική της, τις φυσικές αντιδράσεις που σχετίζονται μαζί της, την απλότητα των χειρονομιών, χάνεις τη γλώσσα του σώματός σου. Κι αυτό κατά κάποιον τρόπο σε αλλοτριώνει, σε κάνει άλλον. Ένας από τους ήρωές μου, θα αντισταθεί στη νέα πραγματικότητα. Δεν θα μπορέσει να αποχωριστεί όλα όσα αποτελούν γι αυτόν το «πριν» και θα παραμείνει μέχρι τέλους ξένος. Δεν θα θυσιάσει τίποτα αυτός, για να θυσιάσει όμως στο τέλος τα πάντα. Θυσιάζοντας τα πάντα δίνει στους άλλους εκείνο που θέλουν πιο πολύ. Ένα σταθερό σημείο πάνω στον κόσμο.

Ερ. Ο κάθε μετανάστης που φεύγει από τη χώρα του για να ξεκινήσει τη ζωή του σε μιαν άλλη, πιστεύει ότι θα πετύχει. Ωστόσο, η κατάκτηση του ονείρου μιας ευτυχισμένης ζωής γιατί μοιάζει στις ημέρες μας ως ένα δύσκολο όνειρο;
Απ. Κάποιες φορές μεταναστεύεις για να πετύχεις μια καλύτερη ζωή, άλλες, ίσως τις περισσότερες, η ανάγκη για επιβίωση, η απελπισία, αν δεν σε καταβάλουν εντελώς, μπορεί και να σου δώσουν την αναγκαία ορμή. Σε κάθε περίπτωση η συνθήκη της μετανάστευσης έχει μέσα της το όνειρο. Το όνειρο είναι η πηγή, η δύναμη για να αντέξεις. Αν και η εποχή μας, της πολύπτυχης κρίσης, δεν προσφέρεται για την πραγμάτωση των ονείρων, χωρίς το όνειρο δεν υπάρχει ζωή. Είμαστε λοιπόν «υποχρεωμένοι» κατά κάποιον τρόπο να ονειρευόμαστε για να παραμείνουμε ζωντανοί. Ευτυχώς τα όνειρα πολλές φορές αυτονομούνται απέναντι στους καταναγκασμούς της πραγματικότητας, προσφέροντάς μας έτσι ένα παράθυρο για να το ανοίγουμε και να αναπνέουμε φρέσκο αεράκι, ένα «φτου ξελεφτερία».

Ερ. Η ιστορία σας είναι γεμάτη από αγάπη για τον άνθρωπο, τον πληγωμένο, τον αδύναμο, τον άστεγο, τον κατατρεγμένο. Πρέπει να δίνει την ελπίδα ο συγγραφέας μέσα από τα γραπτά του;
Απ. Στη λογοτεχνία δεν υπάρχει «πρέπει». Στην ιστορία μου, ακολουθώ τους ήρωές μου. Παρακολουθώ την καθημερινότητά τους, τις δυσκολίες, τους συμβιβασμούς, την αμφιθυμία, τις μικροχαρές, τον αγώνα τους. Είμαι κοντά τους, τους κατανοώ. Μέχρι το τέλος, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουν, δεν υπάρχει δηλαδή κάποια στρατηγική από τη μεριά μου που να οδηγεί στην ελπίδα. Η ζωή (τους) θα οδηγήσει κι αυτούς κι εμένα σε κάποια έξοδο.

Ερ. Υπάρχει ελπίδα να αλλάξει κάτι στην κοινωνία μας ;
Απ. Όταν είναι κανείς πολύ νέος, έχει τη σιγουριά ότι σε λίγο, όπου να ναι, θα αλλάξει ο κόσμος και ότι αυτό θα γίνει μ’ έναν τρόπο μαγικό, γιατί το επιτάσσει η ανάγκη για δικαιοσύνη. Μεγαλώνοντας κατανοεί σιγά - σιγά ότι προϋπόθεση για να αλλάξει ο μεγάλος κόσμος, είναι να αλλάξει ο μικρός, ο εαυτός του δηλαδή. Ναι, το πιστεύω, μπορεί να αλλάξει κάτι στην κοινωνία, αν αλλάξει κάτι σε μας.

Ερ. Πέρα από την έκδοση του βιβλίου για ενήλικες, κυκλοφόρησε φέτος και το νέο σας βιβλίο για παιδιά, με τον τίτλο: «Ζωγράφισέ μου ένα σπίτι», εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτό το βιβλίο;
Απ. Το «Ζωγράφισέ μου ένα σπίτι», είναι μια ιστορία για την παιδική ηλικία, γι αυτόν τον προνομιακό χωροχρόνο θέασης της ζωής. Κεντρική θέση στο βιβλίο έχει το σπίτι της παιδικής ηλικίας, ως ένας ψυχικός τόπος, ως εστία και ως κουκούλι που μπαίνουμε μέσα του για να αντέξουμε και να κρατηθούμε. Το δέντρο της αυλής μας και τα πουλιά, το βουνό απέναντι και το ποτάμι, ο χαρταετός που μαζί του πετάξαμε, οι κόκκινες ομπρέλες μας, τα παιχνίδια μας, τα βιβλία μας, οι μυρωδιές, οι γεύσεις, οι γιορτές, τα χρώματα, είναι εκεί, μέσα μας, οικεία και αναγνωρίσιμα, σημεία αναφοράς, μυστικοί τόποι φυλαγμένοι καλά. Ακόμα κι αν όλα γύρω μας χαθούν, αυτά δεν χάνονται, μένουν μαζί μας, μας κάνουν συντροφιά. Μ` αυτά μπορούμε να ξαναπαίξουμε, να τον χαλάσουμε τον κόσμο και να τον ξαναφτιάξουμε. Για τα παιδιά αυτό είναι πιο εύκολο. Εμπιστεύονται τη ζωή, και μέσα από το παιχνίδι επινοούν τον κόσμο τους, διαρκώς. Το βιβλίο έχει εικονογραφηθεί από την Μάρια Μπαχά. Οι ζωγραφιές, που κινούνται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, πραγματώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που οι λέξεις κουβαλούν. Πραγματώνουν την παιδική ηλικία, το σπίτι ως τόπο θαλπωρής, ασφάλειας και ονείρου. Το σπίτι- πλέγμα αφηγήσεων και μνήμης. Μνήμης όχι για να νοσταλγήσουμε το παρελθόν. αλλά για να επινοήσουμε το μέλλον. Οι ζωγραφιές της Μάριας Μπαχά μας δείχνουν ποιητικά αυτό που νιώθουμε. Ότι τα πράγματα δεν είναι μόνο πράγματα, κουβαλούν ανθρώπινα ίχνη, κουβαλούν ιστορίες και σχηματίζουν με τους ανθρώπους ένα είδος αδιάσπαστης ενότητας.

Ερ. Μέχρι πού μπορούμε να φθάσουμε με τις λέξεις;
Απ. Οι λέξεις δεν είναι βέβαια μόνο γραμματικά φαινόμενα, απλοί κώδικες για την καθημερινή επικοινωνία. Είναι τόποι γεμάτοι σημασίες. Έχουν επιτελεστική δύναμη, κάνουμε πράγματα με τις λέξεις. Αγαπούμε με τις λέξεις, θυμώνουμε, χαιρόμαστε με τις λέξεις, πικραινόμαστε, ντρεπόμαστε, απολαμβάνουμε, αλλάζουμε την πραγματικότητά μας με τις λέξεις. Οι λέξεις που κουβαλούμε είναι το δικό μας σημείο πάνω στον κόσμο. Ο δικός μας τόπος για να ζήσουμε.

Ερ. Ποια είναι σήμερα η κατάσταση στην λογοτεχνία στη χώρα μας; Υπάρχουν νέοι συγγραφείς; Τι γίνεται με την έκδοση νέων βιβλίων;
Απ. Ας είμαστε αισιόδοξοι. Στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, όλο και καλύτερα βιβλία γράφονται και μεταφράζονται. Βιβλία χωρίς διδακτισμό, βιβλία απολαυστικά, βιβλία με εξαιρετική εικονογράφηση, βιβλία έργα τέχνης. Όλο και περισσότερα βιβλία, σπάνε τα παλιά ταμπού και μιλούν στα παιδιά για όλα τα θέματα. Αλλά και η λογοτεχνία για ενήλικους αναγνώστες, δεν υστερεί. Έχεις πάντα να διαλέξεις ανάμεσα σε βιβλία πολύ καλά. Βιβλία που συνομιλούν δημιουργικά μεταξύ τους. Νέοι και παλιοί εκδότες τολμούν να εκδώσουν και να μεταφράσουν βιβλία που πριν από χρόνια ίσως δεν θα τολμούσαν. Νέοι συγγραφείς με πανοραμική ματιά γράφουν αλλιώς και συνδιαλέγονται με το παγκόσμιο παρόν με έναν νέο τρόπο. Αυτό είναι κάτι που αλλάζει το σκηνικό, δημιουργεί μια δυναμική κι αυτή με τη σειρά της ανοίγει έναν δρόμο. Σκέφτομαι πως η ίδια η κρίση «λύνει τα χέρια», καμιά φορά. Όταν διακυβεύονται πολλά, κάνει κανείς επιλογές τέτοιες που να υπονομεύουν την στερεοτυπία, το αναμενόμενο, προσδοκώντας μικρά θαύματα, προσδοκώντας αυτό που θα φέρει την αλλαγή. Καμιά φορά πετυχαίνει. Έτσι κι αλλιώς ο αναγνώστης αυτό περιμένει.

Ερ. Πώς γίνεται ένα παιδί αναγνώστης; Τι ρόλο μπορούν να παίξουν οι γονείς και οι δάσκαλοι;
Απ. Σίγουρα ένα παιδί δεν γίνεται αναγνώστης, με συμβουλές και παραινέσεις. Αυτές οι τεχνικές μόνο δυσφορία προκαλούν. Επίσης η εικόνα του γονέα ή του δασκάλου που κυκλοφορεί συνεχώς με ένα βιβλίο, επιδεικτικά, δείχνοντας δηλαδή μετ` επιτάσεως ποιο είναι το ορθό, δείχνοντας στην πραγματικότητα την δική του επιθυμία, μπορεί να προκαλεί στο παιδί ακόμα και τρόμο. Το κλειδί, πιστεύω, είναι η απόλαυση, η αλήθεια εκείνου που διαβάζει. Αυτή η απόλαυση, περνά μέσα από όλες τις κοινές τους επιτελέσεις και τις διαπερνά. Δεν σχετίζεται με κανέναν ψυχαναγκασμό. Η ανάγνωση είναι ελεύθερη επιλογή. Το παιδί βλέπει και προπαντός αισθάνεται ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει σ` αυτόν που διαβάζει, κάτι που τον αλλάζει, ένα αεράκι φυσά και όλα κάπως μεταμορφώνονται. Υπάρχει πιθανότητα να θελήσει κι αυτό να διαβάσει, και τότε αν είναι τυχερό, μπορεί να συναντήσει ένα βιβλίο που να το κάνει αναγνώστη. Ακόμα κι ένα βιβλίο έχει τη δύναμη να σου αλλάξει τη ζωή.

Ερ. Ποιο βιβλίο σας συγκίνησε τελευταία;
Απ. Ίσως πιο πολύ με συγκίνησε, το « Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» του Χιλιανού συγγραφέα Αλεχάντρο Σάμπρα. Ένα χαμηλότονο μυθιστόρημα για την απώλεια της παιδικής ηλικίας και την περιπέτεια της διαρκούς, νοερής, επιστροφής.

diastixo.gr
img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ