Αναρτήθηκε στις:07-05-24 15:08

«Η Άνοιξη δεν θέλησε να έρθει»: Α. Κιριζίδης, Εκδόσεις Πηγή 2023


Το βιβλίο αυτό καταπιάνεται με το θέμα της μετανάστευσης επιλέγοντας να μιλήσει για ό,τι έρχεται μετά την μετακίνηση, την άπιαστη κανονικότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής που ακολουθεί την άφιξη σε έναν τόπο και όλα όσα αυτή περιλαμβάνει: τους φόβους, τις επιθυμίες, την οργή, την νοσταλγία, την αγάπη, καταφέρνοντας να πετύχει στο τέλος εκείνη την ιδιαίτερη ποιητική αντήχηση που έχουν μόνοι τα αληθινά πράγματα…

Ο δάσκαλος Εκρέμ και η Μελιχά μαζί με τα δυο δίδυμα παιδιά τους και τον μικρότερο δεκαεξάχρονο Χακάν, ζούνε στα κεντροβόρεια του Πακιστάν, στο μικρό πανέμορφο χωριό Σακούρ, λίγα χιλιόμετρα από την Λαχώρη. Όμως η ειρηνική ζωή τους τερματίζεται, όταν η εγκαθίδρυση ενός αδυσώπητου πολιτικού καθεστώτος, σκοτώνει τα δύο δίδυμα παιδιά τους και τους άλλους τρεις τους αναγκάζει να φύγουν για να γλιτώσουν.

Ξεριζωμός και προσφυγιά.

Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες ο Εκρέμ, η Μελιχά και ο Χακάν φθάνουν στο αιγαιοπελαγίτικο νησί την Σάμο, ελπίζοντας σε μια καλύτερη τύχη. Με μόνη περιουσία λίγα ρούχα σε δυο ταξιδιωτικούς σάκους και μερικά γραμμάρια ελπίδας να τους ζεσταίνουν λιγάκι την παγωμένη καρδιά.

Το μόνο που έβλεπαν μπροστά τους ήταν ο εφιάλτης της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας. Τι κακόγουστα και οδυνηρά παιχνίδια μπορεί να σου παίξει η μοίρα!!Πριν από λίγες μέρες, ευτυχισμένοι νοικοκυραίοι στο σπίτι τους, με δουλειά στα χέρια τους, με αξιοπρέπεια και κοινωνική καταξίωση, και τώρα …Να βολοδέρνουν σε ξένο τόπο, χωρίς να ξέρουν που πάνε, τι θα τους ξημερώσει.

Η τύχη τους βοηθάει να τους πάρουν στο αρχοντικό τους, στο χωριό Μαραθόκαμπο της Σάμου, η οικογένεια του Παρασκευά Πετρίδη. Κυρίως επιμένουν η σύζυγός του η Ιφιγένεια με τη μεγάλη της καρδιά και η κόρη του Χρυσάνθη, ζητάνε να τους κρατήσουν προσωρινά στο σπίτι τους και να εργαστούν για την οικογένεια Πετρίδη. Ο Παρασκευάς νιώθει για τους Πακιστανούς πρόσφυγες δυσπιστία, φόβο και περιφρόνηση.

Οι δύο γυναίκες επιμένουν να φιλοξενήσουντους ξένους σε ένα μικρό κονάκι, η Μελιχά θα δούλευε στον παραδοσιακό ξενώνα της Χρυσάνθης και ο Εκρέμ θα ήταν ο κηπουρός του αρχοντικού. Οι δύο πονόψυχες γυναίκες ενδιαφέρονται για τους πρόσφυγες, παρά τη ρητή απαγόρευση του Παρασκευά, να μην κρατήσουν και φιλοξενήσουν τους ξένους στο σπίτι.

Χθες ακόμη ήταν που, ανέστιοι στρατοκόποι σε έναν άγνωστο τόπο, ελεεινολογούσαν τον εαυτό τους για την κακιά τους μοίρα. Και σήμερα -ποιος να το περίμενε-σώοι και ασφαλείς στο σπίτι κάποιων ανθρώπων, που τους νοιάστηκαν όπως δεν μπορούσαν να το διανοηθούν. Μια ελληνική οικογένεια, από τις επιφανέστερες του χωριού, άνοιγε την αγκαλιά της να τους κρατήσει ως φιλοξενούμενους στο σπιτικό τους, χωρίς να ξέρει το παραμικρό για αυτούς και τη φτιαξιά τους. Ποιους; Αυτούς που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Πώς θα μπορούσαν να ξεπληρώσουν τέτοιες καλοσύνες; Απλώς με την εργατικότητά τους και την τιμιότητά τους.

Στο αρχοντικό του Παρασκευά Πετρίδη η καθημερινότητα άλλαξε με τους τρεις νέους ενοίκους, που δίνουν έναν διαφορετικό τόνο στη ζωή του σπιτιού.

Η Χρυσάνθη την επόμενη χρονιά θα φοιτούσε στην Τρίτη λυκείου και μετά θα έδινε εξετάσεις να περάσει στη Νομική. Ο Χακάν τοποθετήθηκε από την επιτροπή του σχολείου στην Β΄ Λυκείου, διότι δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα. Αυτός θέλει να περάσει στο Πανεπιστήμιο και να γίνει Μηχανικός.

Βοηθός και συμπαραστάτης του Χακάν, αποδείχτηκε η Χρυσάνθη. Του εξασφάλισε βιβλία και τον εφοδίασε με έναν υπολογιστή και μαζί της εξασκούσε την γλώσσα, μιλώντας Αγγλικά και Ελληνικά.

Μπορεί ο Χακάν από το μακρινό Πακιστάν να βρέθηκε φιλοξενούμενος στο σπίτι της Χρυσάνθης, μπορεί η γνωριμία τους να άρχισε πριν από λίγους μήνες, ωστόσο μέσα σε αυτό το μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια σχέση αλληλοεκτίμησης και αλληλοσεβασμού. Άτυπα, ανεπίσημα. Επί της ουσίας είχαν γίνει φίλοι. Η Χρυσάνθη έβγαινε βόλτα με τον Χακάν. Τον Χακάν ένα καλό παιδί, ευγενικό και ευαίσθητο.

Μια όμορφη κοπέλα, μια τόσο ευγενική καρδιά, η μοναχοκόρη του αφεντικού τους, καταδέχτηκε να κοιτάξει τον Χακάν. Θέλησε από μόνη της να τον συναντάει. Να κάνει παρέα με τον γιο του πρόσφυγα Εκρέμ! Πως του άρεσε η παρέα της. Τιμή και ανείπωτη χαρά για τον ίδιο! Συγκινήθηκε. Αναγάλλιασε η ψυχή του.

Αυτή η αγνή φιλία έπεσε στην αντίληψη του Παρασκευά που άρχισε να ορύεται: «Με τον Χακάν! Τον γιο του Πακιστανού εργάτη θα τρελαθούμε εντελώς! Η κόρη του Παρασκευά Πετρίδη, συντροφιά με το υπηρετικό προσωπικό! Με τους ξυπόλυτους που μας κουβαλήθηκαν από τα βάθη της Ασίας και κοντεύουν να κάνουν κατάληψη στον τόπο μας! Είσαι στα καλά σου;».

Ομηρικές μάχες γινόταν κάθε μέρα μεταξύ πατέρα και κόρης, για αυτή τη σχέση της Χρυσάνθης με τον Χακάν. Η Χρυσάνθη όμως δεν πτοείται, διότι δεν κάνει κάτι το άτιμο, το απρεπές και ανήθικο και συνεχίζει να βοηθάει και να κάνει παρέα τον Χακάν.

Ο Χακάν για να μπορέσει να μιλήσει ανοιχτά και όπως αισθανόταν στην Χρυσάνθη, έπρεπε να παραμερίσει μέσα του αναστολές, να αγνοήσει την κοινωνική του θέση και καταγωγή, να ξεχάσει την ιδιότητα του περιφρονημένου πρόσφυγα, που βάραινε στην πλάτη του.

Τελικά αυτή η απλή φιλική σχέση των δύο νέων, μετατρέπεται σε αγάπη και έρωτα.

Όταν δε ο Χακάν περνάει στο Πολυτεχνείο Χανίων, η Χρυσάνθη παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της, ακολουθεί τον Χακάν στα Χανιά και θα ζήσει μαζί του…

Μετά από αυτό ο Παρασκευάς θα αποκληρώσει την ατίθαση κόρη του…

Μια εκρηκτική ιστορία αγάπης, που ο έρωτας περνάει μέσα από την ταξικότητα και τον ρατσισμό.

Μια ιστορία αγάπης, με βαθιά κοινωνικοπολιτική διάσταση.

Μια ιστορία, η αιώνια ιστορία, η ιστορία των ανθρώπων που δεν έχουν τόπο…

Στους ήρωες του βιβλίου ανοίγεται ένας κόσμος, όπου στη θέα του Άλλου, του ξένου αναιρούνται και καταπατώνται τα πάντα …άνθρωποι, αισθήματα, αγάπη, όνειρα.

Ζούνε σε έναν κόσμο απάνθρωπο, ρατσιστικό και αφύσικο. Εκεί όπου τα πιο απλά γίνονται σύνθετα, τα αυτονόητα καθίστανται αμφίβολα και ένας διαρκής φόβος υποβόσκει.

Η αλήθεια της ασχήμιας γύρω τους μπορεί να αλλοιώσει την όποια ομορφιά μέσα τους;

Η Άνοιξη θα έρθει τελικά;

Ένα τρυφερό και συγκινητικό βιβλίο.

Ένα βιβλίο γεμάτο ελπίδα, όπου όλα τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Ένα βιβλίο αψεγάδιαστης ομορφιάς, που αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες από την πρώτη γραμμή, χάρη στο συναισθηματικό του βάρος.

Διαβάστε το.

Ο Αβεσσαλώµ Κιζιρίδης γεννήθηκε σ’ ένα χωριουδάκι του Νοµού Πέλλας• Ριζοχώρι τ’ όνοµά του. Υπηρέτησε για τριάντα πέντε χρόνια στην πρωτοβάθµια εκπαίδευση ως δάσκαλος, ενώ µετεκπαιδεύτηκε για µια διετία στην Παιδαγωγική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης. Στο διάβα της διδασκαλικής του ζωής, διετέλεσε διευθυντής σε διάφορες σχολικές µονάδες, καθώς και διοικητικός προϊστάµενος δασκάλων & νηπιαγωγών στην επαρχία Αλµωπίας του Ν. Πέλλας µε έδρα την Αριδαία. Τώρα, συνταξιούχος πια, ζει µε την οικογένειά του στην Έδεσσα. Εξακολουθώντας -όπως και σ’ όλην τη ζωή του- να φοβάται µην «οξειδωθεί» από τη νοτιά της αδράνειας, και νιώθοντας πως έχει αρκούντως οξυµένες τις υπαρκτικές του «κεραίες», προσπαθεί να νοηµατοδοτεί κάθε του µέρα, δρώντας πολυεπίπεδα. Περισσότερο τον ενδιαφέρουν η διεύθυνση χορωδίας παραδοσιακών & σύγχρονων ελληνικών τραγουδιών, η διδασκαλία της βυζαντινής µουσικής, η ψαλτική υµνωδία, η αγιογράφηση εικόνων. Όσο για τη συγγραφή, αποτελεί για τον ίδιο µύχια ανάγκη δηµιουργικής έκφρασης και µοιρασιάς εµπειριών ζωής µε τους συνανθρώπους του. Γιατί νιώθει πως έχει να πει, µε τον δικό του τρόπο και τη δική του γλωσσική αισθητική, πράγµατα που όντως αγγίζουν και ενδιαφέρουν πολλούς.

Κώστας Α. Τραχανάς



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img

img