Αναρτήθηκε στις:22-01-20 14:14

Συνέντευξη της Έλσας Μυρογιάννη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Κάτι που με γοήτευσε στην προσωπικότητά του Ι. Καποδίστρια ήταν η απλότητα με την οποία αντιμετώπιζε τη ζωή


Η Έλσα Μυρογιάνη ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Α.Π.Θ., Μουσειολογία στο Λέστερ της Αγγλίας και επιμορφώθηκε στις νέες τεχνολογίες στο Α.Π.Θ. Δούλεψε ως αρχαιολόγος, ερευνήτρια, εκπαιδευτικός, μουσειοπαιδαγωγός και επιμορφώτρια φιλολόγων στη διδασκαλία με χρήση ΤΠΕ. Έχει συγγράψει τα: "Arbeia Roman Fort" (παιδικός οδηγός στα αγγλικά), "Η παλαιοχριστιανική Θεσσαλονίκη" (φάκελος για τον εκπαιδευτικό, συλλογικό), "10 μικροί διάλογοι για ένα μουσείο" (παιδικός οδηγός) και "Φιλόλογοι στον υπολογιστή" (επιμέλεια, μαζί με τον Δ. Μαυροσκούφη.


Από πότε ξεκινά το ενδιαφέρον σας για τον Ιωάννη Καποδίστρια;


Στην πραγματικότητα πάντα αισθανόμουν ότι εκκρεμούσε μια βαθύτερη γνωριμία με αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική προσωπικότητα. Αφορμή ωστόσο για την ενεργή ενασχόλησή μου με τη ζωή και το έργο του στάθηκε η δημιουργία του δικτυακού τόπου «Ψηφιακό αρχείο Ι. Καποδίστρια» πριν από αρκετά χρόνια. Δέχθηκα τότε την πρόταση από την εκδότρια Ελένη Σταμπόγλη να δημιουργήσω δύο εκπαιδευτικές προτάσεις με βάση το ψηφιακό αρχείο, ώστε να βρίσκονται στη διάθεση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που θα ήθελαν να αντλήσουν με τους μαθητές τους πληροφορίες από το αρχείο. Οι προτάσεις έγιναν και βρίσκονται δημοσιευμένες στο «Ψηφιακό αρχείο Ι. Καποδίστρια». Για τη δημιουργία τους χρειάστηκε να διαβάσω όλη την αλληλογραφία με τον πατέρα, καθώς και ένα μέρος της τεράστιας σχετικής βιβλιογραφίας. Ωστόσο, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του έργου μου συνέχισα να διαβάζω. Η προσωπικότητα, η ζωή, οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς και η πρόσληψη του έργου του ανάλογα με την ιστορική στιγμή της νεώτερης Ελλάδας.

Τι έκανε τον Καποδίστρια να ξεχωρίσει από όλους τους Έλληνες πολιτικούς και να θεωρείται από τους σπουδαιότερους;


Είναι βέβαια ο πρώτος κυβερνήτης που έρχεται να διοικήσει με το τέλος της επανάστασης του 1821, ύστερα από πρόσκληση των ίδιων των αγωνιστών, ένα ανύπαρκτο κράτος. Η πείρα του στην ευρωπαϊκή διπλωματία ήταν τεράστια, έζησε τον θρίαμβο και το τέλος του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και συμμετείχε σε πολλά από τα σημαντικά συνέδρια που ακολούθησαν, ως υπουργός εξωτερικών της ρωσικής αυτοκρατορίας. Επίσης, είχε παρακολουθήσει την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης και όλες τις επιτυχίες και τους κλυδωνισμούς της. Είχε λοιπόν πλήρη συνείδηση των δυσκολιών που επρόκειτο να αντιμετωπίσει και ήρθε αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να τις ξεπεράσει.

Πόσο καιρό κάνατε για να γράψετε το βιβλίο;


Το βιβλίο γράφτηκε σε έξι μήνες περίπου, αφού όμως είχε προηγηθεί έρευνα κάποιων ετών, όπως προανέφερα.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που συναντήσατε;


Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ο περιορισμένος αριθμός λέξεων που όφειλα να παραδώσω ώστε το βιβλίο να εντάσσεται στη σειρά των ξένων προσωπικοτήτων που διέπρεψαν στο εξωτερικό, που εκδίδει το Καλειδοσκόπιο. Παρόλο που προσπάθησα να κάνω ένα ελκυστικό βιβλίο για εφήβους, πρόκειται για διπλωματική ιστορία, επομένως υπήρχαν ιστορικά γεγονότα που δεν μπορούσαν να παραλειφθούν. Προσπάθησα να ισορροπήσω συμπεριλαμβάνοντας στην αφήγηση σημαντικές επιτυχίες της καριέρας του Καποδίστρια, πτυχές του ακέραιου χαρακτήρα του και προσωπικές στιγμές που τον δείχνουν πιο ανθρώπινο και τον φέρνουν πιο κοντά μας.

ο βιβλίο σας έχει τον τίτλο « Το όνειρο του Ιωάννη». Ποιο ήταν στην πραγματικότητα το όνειρο του Καποδίστρια;#
Η ιδέα του ονείρου, με την έννοια του οράματος, μεταλλάσσεται με το πέρασμα των χρόνων, όπως και η ταυτότητά του. Φεύγει από την Κέρκυρα ως Τζιοβάνι, με σκοπό να βρει μια θέση στο διπλωματικό σώμα της Ρωσίας ώστε να βοηθήσει τα Επτάνησα. Όσο υπηρετεί τον τσάρο ως μυστικός σύμβουλος και υπουργός των Εξωτερικών, προστίθεται στους στόχους του και η προστασία της Ελλάδας, καθώς από τη θέση του έχει μια ευρύτερη οπτική της πολιτικής και διπλωματικής κατάστασης. Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης τον ωθεί να πάρει θέση στο πλευρό των Ελλήνων που αγωνίζονται, αν και πρέσβευε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για την επανάσταση. Όταν έρχεται στην Ελλάδα, ως Ιωάννης πια, έχει σαν όνειρο τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ευνομούμενου κράτους. Στο βιβλίο βέβαια υπάρχει και το όνειρο που βλέπει στη Ζυρίχη, να παίζει μικρός με τα αδέλφια του. Αυτό μπήκε αφενός για να δημιουργήσει έναν δεσμό με τους μικρότερους αναγνώστες του βιβλίου και αφετέρου για να προβάλει τις ευθύνες της καριέρας σε αντίθεση με τα ξένοιαστα παιδικά χρόνια.

Η ζωή του μοιάζει με μια μυθική διαδρομή. Ποια σημεία αυτής τη διαδρομής σας γοήτευσαν;


Μοιάζει με μυθική διαδρομή, αλλά δεν ήταν. Όταν παρακολουθήσουμε την πορεία της καριέρας του διαπιστώνουμε πόσες δυσκολίες ξεπέρασε και πόσο αγωνίστηκε για να μείνει πιστός στις ιδέες και τις αρχές του. Η σύνοψη π.χ. «ήταν ένας Κερκυραίος αριστοκράτης που έκανε μια λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό» αφήνει στο σκοτάδι τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε όσο ήταν αρχικά στην Πετρούπολη, τη μοναξιά μακριά από την πατρίδα, την έλλειψη της μεσογειακής κουζίνας , την προσπάθεια να μάθει ρωσικά και κάποια γερμανικά, τις διαρκείς μετακινήσεις. Αυτά τον φέρνουν πιο κοντά στους σημερινούς ξενιτεμένους Έλληνες, αλλά τότε δεν υπήρχαν αεροπλάνα και skype. Υπήρξε πάντα εξαιρετικά φιλοσοφημένος χωρίς να παρασύρεται από τα εφήμερα αξιώματα, ορθολογιστής, λάτρης της πατρίδας και πιστός χριστιανός.
Νομίζω ότι κάτι που με γοήτευσε στην προσωπικότητά του ήταν η απλότητα με την οποία αντιμετώπιζε τη ζωή. Ήταν ένας άνθρωπος χαμηλού προφίλ, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο ίδιος αγαπούσε τον ανεπιτήδευτο ελβετικό τρόπο ζωής σε αντίθεση με τον περίπλοκο και επιτηδευμένο γαλλικό. Σε γράμμα προς τον πατέρα δηλώνει την απαρέσκειά του για την πανάκριβη κεντημένη ενδυμασία που ήταν υποχρεωτική για την παρουσία του στα ανάκτορα. Συγχρόνως, είχε εξαιρετικά λεπτό γούστο και αυτό μπορούμε να το δούμε στο κομψό σερβίτσιο που εκτίθεται μεταξύ άλλων στο Μουσείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα.

Γιατί τον πολέμησαν ως κυβερνήτη;


Δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες που είχαν όταν τον καλούσαν. Κατ’ αρχάς, δεν έφερε χρήματα, δεν κατόρθωσε να λάβει νέο δάνειο. Επίσης, το όραμά του ήταν να δημιουργήσει ένα σύγχρονο, για τα τότε δεδομένα, κράτος, κάτι που ξέφευγε από τις αντιλήψεις των τοπικών αρχόντων αλλά και των διανοούμενων που απαιτούσαν δημοκρατικές ελευθερίες που δεν οδηγούσαν πουθενά σε ένα ανύπαρκτο κράτος. Υπήρξε πάντα τελειομανής, επομένως ήθελε τα πράγματα να γίνονται με τη σωστή σειρά. Και είχε συνέπεια λόγου και πράξης, ένα ζητούμενο για τους πολιτικούς του τότε και του σήμερα.

Στο τέλος τον δολοφόνησαν. Δεν είναι σκληρό να σκοτώνεις ό,τι καλύτερο σου έχουν προσφέρει;


Αρκεί να μπορείς να το αποτιμήσεις ως τέτοιο. Ο λαός, που είχε ευεργετηθεί και το ζούσε, θρήνησε τον χαμό του κυβερνήτη. Αλλά κάποιοι άλλοι θεώρησαν ότι ελευθέρωσαν την Ελλάδα από έναν τύραννο. Δεν είχαν τη μεγάλη εικόνα της πολιτικής κατάστασης που διέθετε αυτός χάρη στην εμπειρία και την οξυδέρκειά του. Κάποιοι, όπως ο Ανδρέας Μιαούλης , μετάνιωσαν εκ των υστέρων για τη στάση τους απέναντί του. Άλλοι παρέμειναν αμετανόητοι. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο οποίος εξέδιδε στην Ύδρα την αντικυβερνητική εφημερίδα «Απόλλων», την οποία έκλεισε με τη δολοφονία του κυβερνήτη, διότι όπως δήλωσε είχε επιτύχει τον στόχο του. Ο ίδιος άνθρωπος έδειξε αργότερα ακεραιότητα χαρακτήρα αρνούμενος να υπογράψει την απόφαση καταδίκης σε θάνατο για εσχάτη προδοσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Οι καιροί ήταν ταραγμένοι και γεμάτη πάθη. Το παρελθόν είναι πολυσύνθετο και θα πρέπει να το προσεγγίζουμε πολύ προσεκτικά και να μην το κρίνουμε με βάση το παρόν και τις σύγχρονες αντιλήψεις.

Τι θα συνέβαινε αν συνέχιζε το όραμά του;


Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Κάποτε απαγορευόταν να κάνουμε τέτοιου είδους ερωτήσεις, λέγαμε ότι ιστορία είναι αυτά που συνέβησαν. Τώρα υπάρχει και η «ιστορία του αν» (if history) που επιτρέπει τέτοιου είδους ερωτήσεις. Αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις απαντήσεις μας και να μην παρασυρόμαστε από τις δικές μας επιθυμίες που τις προβάλλουμε στο παρελθόν. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά ότι οι επαναστάσεις ακολουθούνται από εμφύλιους πολέμους για τη νομή της εξουσίας, το παράδειγμα της γαλλικής επανάστασης ήταν ακόμη νωπό. Και γνώριζε τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων στη χάραξη πολιτικής των μικρών κρατών.

Σήμερα τι ξέρουν οι νέοι για τον Καποδίστρια;


Η αισιόδοξη απάντηση θα ήταν «αυτά που μαθαίνουν στο σχολείο», αλλά ούτε και γι’ αυτό είμαστε σίγουροι. Τα σχολικά εγχειρίδια επικεντρώνονται, ορθά, στο τεράστιο έργο του στην Ελλάδα. Με αυτό το βιβλίο ήθελα να μάθουμε ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και γιατί λειτούργησε έτσι όπως λειτούργησε. Μακάρι να το διαβάσουν οι μαθητές, όχι σαν υποχρεωτικό ανάγνωσμα, και να το απολαύσουν. Προσπαθήσαμε με το Καλειδοσκόπιο να κάνουμε ένα ελκυστικό βιβλίο, όσο το επιτρέπει το θέμα του. Νομίζω ότι σ’ αυτό συντελεί, εκτός από την καλή ποιότητα, και η μοντέρνα, αλλά πιστή σε εικόνες της εποχής, εικονογράφηση της Ευαγγελίας Γουτιάνου.

Γιατί έχουν γραφεί πολλά βιβλία για τον «κυβερνήτη»;


Γιατί είναι μια εξέχουσα προσωπικότητα που έζησε σε πολύ ταραγμένους καιρούς. Και γιατί καλούμαστε πάντα να στοχαζόμαστε πάνω σε θέματα όπως η εξουσία, το δίκαιο, ο σεβασμός του άλλου, το καθήκον και τα όρια της δημοκρατίας.

Τι σας έμεινε από την ενασχόλησή σας με τον Καποδίστρια που θα θυμάστε για πάντα;


Αυτό που γνώριζα ήδη: η ιστορία είναι πολύ περίπλοκη και δεν επιδέχεται απλοποιήσεις. Και επίσης, κάτι που είχε δηλώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας: «Κάντε όσους νόμους θέλετε. Αν δεν αλλάξουν οι νοοτροπίες, δε θα επιτύχετε τίποτα». Συχνά επαινούμε το Σύνταγμα της Επιδαύρου γιατί υπήρξε από τα πιο πρωτοπόρα της Ευρώπης και του κόσμου. Αλλά ξεχνάμε ότι ακολούθησαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η δολοφονία του κυβερνήτη και η Βαυαροκρατία. Θεωρώ ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι μια τραγική ιστορική φυσιογνωμία γιατί χάραξε ένα μονοπάτι και βάδισε συνειδητά σ’ αυτό μέχρι το τέλος.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ