Αναρτήθηκε στις:06-02-16 01:18

Το προσφυγάκι που ανδρώθηκε στον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης ανέδειξε το σύνολο του βίου του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη. Σε ήχο πλ α΄, κατά το τροπάριο «Τον Συνάναρχον Λόγον», συνέβαλε το ως άνω Ησυχαστήριο στη σύνθεση (θεολογικά, μουσικά και στιχουργικά) του απολυτίκιου του Αγίου Παϊσίου, του οποίου γιορτάζουμε τη μνήμη στις 12 Ιουλίου κάθε χρόνου:

«Της ενθέου αγάπης/ το πυρ δεξάμενος,/ υπερβαλλούση ασκήσει/εδόθης όλος Θεώ,/ και παράκλησις πολλών ανθρώπων γέγονας,/ λόγοις θείοις νουθετών,/ προσευχαίς θαυματουργών,/ Παίσιε θεοφόρε,/και νυν πρεσβεύεις απαύστως/ υπέρ παντός του κόσμου, Όσιε».

Η ερμηνεία στην καθομιλούμενη: «Αφού δέχτηκες τη φωτιά της ένθεης αγάπης,/αφιερώθηκες εξ ολοκλήρου στον Θεό/με υπερβολική άσκηση/και έγινες παρηγοριά για πολλούς ανθρώπους/με τις συμβουλές των Θείων σου λόγων/και τα θαύματα των προσευχών σου,/Παίσιε θεοφόρε./ Και τώρα πρεσβεύεις ακατάπαυστα/για όλο τον κόσμο, Όσιε».

Με τον προκείμενο Άγιο, παρατηρούμε πια με περισσή ενάργεια, κάτι που άλλωστε ξέραμε ότι δηλαδή κι η Εκκλησία μας έχει τους ήρωές της, τους μεγάλους ευεργέτες της ανθρωπότητας, τους Αγίους της, που πρόκειται για ολόφωτους ανθρώπους δεν μας είναι ξένοι κι απόμακροι.

Αυτοί είναι και στην πατρίδα μας και μάλιστα και στη σύγχρονη εποχή μας, καθώς δεν παύουν να φανερώνονται και στις μέρες μας, ένας-ένας και περισσότεροι μαζί. Είναι αυτοί που δεν ζήτησαν τα πλούτη ή τη δόξα των ανθρώπων, ούτε έζησαν για τον εαυτό τους. Βέβαια, ανάμεσά τους έχουμε τον άγιο κι όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, που λαμπρύνει τη χορεία τους.

Μόλις βρέφος δύο μηνών, φρεσκοβαφτισμένος ο Παΐσιος με το κοσμικό του όνομα Αρσένιος, πάνω στο καράβι της προσφυγιάς παίρνει τον τραχύ δρόμο για την ελεύθερη Πατρίδα, διωγμένος από την πατροπαράδοτη εστία του, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Μαζί του επέβαιναν οι γονείς του, τα αδελφάκια του, ο νονός του, ο μετέπειτα αναγνωρισμένος άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης και άλλοι συμπατριώτες του.

Το παιδί από μικρό φαινόταν ότι διέθετε σφρίγος κι ικμάδα να ζήσει σύμφωνα με το Θείο θέλημα, αποκλειστικά για τον Θεό, σαν ένα τρυφερό δεντράκι που είναι φυτεμένο στις αυλές του Κυρίου. Διετέλεσε φτωχό προσφυγόπουλο, μικρός βιοπαλαιστής, ασυρματιστής στο στρατό, κατόπιν νεαρός αγιορείτης και δεινός ασκητής, μετέπειτα σεβαστός πατέρας Παΐσιος που λάτρεψε υπέρμετρα τον Χριστό μας με την αγνή ψυχή του.

Δοκίμασε ποικίλους «πόνους» και πειρασμούς, όμως του Κυρίου που τον περιέρρεε πλούσια στάθηκε όρθιος, δυνατός κι ακλόνητος. Ο παμπόνηρος και μισάνθρωπος τον πολέμησε με κάθε πρόσφορο τρόπο, όμως δεν μπόρεσε καθόλου να τον μειώσει, ούτε βέβαια να τον νικήσει, γιατί ποτέ δεν τον φοβήθηκε, αφού πάντα είχε κραταιό συνεργό, τον «Κύριο των Δυνάμεων».

Ποτέ δεν ξεχνούσε την παντοδυναμία του Χριστού που τον προστάτευε κιόλας αποτελεσματικά, γι’ αυτό απτόητος προχωρούσε στον πνευματικό του αγώνα, καθώς όλη την ύπαρξή του πλημμύριζε μια υπερκόσμια χαρά κι έτσι βρισκόταν στην πλεονεκτική θέση, την οποία καταυγάζει το ανέσπερο φως του Θεού, ώστε να μπορεί να διεισδύει στα μύχια της καρδιάς, να ρωτά και να συμβουλεύει τον κάθε περιθωριοποιημένο και λυπημένο, στον οποίο ξεκινά από την διαπίστωση της λύπης που συνεπάγεται την έλλειψη του Χριστού.

Ο Άγιός μας τηρούσε απαρέγκλιτα το θέλημα του Θεού, τον Οποίο κιόλας αγαπούσε στο έπακρο ως Ουράνιο Πατέρα του, όπως και τον πλησίον από καρδιάς στην εντολή Του: «Αγαπάτε αλλήλους» και στήριζε τους αδυνάτους ανθρώπους με τη σοφία που του ενέπνευσε η πανσοφία του Θεού.

Μεγάλοι, μικροί και κυρίως νέοι έφταναν στην σκήτη ή το κελί του στο Μοναστήρι, όπου βρισκόταν, για να στεριώσουν την πίστη τους στα νάματα των θεϊκών του νουθεσιών, για ν’ ακουμπήσουν το υπέρβαρο φορτίο της αγιάτρευτης καρδιάς τους στην φιλευσπλαχνία του, για να χαρούν το θαύμα που πλανιόταν μεταξύ της αντίθεσης του ασθενικού του σαρκίου και μιας δυνατής θέλησης κι ακμαίας ψυχής, που όμως αυτά συνέθεταν μία απλή φύση και έναν ταπεινό άνθρωπο του Θεού.

Κάποτε σε μια συντροφιά επισκεπτών, του πρότειναν να πει ό,τι λέει η καρδιά του Γέροντα, οπότε ο Άγιος απάντησε: «Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι να την κόψω κομματάκια για να την μοιράσω στον κόσμο και ύστερα να πεθάνω…». Τόση πολλή στ’ αλήθεια ήταν η αγάπη του Αγίου, γι’ αυτό κι όταν κοιμήθηκε στον ύπνο του Χριστού, πάλι για χάρη του συνέχισε ο Κύριος να τον στολίζει με θαυματουργικές ικανότητες.

Στις ημέρες μας, στις ανθρώπινες κοινωνίες, η κακία περισσεύει… Αυτήν επιβάλλει το πυκνό σκοτάδι της βίας, του πολέμου, της εναντίωσης, της σύγκρουσης, του μίσους, του αμείλικτου ανταγωνισμού, της βάναυσης τρομοκρατίας, της αντικοινωνικής αποξένωσης. Αυτός ο κόσμος είναι αντίθετος με τον άλλο, φωτεινό, που έκρυβε μέσα του, βαθιά κι άφηνε ν’ ακτινοβολεί γύρω του ο πονετικός και συναισθηματικός άγιος Παΐσιος.

Ας πλησιάσουμε κι εμείς νοερά κοντά του κι ας τον παρακαλέσουμε να μας διδάξει από καθέδρας της αγιοσύνης του, ως αυθεντικός δάσκαλος, το μάθημα της Θείας λατρείας, της αξεπέραστης αγάπης προς τον Παντοκράτορα που συνεπάγεται τη θυσιαστική για τους συνανθρώπους μας, καθώς και την αληθινή μονάκριβη χαρά.

Από τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2015 η Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει την ευκαιρία να κοσμείται με ακόμη ένα πάμφωτο, ξεχωριστό αστέρι τον άγιο όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ο οποίος γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του έτους 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας, όγδοος από τα δέκα παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας, της οποίας τα δυο πρώτα πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από εκεί με καράβι έφτασαν στον Πειραιά και στη συνέχεια τελικά κατέληξαν

Εκεί ο μικρός Αρσένιος έζησε τα παιδικά του χρόνια, καλοσυνάτος, έξυπνος, με πλούσια ηθικά χαρίσματα και σωματική αντοχή, με αθλητικές επιδόσεις και διάβασμα βίων αγίων. Αργότερα συνήθιζε να πηγαίνει μόνος του σ’ ένα ερημικό εξωκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, έξω από την Κόνιτσα κι εκεί να προσεύχεται. Κι όταν μεγάλωσε κάπως συνάθροιζε εκεί κι άλλα παιδιά της ηλικίας του, που τους μιλούσε για τον Χριστό και τους αγίους του. Δηλαδή προσπαθούσε ακόμη κι από μικρή ηλικία να μιμείται τα ασκητικά παλαίσματα των αγίων.

Σε ηλικία 15 ετών, κάποιος γνωστός του, άθεος, άρχισε στο σπίτι ν’ αναπτύσσει θεωρίες για να τον πείσει ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, οπότε για να αποφύγει τον κλονισμό, έτρεξε στην Αγία Βαρβάρα για να προσευχηθεί. Και για τον Χριστό έλεγε ότι «για την αγιότητά Του και την καλοσύνη Του αξίζει κάθε θυσία». Κι Αυτός σαν να βγήκε από το τέμπλο μέσα σε άπλετο φως και με αγάπη του είπε: «Εγώ ειμί η Ανάστασις και η Ζωή…». Αυτή δηλαδή ήταν η πρώτη θεοπτία του Αγίου, καθώς αργότερα θα ακολουθούσαν κι άλλες.

Όπως κι ο Ιησούς, ασκούσε την τέχνη του μαραγκού και με τα χρήματα έκανε ελεημοσύνες στα φτωχά παιδιά του ορφανοτροφείου της Κόνιτσας. Στο στρατό υπηρέτησε για τριάμισι χρόνια επί του εμφυλίου σπαραγμού, όπου διακρίθηκε για το ήθος και την αυτοθυσία του. Έβγαινε αυτός από τα χαρακώματα για να μπουν οι άλλοι μέσα κι αναλάμβανε τις πιο επικίνδυνες αποστολές. Πολλές φορές προσευχόταν όρθιος ανάμεσα σε καταιγισμό πυρών.

Όταν απολύθηκε, εντάχθηκε στον μοναχισμό, σύμφωνα με όνειρό του από μικρός. Πήγε λοιπόν στο Άγιο Όρος και πήρε το όνομα Παΐσιος κι ασκήτεψε σε διάφορα κελιά, καθώς και στην Ιερά Μονή Στομίου Κονίτσης και στο Σινά. Δεν λυπόταν τον εαυτό του, αλλά τον υπέβαλλε σε συνεχείς ασκήσεις, για να τον κάνει άξιο δοχείο της χάριτος του Θεού. Έτσι είχε απολαύσει πολλές επισκέψεις Αγίων, μεταξύ των οποίων αυτή της Αγίας Ευφημίας, που στάθηκε ορόσημο σε όλη τη ζωή του, κατά τη διήγησή του: «Ήσυχα καθόμουν στο κελί μου, ήρθε και με παλάβωσε… Κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα… Μετά μου διηγήθηκε τη ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια Αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγούνταν το μαρτύριό της, όχι απλώς το άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα, τα ζούσα. Έφριξα και ρώτησα: Πως άντεξες τέτοιο μαρτύριο; Κι αυτή: Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ότι μπορούσα, να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια. Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρ
τούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… Πώς αυτή η μικροσκοπική και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… Μια σταλιά ήταν».

Αγαπούσε πολύ ακόμη και την κτίση, φυτά και ζώα. Κάποτε ένας κοκκινολαίμης ερχόταν κοντά του κι όταν ο όσιος έβγαινε απ’ το καλύβι του και πήγαινε στο δάσος για να προσευχηθεί. Το πουλί ονόμασε Όλετ και όταν τον καλούσε, καθόταν στον ώμο του κι έτρωγε από την παλάμη του, όπως διηγείται ο Άγιος: «Πέντε χρόνια έχω φιλία με τον Όλετ. Κάποτε που αρρώστησα, δεν έφαγε την τροφή που του άφησα, αλλά ήρθε να δει τι γίνομαι. Καταλαβαίνουν τις διαθέσεις των ανθρώπων και ανάλογα πλησιάζουν. Για Θεό τους έχουν τον άνθρωπο. Γι’ αυτό πρέπει ο άνθρωπος να τα αγαπά, δεν περιμένουν άλλο παράδεισο».

Πόσο μάλλον αγαπούσε την έμψυχη εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, καθώς αναρίθμητα πλήθη ανακούφιζε ψυχικά με την προσευχή και τη θεία Χάρη που ακτινοβολούσε. Ώρες ατελείωτες καθημερινά δεχόταν κόσμο στο υπαίθριο αρχονταρίκι του και σε όλους σκορπούσε τη θεία παρηγοριά, παρόλο τις πολλές του ασθένειες, αλλά πάντα είχε ένα φυσικό, πηγαίο χιούμορ. Έπαιζε χαριτωμένα με τα μικρά παιδιά και κάποτε κρεμούσε στα γύρω δέντρα καραμέλες και καλούσε τα παιδιά να τις πάρουν.

Οι λέξεις αρχοντιά, φιλότιμο και θυσία, χαρακτήριζαν καθημερινά τον όσιο κι η συχνή παρακαταθήκη του προς εμάς: «Να έχουμε πνευματική αρχοντιά, γιατί με αυτή συγγενεύουμε με τον Χριστό…». Κι εξηγούσε την πνευματική αρχοντιά: «Αν ερχόταν κάποιος άγγελος κι έλεγε πως ο Παράδεισος έκλεισε κι όσοι πρόλαβαν μπήκαν, άλλοι δεν χωράνε, τότε ποιοι θα συνέχιζαν να ζουν με εγκράτεια, φόβο Θεού και προσοχή και δεν θα στρέφονταν στη ζωή των διασκεδάσεων; Ε, αυτοί είναι τα αρχοντόπουλα του Ουρανού!».

Τέτοιος άρχοντας ήταν κι ο ίδιος κι έτσι ήθελε και τους Χριστιανούς γύρω του. Γι’ αυτό ας τον παρακαλέσουμε να πρεσβεύει στον Κύριο, να είμαστε κι εμείς αρχοντόπουλα του ουρανού, έχοντας μέσα μας τη φωτιά της αγάπης Του.

Δύο μήνες πριν κοιμηθεί, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος, με ανυπόφορος πόνους δεχόταν αμέτρητους πιστούς με αγάπη στο Μοναστήρι Σουρωτής Θεσσαλονίκης. Ο κόσμος ανθρωποθάλασσα σε ατέλειωτες ουρές. Η αγάπη μεταξύ του Αγίου Παΐσιου και του πλήθους ήταν αμέριστη και σε αμοιβαία βάση. Όλα τα αιτήματα τα ικανοποιούσε και όταν ζούσε, αλλά και τώρα που η αυλή του είναι στον τάφο του στη Σουρωτή, κατά κάποιο τρόπο χαριτολογώντας μπορούμε να πούμε ότι κάνει χρήση πάντα της ειδικότητάς του στο στρατό, του τηλεγραφητή αποστέλλοντας αμέσως τα τηλεγραφήματα στον Θεό! Το ίδιο συμβαίνει κι όπου αλλού προσκυνείται, καθώς και στο Θεοτοκιό Άρτας, όπου στον περίβολό του υπάρχει ο Ιερός Ναός του.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img

img