Αναρτήθηκε στις:08-06-18 11:47

Η Αναγέννηση, η Δύση και η Ανατολή


Γράφει ο Νικόλαος Αλ. Στούμπος


Η Αναγέννηση είναι η προσπάθεια αναβίωσης της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και του κλασικού πνεύματος κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Είναι η πνευματική άνοιξη, η αφύπνιση της ανθρώπινης φύσης από τα δεσμά της χειμερινής νάρκης που επικράτησε στη Δύση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι μια πνευματική κίνηση απέναντι στη συντριβή των αξιών, των θεσμών και των πολιτιστικών κατακτήσεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Ελληνορωμαϊκού κόσμου.

Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (6ος αιώνας), η Δυτική Ευρώπη έζησε επί μακρόν σε παρακμή και διάλυση, λόγω των επιδρομών των φυλών των στεπών, των γερμανικών και των σλαβικών φύλων. Για επτά περίπου αιώνες υπήρξε κενό αστικού βίου. Η σημερινή βιβλιογραφία για την κατανόηση της καταγωγικής πραγματικότητας της Δύσης είναι πλούσια και συναρπαστική… Τότε εμφανίστηκε στη Δύση και η οργανωμένη σχολική εκπαίδευση. Το πρώτο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε στην Μπολόνια το 1194 με νομικές σπουδές. Η διαφορά πολιτισμού στις νεόφυτες βαρβαρικές κοινωνίες της Δύσης με τον τότε κόσμο των Ελλήνων ήταν κυριολεκτικά ασύλληπτη, απροσμέτρητη.

Παρόλα αυτά, μετά το τέλος του ιπποτισμού και των Σταυροφοριών, εμφανίστηκε σε στενό κύκλο από ισχυρές προσωπικότητες μια ορμητική τάση για πραγματική ελευθερία και αξιοποίηση της ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, το δρόμο προς τον ανθρωπισμό άνοιξαν δύο Ιταλοί ποιητές, ο Πετράρχης και ο Βοκκάκιος (με την εξελληνισμένη ονομασία τους). Ό πρώτος επεδίωκε την απασχόληση με τους Λατίνους κλασικούς και ο δεύτερος επέμεινε ιδιαίτερα στη σπουδή των έργων των αρχαίων Ελλήνων, ως κύρια πηγή ωραιότητας και πνευματικής πληρότητας. Με τον ίδιο τρόπο ο όρος Αναγέννηση περιοριζόταν και στην ανανέωση και στην απομίμηση της αρχαίας τέχνης.

Η σπουδή της ελληνικής γλώσσας και της γραμματολογίας καλλιεργήθηκε στην Ιταλία εντατικά από τον βυζαντινό, Εμμανουήλ Χρυσολωρά, όταν έφθασε στην Ιταλία το 1396 για να ζητήσει τη βοήθεια της Δύσης εναντίον των Τούρκων. Δίδαξε σε πολλές ιταλικές πόλεις, καλλιέργησε το κλασικό πνεύμα και απέκτησε πολλούς ενθουσιώδεις μαθητές. Το 1439 μετέβη στην Ιταλία ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, ο οποίος ίδρυσε στη Φλωρεντία ακαδημία υπό την προστασία των Μεδίκων, όπου διδάχθηκε ο Πλάτων. Πολλοί Έλληνες λόγιοι την εποχή αυτή μετανάστευσαν στην Ιταλία και προσέφεραν υπηρεσίες για να ξαναβρούν οι άνθρωποι τον ορθό δρόμο προς τη γνήσια αρχαία ελληνική ζωή και σκέψη (Βησσαρίων, Θεόδωρος, Γαζής κ.λ.π.).

Με το νέο αυτό πνεύμα συνειδητοποιήθηκε η αξία του ατόμου και δημιουργήθηκε η θέληση για την ελεύθερη εξέλιξη της προσωπικότητας, την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της και την καλλιέργεια της λογικής σκέψης, που έως την εποχή αυτή εξυπηρετούσε η εκκλησιαστική θεωρία. Η λογική σκέψη είναι κινητήρια δύναμη, δίνει διέξοδο, κάνει τα πράγματα λειτουργικά. Δεν είναι τυχαίο που η εποχή της Αναγέννησης είναι η εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων νέων χωρών, η απαρχή δημιουργίας νέων κρατών, με βάση τη φυλετική καταγωγή που υιοθέτησαν την πορεία τους, χωρίς την κηδεμονία του Πάπα. Δημιουργήθηκαν επίσης νέες φυσικές επιστήμες και προωθήθηκαν νέες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στη δημιουργία της ορμητικής αυτής πνευματικής κίνησης συνέβαλαν τόσο οι δημιουργηθείσες κοινωνικές συνθήκες κατά το τέλος του Μεσαίωνα, με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας και την ίδρυση πανεπιστημίων, όσο και οι Σταυροφορίες, οι οποίες έφεραν σε επαφή τη Δύση με το Βυζάντιο, όπου η πνευματική ελευθέρια και οι κλασικές σπουδές διατηρούσαν το δεσμό με τον αρχαίο κόσμο και ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός μεσουρανούσε.

Απ’ όλες όμως τις Σταυροφορίες των δυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, η Δ΄ Σταυροφορία πήρε κατά την εξέλιξή της απροσχημάτιστα πολιτικό χαρακτήρα και έπληξε τόσο το Βυζάντιο όσο και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δυσνόητο ιστορικό φαινόμενο, στο οποίο αντικατοπτρίζονταν ποικίλα συμφέροντα (θρησκευτικά, πολιτικά κ.λ.π.). η πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Άλωση της καταστροφής και των σφαγών, ήλθε από τη Δύση (1204 μ.Χ.). Την προκάλεσε η φιλαρχία του Πάπα και οι ακόρεστες φιλοδοξίες των ηγεμόνων της Δύσης. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν η ζημία που προκάλεσαν οι ορδές της Δύσης από την πυρπόληση των βιβλιοθηκών και την καταστροφή των έργων και των χειρογράφων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, η οποία δεν αναπληρώθηκε ποτέ. Η ανέλεγκτη αυτή τακτική της Δύσης κατέστρεψε την πολιτική υπόσταση του Βυζαντίου και ευνόησε τον τουρκικό επεκτατισμό. Αν προσωρινά καταστράφηκε το Βυζαντινό κράτος, έμεινε όμως το Ελληνικό Έθνος. Η Φραγκοκρατία αφύπνισε τη συνείδηση των Ελλήνων και δημιούργησε το νέο Ελληνισμό. Σήμερα θαυμάζουμε τη Δύση για την καταπληκτική της πρόοδο και θέλουμε να ανήκουμε σ’ αυτή, χωρίς να της μοιάζουμε ακριβώς στα στοιχεία εκείνα χάρη στα οποία έγινε υπέρτερη. Επιπλέον απαιτούμε να μας θαυμάζει, γιατί έγινε μεγάλη, αξιοποιώντας το πνεύμα των δικών μας προγόνων. Μπέρδεμα αιώνιο που καλά κρατεί.

Όπως και να έχει, η αλλαγή που σημειώθηκε στη Δύση κατά την Αναγέννηση ήταν εμφανής και από τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονταν και κινούνταν οι άνθρωποι. Οι δεισιδαιμονίες, οι προκαταλήψεις και η θεοκρατία αντικαταστάθηκαν από ένα ελεύθερο και δημιουργικό πνεύμα που ήταν αποτέλεσμα της στροφής της ανθρώπινης σκέψης προς τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Η αργή και σταθερή αυτή πορεία έβγαλε το δυτικό κόσμο από το Μεσαίωνα και τον οδήγησε στην Αναγέννηση. Η δημιουργία κρατικών μορφωμάτων (στρατός, διοίκηση, κυβέρνηση, θεσμοί, νόμοι) διαμόρφωσαν ένα πλέγμα ασφάλειας μέσα στο οποίο μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα ο άνθρωπος. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν τα γερμανικά φύλα. Έτσι, τον 14ο αιώνα η Δύση θα πάρει τα ηνία του πολιτισμού και της οικονομίας από την Ανατολή. Ηνία που διατηρεί μέχρι σήμερα.

Στην Ανατολή, το Βυζάντιο ήταν πολιτιστικά σε μεγάλη απόσταση από τη Δύση, τουλάχιστον μέχρι τον 14ο αιώνα. Ο δικός μας Μεσαίωνας δεν ήταν σκοτεινός. Ήταν ένας φωτεινός Μεσαίωνας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο επέζησε και μεγαλούργησε για 1.100 έτη (θεσμοί, διοίκηση, νομοθεσία, πανεπιστήμια, λόγιοι, κοινωνική πολιτική, νοσοκομεία κ.λ.π.). Ο υπερχιλιετής βυζαντινός πολιτισμός στη μακρά του πορεία με την καταπληκτική έκφραση ήθους και τέχνης έσωσε την αρχοντιά και την ευγένεια της ψυχής και ανέδειξε μια μοναδική ποιότητα ανθρώπινου βίου. Στην τέχνη αναδείχθηκε απαράμιλλο (βυζαντινό μέλος, αρχιτεκτονική, βυζαντινή αγιογραφία). Εκφράστηκε με τρόπο μοναδικό το υπερβατό, καθώς ο ορατός κόσμος έχασε τη φυσική του υπόσταση, ενώ η τρισδιάστατη απόδοση του χώρου υποχώρησε. Στην τέχνη δεν παύει να καταθέλγει η λιτή εσωτερική και καλλιτεχνική έκφραση με τη μαγεία των χρωμάτων και τη σεμνότητα του ήθους των εικόνων. Οι λόγιοι του Βυζαντίου προέρχονταν τόσο από την Εκκλησία όσο και από στρώματα του πληθυσμού με υψηλό εισόδημα. Υπήρχε παγιωμένη εκπαίδευση υψηλού αναλογικά επιπέδου. Το πρώτο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης ήταν Βυζαντινό, το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας (9ος αιώνας) στην Κωνσταντινούπολη, που παρείχε υψηλού επίπεδου εκπαίδευση στους Βυζαντινούς.

Το Βυζάντιο, επιπλέον, ενώ το 1050 μπήκε σε πολιτική και οικονομική παρακμή, παρουσίασε κατά την Παλαιολόγεια Περίοδο (1261-1453) μια λάμψη εξαιρετικά ζωηρή, με την πρωτότυπη λόγια παραγωγή, την υψηλής τεχνικής αγιογραφία και αρχιτεκτονική της, περίπτωση μοναδική στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Λίγο πριν υποκύψει στο ζυγό των Οθωμανών, η Δυτική Ευρώπη ζούσε δύσκολους αιώνες.

Ο 14ος αιώνας λοιπόν χαρακτηρίζεται ως ο Χρυσός Αιώνας της Βυζαντινής επιστήμης. Ο αιώνας επίσης της υψηλής πνευματικότητας που άσκησε αποφασιστική επιρροή στη Δυτική Αναγέννηση. Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, πριν μεταναστεύσει στην Ιταλία, ζώντας στα χρόνια της κατάρρευσης της Αυτοκρατορίας μας, ανυπομονούσε. Ήθελε να φωτίσει το Έθνος. Μίλησε για το Γένος, επαναφέροντας στη μνήμη το όνομα των Ελλήνων: «Εσμέν… Έλληνες, ως ή τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί…». Επιδίωκε να δει το απολλώνιο φως με το φως του Χριστιανισμού σε μια σύνθεση νέα, γνήσια και φωτεινή, γεμάτη σοφία και χάρη. Οι καλλιτέχνες επίσης της Παλαιολόγειας Εποχής με τις εμπειρίες του παρελθόντος και το αβέβαιο μέλλον προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον άνθρωπο. Η ενδυναμωμένη έννοια του Ιερού δεν απέκλειε για τους καλλιτέχνες αυτούς τη γήινη ομορφιά. Στα έργα τους η κλασική εγκράτεια συνδυαζόταν με τις χάρες του πνεύματος, καθώς εξέφραζαν τα συναισθήματα με ζωηρές ή αργές χειρονομίες που δίνουν στην ανθρώπινη έκφραση μια πινελιά τρυφερότητας και
γλυκύτητας. Τα σχέδιά τους, καθαρά και αέρινα, διερμηνεύουν την ελεγχόμενη συγκίνηση που βγαίνει από τις χρυσές αποχρώσεις. Σ’ αυτές τις εικόνες του 14ου και του 15ου αιώνα το προηγούμενο αυστηρό ύφος των εικόνων υποχωρεί από τις εκκλησίες μας. οι καλλιτέχνες, πρώτοι αυτοί, τόλμησαν και διαλάλησαν με τις δροσερές, τις ελεύθερες, τις γεμάτες χάρη και ζωή εικόνες την Αναγέννηση, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψουν τον κεντρικό στόχο. Έμειναν πιστοί στην επιθυμία της υπερβατικότητας.

Το Βυζάντιο, λοιπόν, εκτός λοιπόν από πνευματικός τροφοδότης της Δύσης, πριν και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, είναι η ιστορική μας συνέχεια αλλά και η αφετηρία του Νεότερου Ελληνισμού. Σκιάστηκε όμως από τη Δύση και ως ένα βαθμό ταυτίστηκε με το δυτικό Μεσαίωνα. Ενοχλούσε η σύγκριση του δυτικού σκοτεινού Μεσαίωνα με τον υπερχιλιόχρονο Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Ενοχλούσε, ίσως, περισσότερο η πολιτική και η πολιτιστική αφύπνιση της Ρωμιοσύνης. Η έξαρση από τους δυτικούς διανοούμενους του αρχαιοελληνικού πνεύματος και η μεθοδευμένη αγνόηση του Βυζαντίου διευκόλυνε τα συμφέροντα των δυτικών κρατών στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πολλές φορές η Δύση γύρισε την πλάτη στα λαμπρά επιτεύγματα του Βυζαντίου και για πολλούς αιώνες υπέστη τις συνέπειες, όπως η θρησκευτική αδιαλλαξία, ο πολιτικός αυταρχισμός, οι μαζικοί φόνοι, η απουσία πολιτισμού. Αδιαφόρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα για τους ελληνικούς θεσμούς και για την εξαιρετικά ιδιαίτερη κοσμοθεωρία των Ελλήνων.

Δυστυχώς, υπήρξαν και πολλοί «διαφωτισμένοι» Έλληνες που επηρεάστηκαν από τη δυτική διανόηση. Δεν πρόσεξαν όσο έπρεπε το Βυζάντιο, με αποτέλεσμα το ελληνικό κοινό να αντιπαρέλθει περιφρονητικά το μεσαιωνικό μας παρελθόν κατά τα πρώτα έτη του ελεύθερου βίου. Πολλά βυζαντινά μνημεία καταστράφηκαν κατά την διάνοιξη των δρόμων και κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές. Αναντίρρητα, η Δύση επέβαλε τους όρους της στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Έξω απ’ αυτό ο αλύτρωτος Ελληνισμός πολύς. Σε αντίθεση με τα άλλα βυζαντινά κράτη, εμείς οι Έλληνες δεν ελευθερώσαμε την πρωτεύουσά μας. Ακόμη και σήμερα, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το Βυζάντιο ως κοινωνία υπαρκτή. Το γεγονός ότι η ιστορική αυτή περίοδος συνθέτει τον κορμό της παράδοσής μας, είναι ένας επιπλέον λόγος να τη μελετήσουμε σοβαρά και νηφάλια.

img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ