Αναρτήθηκε στις:07-12-17 12:08

Η θρησκευτική ποίηση (4ος και 5ος αιώνας μΧ) - Ρωμανός ο Μελωδός


Γράφει ο Νικόλαος Στούμπος


Ο 4ος και ο 5ος αιώνας μΧ κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή διακρίνονται για την έξαρση της πνευματικής δημιουργικότητας. Στους δύο αυτούς αιώνες διασταυρώνεται το παλαιό με το νέο, προχωρούν πλάι - πλάι η ειδωλολατρία με το χριστιανισμό. Ειδωλολάτρες και χριστιανοί διαπλέκονται και συγχρόνως αντιπαλεύουν. Οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις που βιώνουν έχουν μια κοινή συνισταμένη, την προσήλωσή τους στην αρχαία ελληνική παιδεία. Ο πολιτισμός που μας άφησαν ως κληρονομιά οι ιεράρχες της εποχής αυτής διαπνέεται από το πνεύμα των μεγάλων ιστορικών και φιλοσόφων της Ελληνικής αρχαιότητας. Το γεγονός ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας εκπαιδεύθηκαν στα κλασικά γράμματα, ενώ αντίστοιχα εθνικοί φιλόσοφοι υπηρέτησαν με αφοσίωση χριστιανούς αυτοκράτορες δείχνει μέχρι ποίου σημείου έφθασε η αλληλεξάρτηση που υπήρχε ανάμεσα στην ειδωλολατρική και χριστιανική παράδοση κατά τη σημαντική αυτή εποχή.

Στις φιλοσοφικές σχολές συναντήθηκαν οπαδοί της αρχαίας και της νέας θρησκείας. Ανάμεσά τους τρία μεγάλα πνεύματα της εποχής: ο Βασίλειος ο Καισαρείας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Η φιλία που αναπτύχθηκε από τους τρεις διαφορετικούς σπουδαστές στη θρησκεία και στις ιδέες κατά την παραμονή τους στην Αθήνα αποκαλύπτει το χαρακτήρα της πόλης της Αθήνας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Την ίδια εποχή ειδωλολάτρες και χριστιανοί καλλιτέχνες συνεργάζονταν, εμπνεόμενοι από την ελληνική κλασική παράδοση. Κι όταν ακόμη οι ειδωλολάτρες του 6ου αιώνα αντιμετώπιζαν τη σκληρότητα της κρατικής εξουσίας και την αποδοκιμασία των εκπροσώπων της Εκκλησίας, η κλασική φιλολογία (Γραμματική, Ρητορική, Διαλεκτική κλπ) αποτελούσε τη βάση της γενικότερης παιδείας κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Ακόμη και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι του Ρωμανού του Μελωδού φέρουν έντονα τη σφραγίδα του ελληνικού παρελθόντος και της κλασικής εγκύκλιας παιδείας του Βυζαντινού υμνογράφου.

Η εκκλησιαστική λογοτεχνική άνθηση που συνόδευσε τη νίκη της χριστιανικής Εκκλησίας είναι αποτέλεσμα αυτής της πνευματικής σχέσης και μοιάζει με κατάκτηση και αφομοίωση του Ελληνισμού. Η αρχαία σοφία έγινε πραγματικά αρωγός και κόσμημα της χριστιανικής ψυχής. Η γοητευτική ευχέρεια του Μ. Βασιλείου, η εφευρετική αφθονία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και η σοφή κομψότητα του Γρηγορίου του Θεολόγου έχουν την εξήγησή τους. Πήγασαν από την ελληνική λογοτεχνική παράδοση σαν από φυσική πηγή. Η θρησκευτική ποίηση της σημαντικής αυτής περιόδου ως τις αρχές του 5ου αιώνα προοριζόταν κυρίως για ανάγνωση με ηθικο-διδακτικούς στόχους. Με την πάροδο του χρόνου οι νέες πρωτότυπες μορφές αυτής της ποίησης χρησιμοποιήθηκαν ως ύμνοι κατά τη Θεία Λειτουργία.

Ο Ρωμανός ο Μελωδός (τέλος του 5ου με αρχές του 6ου μΧ αιώνα) είναι ο αρχαιότερος από τους επώνυμους υμνογράφους και ο ενδοξότερος ποιητής της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι ο ποιητής που δημιούργησε τη λειτουργική ποίηση. Η ποιητική του έμπνευση άρχισε από την εορτή των Χριστουγέννων με πρώτο ύμνο το πασίγνωστο κοντάκιο: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίτκει…». Στο Ρωμανό το Μελωδό που έγραψε περί τα χίλια κοντάκια αποδίδεται η σύνθεση του Ακάθιστου Ύμνου. Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί ένα εγκώμιο προς τη Θεοτόκο για τη διάσωση της Κωνσταντινούπολης από τον κίνδυνο της άλωσής της από τους Αβάρους (626 μΧ). Ο περιώνυμος αυτός θρησκευτικός ύμνος που διαιρείται σε τέσσερις στάσεις ψάλλεται ως σήμερα στην Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου.

Στο κοντάκιο της εορτής των Χριστουγέννων ο Ρωμανός ο Μελωδός υπερβαίνει το θεολογικό στοιχείο και εξανθρωπίζει το μυστήριο της θείας ενσάρκωσης. Θέλοντας να έχει ευρύτερα περιθώρια ελεύθερης επεξεργασίας στην ποίησή του, βάζει πρωταγωνιστικό πρόσωπο της Θεοτόκο, την απείρανδρη και άσπιλη μητέρα που δεν παύει να είναι άνθρωπος. Η Παναγία από τη θέση του ανθρώπου αδυνατεί να κατανοήσει το βάθος της θείας βούλησης, της οποίας είναι όργανο. Η μητέρα, που υψώθηκε πάνω από όλους τους ανθρώπους, που άκουσε από το στόμα των Μάγων την αλήθεια για το Γιο της και δέχθηκε τα δώρα τους, γνωρίζει τώρα πως πρέπει να τον παρακαλέσει για το γένος της. Είναι η μόνη μεσίτρια ανάμεσα στο Γιο και Θεό της και στον άνθρωπο: Ουχ απλώς ειμί μήτηρ σου, / σώτερ εύσπλαχνε/ ουκ εική γαλουχώ τον αρχηγόν/ του γάλακτος,/ αλλά υπέρ πάντων/ εγώ δυσωπώ σε./ Εποιήσάς με όλου του γένους/ μου και στόμα και καύχημα/ εμέ γαρ έχει η οικουμένη σου/ σκέπην κραταιάν,/ τείχος και στήριγμα.

Με τον πρώτο του ύμνο ο Ρωμανός οπ Μελωδός κατεβάζει τον Ουρανό στη γη, το Θεό στον άνθρωπο. Η χαρά είναι ανεκλάλητη. Ο άνθρωπος συμπορεύεται με το Θεό, αφού το τεχθέν είναι Θεός και τέλειος άνθρωπος. Κι ακόμη οι άγγελοι υμνούν, οι Ποιμένες δοξολογούν, οι Μάγοι προσκυνούν, τα όρη σκιρτούν, η Παρθένος είναι ο έμψυχος ναός του Υψίστου. Τα ευρήματα του υμνογράφου, οι εικόνες, τα σχήματα, τα ποιητικά στοιχεία και τα λογοτεχνικά ποικίλματα είναι πλούσια. Αλλά η εσωτερική οργάνωση των ύμνων της Γέννησης του Χριστού είναι αριστοτεχνική.

Στο έργο του μεγάλου αυτού υμνωδού φανερώνεται η έξοχη ποιητική ιδιοφυΐα του και η τελειοποίηση του λειτουργικού αυτού ποιητικού είδους. Με τη λάμψη της γλώσσας, την εξαιρετική δύναμη των εικόνων και τη δραματική αίσθηση, ο ποιητής δημιουργεί μια σπάνια εσωτερική εγρήγορση και ένταση μπροστά στις σκηνές της ζωής του Χριστού και προπάντων σ’ αυτές του Θείου Πάθους. Για πολλούς φιλολόγους και βυζαντινολόγους ο Ρωμανός ο Μελωδός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της ελληνοποίησης κατά τη Βυζαντινή περίοδο, ενώ η παγκόσμια κριτική τον επονόμασε «Πίνδαρο της χριστιανικής ποίησης». Δεν είναι περιττό να προσθέσουμε και την κρίση που εκφράζεται σε ύμνο προς τον ίδιο τον όσιο Ρωμανό: «Τις ασίγητον στόμα/ κτησάμενος ευφημήσει/ την θείαν διδασκαλίαν/ του θεορρήτορος».

img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ