Αναρτήθηκε στις:25-10-16 17:05

Απελευθέρωση των Αθηνών από τους Γερμανούς


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Τρεισήμισι χρόνια περίπου μεγάλου και πολύπλοκου πόνου κι ακραίας εξαθλίωσης, αλλά κι απαράμιλλου ηρωισμού τελείωσαν εκείνο το πρωινό της Πέμπτης 12 Οκτωβρίου 1944, την πιο αλησμόνητη κι όμορφη ημέρα, που έφερε την ανακούφιση, παράλληλα με την αγαλλίαση στους Έλληνες, κατά τον Σεφέρη. Το γεγονός φαίνονταν απίστευτο, αλλά αληθινό, καθώς ένα ελληνικό όνειρο γίνεται πραγματικότητα, αφού οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα, μέσα σ’ ένα λαϊκό παραλήρημα, πρωτοφανές ξεφάντωμα ενός ελληνικού ατελείωτου πανηγυριού.

Τόσο μεγάλο είναι το ενδιαφέρον, το μεράκι, ο πόθος των Ελλήνων για την ελευθερία, που μπορούμε να ψελλίσουμε τον στίχο του λαϊκού τραγουδιού «…άρχισαν τα όργανα…» μόλις οι Έλληνες απαλλάχτηκαν από τη γερμανική μπότα να τους πατά κάτω σε μια βάρβαρη, αποπνικτική, ουννική κατοχή. Λαχταρούσαν να έρθει αυτή η χαρμόσυνη στιγμή που επέτρεπε πια την ανάσα τους και σήμαινε την απελευθέρωση, την αποδέσμευση από έναν βαρύ ζυγό, πρότυπο στεγνής αυθαιρεσίας από τους δήθεν πολιτισμένους κι εξευγενισμένους Γερμανούς που αλώνιζαν με τις εφόδους τους, τα ολοκαυτώματα, τα αντίποινα, τις ενέδρες, τις σφαγές, τα κρεματόρια, τα αντίποινα, τα φρικτά βασανιστήρια ακόμη κι άμαχου πληθυσμού, αμούστακων παιδιών, γυναικών που εγκυμονούσαν, ανήμπορων γερόντων κι αρρώστων.

Ξημέρωσε η πολυπόθητη και μεθυστική λευτεριά που πλημμύριζε τους Έλληνες με ενθουσιασμό, μεγαλείο και συγκίνηση γι’ αυτές τις μοναδικές ιστορικές στιγμές Χαράματα οι λιγοστοί διαβάτες είδαν έκπληκτοι μηχανοκίνητες γερμανικές φάλαγγες να κατευθύνονται προς τα δυτικά και να φεύγουν διαψεύδοντας τον μύθο του ανυποχώρητου, με την περίτρανη, ηρωική κι αμέριστη ελληνική συμβολή στην κοινή συμμαχική υπόθεση της εκδίωξης των γερμανικών ορδών διά των σαμποτάζ κι αντιπερισπασμού εδώ και νίκη- απόβαση στη Νορμανδία.

Συγκεκριμένα, στις 9.15΄η γερμανική φρουρά του αγκυλωτού σταυρού στον ιερό βράχο της Ακρόπολης Αθηνών, κατόπιν ανωτέρας διαταγής αναγκάσθηκε να κατεβάσει τη βάστικα, το σύμβολο της οικτρής δουλείας. Ένας Γερμανός στρατιώτης μετά από αυτή την υποστολή, διπλώνει τη σημαία και την παίρνει φορτωμένη στην πλάτη του καθ στη συνέχεια αποχωρεί βιαστικά.

Προτού να προλάβει ο εν λόγω στρατιώτης να απομακρυνθεί από το χώρο της Ακρόπολης, δεκάδες Έλληνες πατριώτες ανηφόριζαν ψάλλοντας με βροντερή φωνή, τον Εθνικό Ύμνο, αυθόρμητα χωρίς παραγγέλματα και τελετές. Σε λίγο, απ’ αυτούς ξέφυγε ένας νεαρός, ο οποίος με ένα μικρό τσεκούρι, κατέστρεψε ολοσχερώς και το γυμνό κοντάρι, γιατί δεν ήθελαν να μείνει κανένα ίχνος που να θυμίζει τη μολυσμένη κι απεχθή γερμανική κατοχή.

Ένας αυτόπτης μάρτυρας δίνει πολύ παραστατικά και με θαυμαστή ενάργεια, την ατμόσφαιρα που επικρατούσε σχετικά με αυτό το συμβάν-περιστατικό, που διαδραματίζονταν στην Αθήνα. Πρόκειται για την γνωστή σε όλους μας από τον αντιστασιακό της αγώνα, Ιωάννα Τσάτσου, που είχε σημειώσει εκείνη την ημέρα στο ημερολόγιό της, το οποίο εξέδωσε στη δημοσιότητα αργότερα με τον τίτλο: «Φύλλα Κατοχής».

Λιτά και ξάστερα, χωρίς εξεζητημένες εκφράσεις, καλολογικά στοιχεία και γλαφυρές περιττολογίες, κενές ουσίας: «Βλέπουμε τη γερμανική σημαία να εξαφανίζεται, σαν να την κατάπιε ο ιερός Βράχος. Και αρχίζει ν’ ανεβαίνει στον ιστό το αγαπημένο χρώμα του ουρανού μας. Τα θολωμένα μάτια μου δεν μπορούν πια να δουν… Η Ελλάδα είναι πάλι δική μας, δική μας».

Γρήγορα, μέχρι το μεσημέρι τα τόσο χαρμόσυνα νέα είχαν κυκλοφορήσει σε κάθε γωνιά όχι μόνον της πρωτεύουσας, αλλά είχαν διαδοθεί και σε όλη την Ελλάδα, αυξάνοντας έτσι τα αισθήματα χαράς και τις εκδηλώσεις ζωντάνιας, γιατί επιτέλους έφυγαν οι κατακτητές Γερμανοί κι έτσι οι Έλληνες γλύτωσαν απ’ τη βάναυση μεταχείρισή τους. Όλοι χαρούμενοι σημαιοστολίζουν τα μπαλκόνια τους, τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο, σηκώνουν ψηλά τη γαλανόλευκη, συμβολικά αναφωνούν το «Χριστός Ανέστη», δοξολογούν τον Θεό. Παντού φυτρώνουν κοντάρια, κυματίζουν μικρές σημαίες και μεγάλες και ξεθωριασμένες, όπως διαβάζουμε και στο ημερολόγιο της δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου.

Οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στους δρόμους, κουνούσαν λάβαρα, τραγουδούσαν ιδίως εμβατήρια και δημοτικά τραγούδια, ζητωκραύγαζαν και πρόφεραν δυνατά συνθήματα, αυτοσχεδιάζοντας. Μια λαοθάλασσα απλωνόταν παντού και ασυγκράτητοι θριαμβολογούσαν. Όλοι οι Έλληνες προέβαιναν σε εκδηλώσεις χαράς κι ευτυχίας, μαζί ξεχνώντας τις διαφορές και τα μίση τους. Ο λαός ενωμένος τώρα κι αδελφωμένος γιόρταζε. Παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ’ άκρη σ’ άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος.

Αλήθεια! Τι παραλήρημα ξέφρενης κι άφατης χαράς ήταν εκείνο! Ένα αμέτρητο πλήθος λαοσύναξης έρανε σωρούς από πολύχρωμα κι ευωδιαστά λουλούδια, για την αφθονία των οποίων μπορούσε κανείς να απορεί για τον τρόπο που βρέθηκαν. Οι κεντρικοί δρόμοι κι οι πλατείες Ομόνοιας και Συντάγματος πλημμύρισαν από κόσμο, ο οποίος αγκάλιαζε και σήκωνε στα χέρια τους στρατιώτες μας, για τους οποίους αναγνώριζε έμπρακτα την προσφορά τους. Εκεί παρευρίσκονταν συμμετέχοντας στο λαϊκό πανηγύρι κι οι πρωτομάστοροι της λευτεριάς, οι συμπαθείς ανάπηροι του Μετώπου, που συναινούσαν στους αλαλαγμούς, χαμογελαστοί πάνω στα καροτσάκια τους.

Από τη μεριά των επίσημων Ελληνικών, αλλά γερμανόφιλων αρχών η τεράστια σημασία του πελώριο γεγονός της απελευθέρωσης της Ελλάδας υποβαθμίστηκε και κρατήθηκαν μόνον τα στοιχειώδη τυπικά προσχήματα της ανακοίνωσης με λακωνική προκήρυξη του στρατιωτικού διοικητή Αττικής, χωρίς περιχαρή διαγγέλματα κι ενθουσιώδεις εξαγγελίες ανωτάτων αρχόντων, οι οποίες θα εναρμονίζονταν με το γιορτινό τόνο και κλίμα αισιοδοξίας που διαμόρφωσε ο λαός.

Λοιπόν εξ υποχρεώσεως αυτή η ανακοίνωση τοιχοκολλήθηκε σε κεντρικά σημεία και μερικές οδούς των Αθηνών κι επί λέξει ανέφερε: «Η Πατρίς ανέστη! Οι βάρβαροι δεν πατούν πλέον το ιερόν έδαφός μας. Η στιγμή είναι επίσημος και ιερά, όσον ελάχιστα εις την πολυκύμαντον ιστορίαν του Γένους. Ας την δεχθώμεν με τον σεβασμόν και την αξιοπρέπειαν που αρμόζει εις Έλληνας».

Ο λαός ήξερε και μόνος του το καθήκον του, χωρίς οδηγίες, κατευθύνσεις και καθοδήγηση από κάποιον υπεύθυνο κι αυθόρμητα κατάφθασε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, με έξαλλους πανηγυρισμούς. Εξάλλου χαρακτηριστικό της αδιαντροπιάς κι υποκριτικής και διπρόσωπης στάσης των Γερμανών, πάντως αποτελεί το γεγονός, κατά το οποίο το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, προτού απ’ την αποχώρησή τους, αυτοί οι κατακτητές είχαν το θράσος να καταθέσουν στεφάνια στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, προκαλώντας βεβήλωση για ακόμη μια φορά.

Αυτά τα στεφάνια ο βασανισμένος κι αγανακτισμένος λαός μας ποδοπατούσε λίγο αργότερα με πρωτάκουστη μανία, χωρίς να περιμένει τη δοσίλογη κυβερνητική πρωτοβουλία που δεν εκδηλώθηκε ποτέ. Ακόμη κι ο μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος κι Αντιβασιλέας Δαμασκηνός ξέχασε το ρητό-αποστολική εντολή «από Θεού άρχεσθαι», αλλά συμπλέοντας με τους Ναζιστές του λαομίσητου Χίτλερ, καιροσκοπώντας κι αμφιταλαντευόμενος, μόλις την επομένη μέρα στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών που τιμάται υπέρ του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη πρωτοστατεί σε τέλεση ευχαριστήριας θείας Λειτουργίας και Δοξολογίας.

Πάλι με σημαντική καθυστέρηση, ακολουθώντας την ίδια διπρόσωπη τακτική, έξη μέρες μετά την αποχώρηση, συγκεκριμένα στις 18 Οκτωβρίου του 1944, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου, που αργότερα πήρε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας», ως διατελέσας πολλές φορές πρωθυπουργός, εκφώνησε στην πλατεία Συντάγματος τον περίφημο λόγο της Απελευθέρωσης.

Έστω κι αν για την προκειμένη εκφώνηση αναγκάστηκε ο Πρωθυπουργός της χώρας μας από τη μεσολάβηση ίσως των «Μεγάλων Συμμάχων» για ψηφοθηρικούς λόγους και ξεχωριστή εύνοια, εντούτοις αξίζει η μνημόνευση του Λόγου κι η παράθεσή του αντί άλλου επιλόγου τουλάχιστον σε ένα μικρό απόσπασμα, χάρη ενθύμησης της ευγνωμοσύνης μας προς όλους τους τότε ταλαιπωρημένους Έλληνες, καθώς και για να αναλογιστούμε το χρέος μας σε παράλληλους καιρούς:

«Από τα βάθη της Ιστορίας, οι ελληνικοί αιώνες πανηγυρίζουν την επάνοδο της ελευθερίας εις την αρχαία κοιτίδα της Δημοκρατίας… Ολόκληρος ο λαός μας υπήρξε αγωνιστής της ελευθερίας. Δεν ευρίσκεται ασφαλώς εις την κατεχομένην Ευρώπην, αλλά παράδειγμα τόσης καθολικής αντιστάσεως και τόσης ακλονήτου αισιοδοξίας διά την τελικήν Νίκην… Υποκλινόμεθα ευλαβώς ενώπιον των ονομαστών και αγωνιστών μαρτύρων της ελευθερίας. Εις την ευγνωμοσύνην του Έθνους αιώνια θα είναι η μνήμη των… Αλλά ο αγών συνεχίζεται. Οι βάρβαροι υπάρχουν ακόμη εις την Ελλάδα…».

Ας σημειωθεί ότι στη διάβρωση της γερμανικής κατοχής και στην παραπάνω ευτυχή κατάληξη για τους Έλληνες, την απελευθέρωση συνέβαλε κι η Εκκλησία μας που αγκάλιασε αμέσως σαν στοργική μητέρα όσους φαντάρους μας βρέθηκαν στο Μέτωπο, αλλά και όσους έμειναν πίσω, στα μετόπισθεν. Στην πρώτη γραμμή έστειλε τους ιερείς της, που ρίχτηκαν «με τα μούτρα» στη φωτιά του πολέμου μαζί με τους μαχητές που τους ενδυνάμωναν κιόλας. Οι κατανυκτικές θείες Λειτουργίες, η εξομολόγηση κι η ιερά Μετάληψη στις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, εμψύχωναν τους στρατιώτες μας, καθώς χάριζαν στις ψυχές τους γλυκύτητα κι ενίσχυση, λόγω της παρουσίας του Θεού που μόνο Αυτός σταλάζει στις ψυχές

Πίσω από τις προκεχωρημένες γραμμές η Εκκλησία οργάνωσε τη φροντίδα για τις οικογένειες των στρατευομένων. Και σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ένα πλήθος κατατρεγμένων ανθρώπων, έβρισκαν στους κόλπους της πολύπλευρη βοήθεια κι ανακούφιση από τις διάφορες μορφές δυστυχίας. Επιμελείται τους τραυματίες του πολέμου που κατάφθαναν στα ενδότερα, οργάνωσε συσσίτια και παραχώρησε κεντρικό κτίριό της στον Στρατό μας για Νοσοκομείο.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ