Αναρτήθηκε στις:13-09-16 21:06

Άνθρωπον ουκ έχω…


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Η εν επικεφαλίδι ρήση αποτελεί το παράπονο που εκφράζει το καταστάλαγμα, το απόσταγμα, την κεντρική ιδέα της ευαγγελικής περικοπής «του παραλύτου» (Ιωάν ε΄ 1-15), που μας εξιστορεί μια παραβολή του Ιησού. Λοιπόν, στα Ιεροσόλυμα βρέθηκε κάποτε ο Κύριός μας, με αφορμή κάποια μεγάλη γιορτή που γιόρταζαν οι ομοεθνείς Του εκείνες τις μέρες.

Κι αμέσως κατευθύνθηκε προς τη μεριά μιας πύλης της ιερής αυτής πόλης, της λεγόμενης Προβατικής, όπου εκεί κοντά βρισκόταν μια δεξαμενή πλήρης ύδατος που ονομαζόταν στα εβραϊκά «Βηθεσδά», που σημαίνει «σπίτι ευσπλαχνίας». Και πραγματικά, η χρήση της από πληθώρα αναπήρων.

Γύρω απ’ αυτή τη στέρνα, περίπου μπορούμε να πούμε, ότι είχε στηθεί ένα κατά κάποιον τρόπο πρόχειρο νοσοκομείο που είχε πέντε θολωτά υπόστεγα, στα οποία κατακλίνονταν με σίτιση κι ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πολλοί άρρωστοι που ο καθένας είχε διάφορες ανεπίστρεπτες κι ανίατες παθήσεις.

Η ευσπλαχνία του Κυρίου εκδηλωνόταν περίσσια σ’ εκείνον τον τόπο, κατά τον ακόλουθο τρόπο: Κατά καιρούς, ένας άγγελος κατέβαινε από τον ουρανό κι ανατάραζε τα νερά της δεξαμενής. Αμέσως τότε αυτά αποκτούσαν ιαματική δύναμη, η οποία ενεργούσε θαυματουργικά για οποιονδήποτε ασθενή πρόφτανε να πέσει πρώτος μέσα, καθώς περνούσε οποιαδήποτε αρρώστια κι αν είχε, οπότε εκείνος ο άνθρωπος γιατρευόταν και γινόταν τελείως καλά.

Λοιπόν, ο Κύριος έφτασε στη Βηθεσδά και πάραυτα το Θείο βλέμμα Του επικεντρώθηκε πάνω σ’ έναν κατάκοιτο, ο οποίος βρισκόταν εκεί τριάνταοκτώ ολόκληρ και συναπτά χρόνια. Ο καρδιογνώστης Θεός μας που «ετάζει νεφρούς και ως Παντογνώστης γνωρίζει καλά, όχι μόνον τα φανερά, αλλά και τα ενδόμυχα και τα απόκρυφα ακόμη, κατάλαβε ότι πολύ καιρό ήταν εκεί κατακειμένος εκείνος ο ταλαίπωρος άνθρωπος, τον λυπήθηκε και τον πλησίασε, με σκοπό να τον βοηθήσει και τον ρώτησε.

Με πατρική στοργή, του είπε: «Θέλεις να γίνεις καλά;» κι αυτός απάντησε με αδύνατη, τρεμάμενη και ξέπνοη φωνή, γεμάτος θλίψη: «Άνθρωπο δεν έχω», ώστε να δείξει το ειλικρινές ενδιαφέρον του, επεμβαίνοντας την κατάλληλη στιγμή και να τον βάλει μέσα στο νερό, το οποίο ανατάραζε από καιρού σε καιρό, άγγελος. Και καθώς σέρνομαι κάθε τέτοια φορά, προσπαθώντας να πάω να πέσω μέσα, πάντα με προλαβαίνει κάποιος άλλος άλλος και μένω εγώ σύξυλος στα ίδια.

Το παράπονό του παράλυτου ήταν απαρηγόρητο, γιατί η τοποθεσία της Βηθεσδά ήταν κεντρική και πολυσύχναστη κι όχι παράμερη. Τόσοι και τόσοι υγιείς άνθρωποι, όλων των ιδιοτήτων, όλων των επαγγελμάτων, όλων των λειτουργημάτων, ακόμη και λευίτες κι αρχιερείς και γραμματείς και φαρισαίοι.

Αυτόν τον ανάπηρο, τον τόσο ταλαίπωρο άνθρωπο, όπως και κάθε άλλον, σπλαχνίστηκε η ανεξάντλητη Πηγή του ελέους, ο Δημιουργός της υγείας, ο Κύριος και Θεός μας και χωρίς καθυστέρηση ή άλλη χρονοτριβή, του απευθύνει κυριαρχικό κι εξουσιαστικό πρόσταγμά του: «Σήκω πάνω, πάρε και το κρεβάτι σου στον ώμο και πήγαινε (στο καλό).

Ξαφνικά, εκείνην τη στιγμή, ο ανάπηρος θεραπεύτηκε. Ένιωσε τους αρμούς του, τους νευρώνες, τα νεύρα, τους μυς του να δυναμώνουν. Πάτησε σταθερά στο έδαφος και σηκώθηκε όρθιος στα πόδια του. Προς επιβεβαίωση γι’ ανάκτηση των πρώην δυνατοτήτων και της πλήρους αποκατάστασής του, άδραξε με τα χέρια του, το κρεβάτι που ξάπλωνε κι έφυγε.

Μετά από παρέλευση κάμποσου αριθμού ημερών, κάποια στιγμή ο Χριστός μας συνάντησε πάλι τον θεραπευμένο στο Ναό του Σολομώντος, όποι φαίνεται ότι ο ανάπηρος πήγε για να ευχαριστήσει κι αναπέμψει την ευγνωμοσύνη του στον Θεό για την θεραπεία του.

Τον γνώρισε ο Θεάνθρωπος και του είπε: «Κοίτα, τώρα έγινες καλά. Πρόσεχε να μην αμαρτήσεις πάλι, για να μην σου συμβεί τίποτε το χειρότερο. Αποκαλύπτοντας και σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως εξάλλου τις περισσότερες φορές, η προσωπική αμαρτία απουελεί την συνηθισμένη αιτία πρόκλησης αναπηρίας.

Προσφυώς και παρενθετικώς, κάνουμε μνεία ότι σύμφωνα με την περιδρόμηση του Ευαγγελίου και την εμπεριστατωμένη ερμηνεία του λογιότατου πανεπιστημιακού καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα, οι πιθανές αιτίες μιας κακοπάθειας, που έχει ιαθεί θαυματουργικά από τον Κύριο, μπορεί να είναι: 1. Η δόξα του θεραπεύοντος Θεού. 2. Η προσωπική άλόγοι μπορεί κάθε φορά, να ισχύσουν σωρευτικά ή καθένας ανεξάρτητα απ’ τον άλλο, κατ’ απόλυτη επιλογή κι εφαρμογή του ακατάληπτου Θείου σχεδίου από τον ανθρώπινο νου. Και λογική εξήγηση.

Σ’ εκείνο το θεραπευτήριο για τριάντα οχτώ χρόνια κείτονταν κατάκοιτος ο ανάπηρος, γιατί όπως είπε στον Κύριο: «Άνθρωπον ουκ έχω». Τόσο απάνθρωπο κλίμα επικρατεί στην κοινωνία μας, που ούτε ένας συνάνθρωπος βρέθηκε να δείξει συναντίληψη και κατανόηση, για να βοηθήσει να μπει μέσα στο νερό, ώστε να γίνει καλά.

Αλήθεια! Τι φοβερή αδιαφορία κι αναλγησία υπάρχει! Μεγάλη κι ατέλειωτη περιφρόνηση προς τον ίδιο τον άρρωστο είναι διάχυτη, λες κι είναι αποκρουστικό μίασμα ή νόσος επιδημικής μορφής κι ευλογούνται οι διακρίσεις κι οι ρατσιστικές τάσεις. Σε όλες τις κοινωνικές δομές παρατηρείται παγερή μοναξιά, γιατί η αγάπη, ο αλτρουισμός, η συμπόνια, η αλληλεγγύη κι η καλοσύνη χάθηκαν, καθώς απουσιάζει ο Θεός με το πανάγιο θέλημά Του.

Τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια ασταμάτητα φωνάζει ο παράλυτος: «Έναν άνθρωπο ζητώ. Και δεν υπάρχει κανένας; Πάει τελείωσε. Δεν έχω άνθρωπο». Άραγε, μήπως μια τέτοια κραυγή είναι μόνον αυτή του παραλύτου της Βηθεσδά; Αν μπορούσαμε να αφουγκραστούμε την περίσσια του πόνου των ανθρώπων γύρω μας, τι διαπεραστική βοή, θα νιώθαμε να κατακλύζει τα (τεντωμένα) αυτιά μας, τι σπαρακτική κραυγή κι απ’ τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και μάλιστα εκκωφαντικά και τουλάχιστον ενοχλητικά;

Καταλήγοντας στην αναγωγή στις ημέρες μας, μπορούμε να πούμε ότι ο ποικιλόμορφος πόνος, η φρικτή οδύνη, τα ανυπόφορα σωματικά και ψυχικά προβλήματα που καμιά φορά συνυπάρχουν και με άλλης φύσεως οξυμένες αντιξοότητες και γίνονται πολλαπλές, όπως οικογενειακές προστριβές, οικονομικές δυσπραγίες, κοινωνικές δυσκολίες προσαρμογής, κοινωνικής συνοχής και παραγωγής κλπ των ανθρώπων, έχουν προσλάβει γιγάντιες διαστάσεις

Το ίδιο και ίσως χειρότερα μας τυρρανεί η μοναξιά τους, που κι αυτή, ως ένα τεράστιο δυσεπίλυτο κοινωνικό οξυμένο πρόβλημα ψυχολογικής υφής δρα ως τροχοπέδη στην παντοία ανάπτυξη και προαγωγή και προπαντός στην πρόοδο, όταν δεν θα αντιμετωπιστεί έγκαιρα κι αποτελεσματικά. Ποιος γυρνάει να δει τον διπλανό του; Ο καθένας ασχολείται με το πρόβλημά του.

Σχεδόν όλοι κλείνονται στο καβούκι του εαυτού τους ή το πολύ στο ό,τι «κλείνει η πόρτα τους», καθώς κάνει θραύση ο εγωκεντρισμός κι ο ατομικισμός και εξαιτίας αυτών των δύο τελευταίων αρχών που είναι διάχυτες και πλεονάζουν κιόλας στην «εκσυγχρονισμένη» κοινωνία μας, βλέπουν κοντόφθαλμα και μειωμένο το πρόβλημα του άλλου και το δικό τους εξογκωμένο.

Αυτοί οι παραλογισμοί κι οι αναποδιές στη σύγχρονη κοινωνία μας προκύπτουν, επειδή αυτά τα πάθη διατρανώνει ο μισάνθρωπος διάβολος, αλλά κι η παντελής απουσία του Χριστού, ο Οποίος με τις αρετές που αναβλύζει, λεπερνά την υποδαύλιση των διαβολικών «σκοτεινών» ενεργειών.

Στο προκείμενο ευαγγελικό περιστατικό κι ο ανταγωνισμός ατομικών συμφερόντων κι η προβολή ιδιοτέλειας διαδραμάτιζε σημαντικό αρνητικό ρόλο. Η περιστροφή των συζητήσεων για το ποιος θα προλάβει, ο ίδιος, ο δικός του ή ο άλλος, καθώς μόνον ο «πρώτος εμβάς» γιατρευόταν, οπότε δικαιολογούνταν(;) μια τέτοια συνομιλία μεταξύ των περαστικών κι ασθενών.

Πρέπει όλοι μας να κατανοήσουμε την ανάγκη της αλληλεγγύης μέσα στα κοινωνικά πλαίσια. Ο άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη είναι «κοινωνικόν ον», πλασμένος ο ένας για τον άλλο. Το σύνθημα για υλοποίηση στην καθημερινότητα αποτελεί η ανάγκη τήρησης ενός προγράμματος, με ενσωματωμένες αρχές ιεράρχησης και καθορισμού προτεραιότητας, του τύπου: «Γίνε εσύ, ας γίνω κι εγώ, ας γίνει κι ο άλλος».

Η κατανόηση, η νοητή κι υποτιθέμενη υποκατάσταση στη θέση, θα οδηγήσει τον τρίτο στο ν α ακούσει το πρόβλημα του άλλου, ο οποίος δεν θα μείνει ανάλγητος και σκληρός κι απάνθρωπος, αλλά θα τον συμπονέσει, θα τον παρηγορήσει, θα του συμπαρασταθεί στην δοκιμασία του, που θα τον ανακουφίσει κιόλας στον πολλαπλό πόνο του και θα τον ενθαρρύνει στον δύσκολο αγώνα της απόκτησης της υγείας του που διεξάγει, παραμερίζοντας την ηθική του κατάπτωση.

Ο περίεργος κι αυτός που νιώθει οίκτο στον πάσχοντα, δεν του δίνει ουσιαστική βοήθεια, παρά μόνον ικανοποιεί τον εφησυχασμό του, ενώ περιπλέκει ψυχολογικά το πρόβλημα, το οξύνει κι αυξάνει το βαθμό δυσκολίας. Χρειάζεται λεπτεπίλεπτη συμπεριφορά προς τον ανάπηρο, η οποία αφενός θα τον ενισχύει ουσιαστικά στην έλλειψη ή αδυναμία του κι αφετέρου δεν θα τον αναστατώνει,ούτε θα του δημιουργεί αίσθημα μειονεξίας, ούτε σύνδρομο κόμπλεξ ή κατωτερότητας.

Η διακριτικότητα, η επιείκεια, η τυπική κι ουσιαστική ευγένεια και καλλιέργεια ψυχής, δηλαδή οι χριστιανικές αρετές, αρχές κι αξίες, μαζί με τα ελληνικά ιδεώδη, ιδεολογίες κι ιδανικά, πρέπει να διακρίνουν το υγιές μέρος της κοινωνίας μας, ώστε η «χείρα βοηθείας» να αποδώσει στο πραγματικό επίπεδο.

Ο καθένας αρτιμελής μπορεί να προσφέρει στους αναξιοπαθούντες, , φθάνει ν’ απορρίψει από πάνω του το σλόγκαν που τον δυναστεύει: «Ό,τι κλείν’ η πόρτα σου», αλλά πάντα να έχει υπ’ όψη του τη λα»ική παροιμία: «Βόηθα με να σε βοηθώ ν’ ανεβούμεστο βουνό» ή το κοινώς λεγόμενο ότι σήμερα «κτυπά η καμπάνα» στον συγκεκριμένο ανάπηρο, αύριο στον διπλανό.

Λίγο γύρω του, αν κοιτάξει κάποιος, θα διασταυρώσει τη ματιά του με πολλά βλέμματα, ακόμη και γνωστών του, φίλων ή συγγενών, που ζητούν εναγωνίως τη συμπαράστασή του, αμέσως ή εμμέσως, ευθέως ή πλαγίως, με τα λόγια ή τη στάση τους. Αρμόζει συμπάθεια κι ευαισθησία κι όχι άρνηση.

Έτσι, κατεξοχήν αυτός που συμπονά, μοιάζει με τον «καλό Σαμαρείτη» της γνωστής ευαγγελικής περικοπής. Επίσης κατά Χάρη, αξιωνόμαστε να μιμούμαστε πιστά τον Χριστό που ενδιαφέρεται με το παραπάνω και με αυταπάρνηση ακόμη για το έλεος των πολύπαθων αυτών.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ