Αναρτήθηκε στις:02-02-16 01:22

Αθυμία


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Το έτος 387 μΧ στην Αντιόχεια ξέσπασε μεγάλη επανάσταση εναντίον του αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Θεοδοσίου του Α΄ του Μεγάλου, γιατί επέβαλε στους κατοίκους της δυσβάστακτους φόρους για την αδύνατη οικονομική αντοχή τους. Από την ένταση, τον πανικό και τον αναβρασμό που δημιουργήθηκε, μερικοί θερμόαιμοι στασιαστές απ’ το ανώνυμο πλήθος του όχλου, πρωτοστάτησαν σε βεβηλώσεις και καταστροφές εικόνων κι αγαλμάτων του Αυτοκράτορα και της οικογενείας του.

Ο αυτοκράτορας προς συμμόρφωση των ιδίων και παραδειγματισμό των άλλων, αμέτοχων Αντιοχέων και των υπολοίπων κατοίκων της Αυτοκρατορίας, σχεδίαζε να επιβάλλει στους φθορείς δημόσιου υλικού να επιβάλει αυστηρές τιμωρίες. Θα εξουδετέρωνε με φόνο τους στασιαστές, θα αποδεκάτιζε τους ενεργούς κατοίκους της εν λόγω μεγαλούπολης και έτσι θα τη μετέβαλε σε ασήμαντη κωμόπολη.

Μετά τη γνωστοποίηση και τη συνειδητοποίηση του αυτοκρατορικού σχεδίου, οι κάτοικοι της Αντιόχειας ανησύχησαν κι έπεσαν σε μεγάλη αθυμία και δεν ήξεραν τι να κάνουν πλέον για να αποφύγουν το μακελειό. Τότε ο επίσκοπος εκείνης της πόλης, Φλαβιανός ανεχώρησε εσπευσμένα για την πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, τάσσοντας ως μοναδικό σκοπό του ταξιδιού του να ικετεύσει τον Αυτοκράτορα για τη σωτηρία της πόλης, δείχνοντας την ανεξικακία του.

Ο ιερός Χρυσόστομος από τη θέση του ιερέα, που είχε χειροτονηθεί την προηγούμενη χρονιά ως πρεσβύτερος, ανέλαβε να καθησυχάσει τους εξεγερθέντες Αντιοχείς, να ηρεμήσει και να παρηγορήσει τον επίσκοπό τους, τον οποίο συνάντησε στη Βασιλεύουσα. Για να πραγματοποιήσει καλύτερα αυτόν τον σκοπό της περίσκεψης, περισυλλογής και καταπράυνσης των παθών που είχαν εξαφθεί, εξεφώνησε τους περίφημους είκοσι ένα λόγους του, με τίτλο: «Εις τους αδριάντας».

Ειδικά στον πέμπτο απ’ αυτούς τους λόγους του, αναπτύσσει ως επιχειρηματολογία τη θέση ότι ο άνθρωπος όταν ζημιώνεται οικονομικά και συκοφαντείται ή αρρωσταίνει, δεν πρέπει να αθυμεί υπερβολικά χάνοντας τελείως τον ρυθμό της λογικής κανονικότητας, γιατί και συνέπειας, γιατί από την υπέρμετρη λύπη έχει μόνο να ζημιωθεί, χωρίς να ωφεληθεί στο παραμικρό.

Μόνον σε μια περίπτωση μπορεί να δικαιολογηθεί η αθυμία, οπότε κι ωφελεί κιόλας η μεγάλη λύπη και το πένθος, όταν δηλαδή έχει ως αιτία την διάπραξη της αμαρτίας και την κυρίευση από πάθος. Συγκεκριμένα ο εν λόγω πατέρας της Εκκλησίας μας στην Πέμπτη ομιλία του, με το περιεχόμενο που έχει εκτεθεί παραπάνω: «Μηκέτι ουν επί ζημία χρημάτων αλγώμεν, αλλ’ όταν αμαρτάνωμεν αλγώμεν μόνον. Πολύ γαρ το κέρδος ενταύθα από της λύπης. Εζημιώθης; Μη αθυμήσης, ουδέ γαρ ωφελήσεις. Ήμαρτες; Λυπήθητι, όφελος γάρ».

Βέβαια δεν διστάζει να καταλήξει στο τεράστιο κέρδος που εξοικονομείται σ’ αυτή την περίπτωση, δηλαδή από μια σφοδρή λύπη. Με άλλα λόγια ο Άγιος αυτός διακηρύσσει ότι κάθε πόνος κι ιδιαίτερα ο ψυχικός, είναι ευλογημένος κι αγιασμένος απ’ τον Κύριο, ως συντριβή της αμαρτίας, καθώς αποτελεί το κλειδί που ανοίγει τον Παράδεισο της τρυφής, ενώ παράλληλα συνιστά το βαρύ αντίτιμο, το οποίο πληρώνει αδρά το εισιτήριο που εισάγει στην αιωνιότητα. Εξάλλου, ο προκείμενος πόνος είναι ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των Αγίων, ιδιαίτερα της Υπεραγίας Θεοτόκου, μητέρας του Χριστού, αλλά και του Ιδίου του Θεάνθρωπου.

Βλέπουμε ότι «ο πόνος» όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά κι επιβάλλεται κιόλας, μαζί με το αποτέλεσμά του, την αθυμία στις περιπτώσεις αυτές, της αμαρτίας που οδηγούν στον σωματικό και ψυχικό, ειδικότερα πνευματικό θάνατο, ως «ώνια αμαρτίας», κατά τον Απόστολο Παύλο.

Ο χρυσορρήμονας Πατέρας μας για να καταστεί πιο πειστικός και για καλύτερη κι απτή κατανόηση, αναφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα: Κάποιος έχασε το παιδί του, με αποτέλεσμα γι’ αυτό να πονέσει πολύ, όμως με τον πόνο του, φυσικά δεν κατάφερε να αναστήσει το νεκρό γιό του, ούτε βέβαια ωφέλησε την ψυχή του μεταστάντα, παρόλο που ραπίστηκε, υβρίστηκε, χλευάστηκε και λυπήθηκε πάρα πολύ, καθώς υπέστη και δημόσιο διασυρμό.

Όμως με την υπερβολική του λύπη που του προκάλεσε κατάθλιψη, χωρίς να μπορέσει καθόλου να εξαλείψει την ύβρη. Δυστυχώς απρόσμενα αρρώστησε από βαριά ασθένεια κι έπεσε σε μόνιμη κατήφεια. Αλλά η λύπη του έπεσε στο κενό και δεν στάθηκε ικανή να περάσει η ασθένεια, αλλ’ απεναντίας μπορεί να την επιδείνωσε περισσότερο.

Μερικοί απορούν και διερωτώνται με τα γραφόμενα αυτά, γιατί θεωρούν ως φυσιολογικό επόμενο τη λύπη και την προκαλούμενη αθυμία, στις περιπτώσεις οικονομικής ζημίας, συκοφάντησης, κακολογίας, σοβαρής αρρώστιας, που επέφερε η απώλεια προσφιλούς, οικείου ή συγγενικού ή φιλικού προσώπου.

Βέβαια, δεν είναι κατανοητό να μένουμε απαθείς, μπροστά στο ξέσπασμα μιας φοβερής δοκιμασίας κατά πάνω μας. Ασφαλώς τότε θα πονέσουμε, γιατί δεν έχουμε πέτρινη καρδιά. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας διαφωτίζει σχετικά ότι «το απαθές εστίν απάνθρωπον», όμως «το πολυπαθές» δεν έχει σχέση με τη χριστιανική φιλοσοφία. Δηλαδή το να καταβληθούμε τελείως και να ισοπεδωθούμε από μια υπερβολική λύπη είναι πέρα από τη χριστιανική αντίληψη.

Ο ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει να μην είμαστε κοντόφθαλμοι, ούτε καιροσκόποι, αλλά να κοιτάμε πιο μακριά και με λογική προοπτική. Ίσως κάποιοι κλέφτες του κοινού ποινικού Δικαίου να έρθουν και να κλέψουν τον υλικό πλούτο σου, αλλά το απόθεμα που έχεις στον ουρανό, δεν μπορεί κανένας να σου τον αφαιρέσει.

Κι αν ακόμη σε έχουν διώξει κάποιοι από την αγαπημένη προσωρινή πατρίδα σου, αλλά από την μόνιμη της άνω Ιερουσαλήμ δεν έχουν απολύτως καμία δυνατότητα να σε διώξουν, γιατί τη φυλάει αποτελεσματικά ο Κύριος. Αν έρθουν οι φύλακες και σε δέσουν στη φυλακή με ασφυκτικά δεσμά, ακόμη και τότε μένει η συνείδησή σου ελεύθερη, χωρίς να αισθάνεσαι κανένα βάρος απ’ τα εξωτερικά αυτά δεσμά. Πάντα ο Κύριος δίνει το αντίδοτο, το αντιστάθμισμα που χρειάζεται το κάθε πλήγμα. Έτσι κι ο φόνος φέρει τη σιγουριά της ανάστασης «ζώντων και κεκοιμημένων».

Η υπερβολική λύπη δεν υποδηλώνει πιστούς Χριστιανούς, που αφήνουν τη ζωή και την ελπίδα τους στον Θεό, έχοντας ακράδαντη πίστη προς Αυτόν, υπομονή προς τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τις αντιξοότητες, προσγείωση στην πραγματικότητα της πάθησης, αναπτέρωση της λογικής και της πεποίθησης ότι ο πόνος είναι διάχυτος.

Η κλοπή του σπιτιού μας, του εργαστηρίου ή του καταστήματός μας, η αχρήστευση των υπαρχόντων μας από σεισμό, η πυρπόληση κι η μετατροπή σε στάχτη του κτήματός μας, όλα αυτά συνιστούν υλικές ζημιές, που μπορούν να γίνουν καλύτερα, με περισσότερη επιμέλεια. Αυτή η αποκατάσταση, ίσως χρειαστεί λίγη υπομονή, επίκληση της βοήθειας του Θεού, περισσότερη δουλειά με τον τίμιο ιδρώτα μας. Έτσι, σιγά-σιγά θα διορθωθεί η ζημιά την οποία έχουμε υποστεί.

«Τον εαυτόν μη αδικούντα, ουδείς παραβλάψαι δύναται», ας είναι μόνιμη επωδός που θα μας συνοδεύει, κι αν οι κακολογίες και κατατρεγμοί κι οι άδικες χειρονομίες εναντίον μας από κάποιον αποστολέα έχουν δεινότητα. Αυτόν τον ίδιο που δεν βλάπτει τον εαυτό του, δεν μπορούν ουσιαστικά να του προξενήσουν ζημιά οι άλλοι.

Αυτοί μόνο στον εαυτό τους προκαλούν ζημιά. Ειδικότερα τις επισκέψεις ασθενειών και θανάτων προσφιλών ανθρώπων, μπορεί να αντιμετωπίζονται μόνον με χαλύβδινη υπομονή και καρτερία, ενεργητικής κι όχι ηττοπαθούς φύσης, αλλά με αξιοπρέπεια και συμμετοχή. Η στωική απάθεια δεν ενδείκνυται ως αποτελεσματικό φάρμακο, γιατί οι ποικίλες δοκιμασίες έχουν προσωρινή μορφή, ενώ απ’ την άλλη μεριά καρπούμαστε αιώνια πνευματική ωφέλεια.

Η υπέρμετρη λύπη οδηγεί στη θολούρα του υπερβολικού άγχους και της κατάθλιψης, χωρίς να μπορεί ούτε στο ελάχιστο να διορθώσει τίποτε αρνητικό, ούτε ψυχολογικής, ούτε σωματικής, ούτε υλικής, ούτε πνευματικής φύσης, ούτε τη χρηματική ζημιά ή κάτι άλλο παραπλήσιο, κι ας είναι ακόμη κι απλούστερο.

Δεν υποχωρούν ευκολότερα με τα δάκρυα η φτώχεια, η αρρώστια, οι θάνατοι προσφιλών προσώπων και τα παρόμοια δυσάρεστα, γιατί όπως έχει ειπωθεί και παραπάνω, πρόκειται για ζημιά που προξενείτε από την αμαρτία και θεραπεύεται μόνον με επίδειξη αρετών και καλοσύνης.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img

img