Αναρτήθηκε στις:13-04-16 11:19

de profundis - Αντώνης Κολιάτσος για τον ξαφνικό θάνατο του Μιχάλη Ευσταθίου


«Εκ βαθέων εκέκραξά σοι Κύριε, ότι, παρά σοι ο ιλασμός εστίν…»
(Δαυίδ ψαλμός ΡΚΘ’ 129)

Σοκαρισμένος ένιωσα, τη στιγμή που ο κοινός μας φίλος Άγγελος, μου ανακοίνωσε από τηλεφώνου τη θλιβερή είδηση. Σημασία έχει ότι ακόμα δεν μπορώ και δεν θέλω να το συνειδητοποιήσω… Αλλά έχει συμβεί, και αυτό είναι μη αναστρέψιμο… Ο Μιχάλης Ευσταθίου δεν είναι πλέον ανάμεσά μας… Γιατί από την περασμένη Δευτέρα το πρωί, εκεί στην εντατική μονάδα του Αρτινού Νοσοκομείου, είχε αρχίσει να δένει τις εγκόσμιες αποσκευές του και την Τρίτη στις 6 το απόγευμα έφυγε για πάντα από κοντά μας… Ένας ακόμα γλυκός, μα ανήσυχος, ευγενικός, σπινθηροβόλος και με μεγάλο εκτόπισμα άνθρωπος της Αρτινής κοινωνίας, πέρασε στην άλλη όχθη, έτσι ξαφνικά, σε ηλικία 64 ετών. Προσωπικά, έχασα έναν σπουδαίο και στενό φίλο, ένα δημιουργικό μυαλό που θαύμαζα, ήταν το αδελφικό alter ego μου. Είμαι βαθύτατα λυπημένος για την απώλεια!. Και μου είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσω ότι ένας τόσο δικός μου άνθρωπος, με τον οποίο είχα δεθεί φιλικά πολύ στενά! Που συνέβη να τον ήξερα και από την καλή και από την ανάποδη! Που γνώριζα τα εσώψυχά του! Που μόλις πριν λίγες μέρες συζητούσαμε επί παντός του οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού και διαπροσωπικού επιστητού! Αυτός ο ακριβός φίλος, ο Μιχάλης, από προχθές το βράδυ έπαψε να υπάρχει…. Ωστόσο αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι αυτό το φοβερό κενό που δημιούργησε μέσα μου ο ξαφνικός χαμός του, πολύ δυσκολότερα θα καλυφθεί με το χρόνο.

Λένε οι φιλόσοφοι, πως όταν ο τόπος αδειάσει οριστικά από την παρουσία ενός ανθρώπου, το κενό που αφήνει πληρώνεται από το ανάστημα του χαμένου και ο νεκρός του «φωνάζει» για το ποιος ήταν, για το πόσο ζύγιζε, όχι μόνο στις καρδιές των αγαπημένων του, αλλά και πάνω στο στήθος του χρόνου, της εποχής του και της πατρίδας του. Όμως ο Μιχάλης Ευσταθίου δεν χρειάστηκε το κρύο χέρι του θανάτου να του περιχαράξει το αληθινό πρόσωπο. Γιατί πολλά χρόνια πρωτύτερα, από έφηβος πλέον είχε επιλέξει το μονοπάτι των γενναίων και παρά το μειλίχιο ύφος του, την ευγένεια του χαρακτήρα του και την γλυκύτητα του λόγου του, μέσα του έκρυβε έναν δυναμικό και ασυμβίβαστο άνθρωπο, ο οποίος ήταν αποφασισμένος ακόμη και να συγκρουστεί, προκειμένου να υπερασπιστεί τις αρχές και τα πιστεύω του. Αγαπούσε την Άρτα ο Μιχάλης, αγαπούσε τους ανθρώπους της, μα πάνω από όλα αγαπούσε την οικογένειά του. Μεγάλη του έγνοια ήταν το μέλλον των παιδιών του και εξ’ ίσου μεγάλο το ενδιαφέρον του για τη σύζυγό του, η σχέση του με την οποία παρέμεινε αναλλοίωτη στο χρόνο και την χαρακτήριζε υποδειγματική συντροφικότητα. Ο ίδιος, όντας βαθύτατα θρησκευόμενος, σαν κάτι να προαισθανόταν, γιατί τελευταία, κατά τις ατέρμονες συζητήσεις μας, συχνά του άρεσε να επαναλαμβάνει: «Αντώνη, ξέρεις, ο άνθρωπος είναι σε μόνιμη διαπραγμάτευση με το θάνατο, έτσι δεν είναι; Εγώ, πάντως, δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτα μετά από αυτή τη ζωή. Αντίθετα πιστεύω στον θεό, στον Χριστό, στην Παναγία. Για αυτό προσεύχομαι για μένα και πιο πολύ για αυτούς που θα μείνουν πίσω(την οικογένειά του), όταν εγώ φύγω από αυτή τη ζωή».

Με τον Μιχάλη είμαστε 30 χρόνια μαζί, πρώτα στο προεδρείο της τοπικής και νομαρχιακής οργάνωσης της ΝΔ, αργότερα και από διαφορετικά μετερίζια, στην υπηρεσία της Α-βάθμιας Αρτινής Αυτοδιοίκησης, λίγο μετά συνεργαζόμενοι επαγγελματικά, αλλά περισσότερο που παραμείναμε δύο πολύ καλοί και από καρδιάς φίλοι. Τον θυμάμαι, ως έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευφυή, σχολαστικά μεθοδικό, βαθύ γνώστη του αντικειμένου που εκάστοτε υπηρετούσε, πολύ πειστικό κατά την εκφορά του λόγου του, περισσότερο ικανό να προσεγγίζει με σχετική ευκολία τον συνομιλητή του και να κερδίζει την αγάπη και εκτίμησή του. Αξέχαστες θα μείνουν οι πάντα καλόπιστες και εποικοδομητικές ασκούμενες κριτικές του, αναφορικά με την εξέλιξη τοπικών ζητημάτων, όπως και οι πολλές και ουσιώδεις παρεμβάσεις του στο δημοτικό συμβούλιο. Όμως σημαντική υπήρξε και η παρουσία του στο τοπικό πολιτικό-κομματικό γίγνεσθαι, καθώς και στο συνδικαλιστικό όργανο των φαρμακοποιών, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε με συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Ακόμη, η μαχητικότητα με την οποία γενικότερα προάσπιζε τις ιδέες του και η εμμονή του στην υλοποίηση των στόχων που έθετε, απετέλεσαν παράδειγμα προς μίμηση. Η κάθοδός του ως υποψηφίου Δημάρχου στις εκλογές του 2006, κόντρα στις τότε γαλάζιες κομματικές επιλογές, επιβεβαίωσε τις αρετές: αγωνιστικότητα και γενναιότητα που κοσμούσαν την προσωπικότητά του. Αλλά εκείνο που απετέλεσε τρανή απόδειξη του δυναμισμού και της αποφασιστικότητας του ανδρός, είναι το περιστατικό, που συνέβη κατά την ανεπανάληπτη εκείνη ομιλία του τότε πρόεδρου της ΝΔ Κων/ου Μητσοτάκη, στο Μονοπλιό, τον Μάρτιο του 1985(σ.σ, έγινε από την τότε ημιτελή οικοδομή του Τάκη Τρομπούκη), το οποίο έμεινε ανεξίτηλο από τη μνήμη όλων όσοι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της εξέλιξής του.. Διαδραματίστηκε, καθ’ ον χρόνο ο γράφων με την ιδιότητα του προέδρου τη ΝΟ.Δ.Ε Άρτας προσφωνούσε τον αρχηγό του κόμματος ενώπιον χιλιάδων ενθουσιόντων φίλων και οπαδών του, όταν, στην θρασεία απαίτηση του σκληροπυρηνικού βουλευτή Ε. Κ, που απαιτούσε την βίαιη διακοπή της ομιλίας μου φωνάζοντας: «σταματήστε τον αλλιώς θα τον πετάξω κάτω από το μπαλκόνι», ο αείμνηστος Μιχάλης Ευσταθίου- γενικός γραμματέας (τότε) της νομαρχιακής οργάνωσης - αντιδρώντας με εκείνο το βροντερό:«να πας στα Γιάννενα να κάνεις κουμάντο…Για αυτό, κάτσε καλά, γιατί εγώ θα σε πετάξω κάτω από το μπαλκόνι, αν συνεχίσεις». τον ανάγκασε να καταπιεί κυριολεκτικά τη γλώσσα του.

Αλλά ο Μιχάλης, ήταν περισσότερο άνθρωπος ευαίσθητος, γεμάτος ζωή και για αυτούς που τον γνώριζαν περισσότερο, διέθετε και ένα πηγαίο και καλά υποκρυπτόμενο χιούμορ. Θυμάμαι ότι κάθε φορά που εξαντλούσαμε τα σοβαρά προς συζήτηση θέματα και περνούσαμε στα…ευτράπελα, μας έφευγαν δάκρυα από τα γέλια που προκαλούσαν οι ένθεν κακείθεν εκφερόμενες χιουμοριστικές ατάκες μας. Την επεισοδιακή επιστροφή μας από την Αθήνα, ύστερα από συνάντηση με την αείμνηστη Άννα Συνοδινού(1986), τότε βουλευτού της ΝΔ και υπεύθυνης του τμήματος γυναικών του κόμματος, θυμήθηκε ο κοινός και στενός μας φίλος Γιώργος Αποτόρης, την ώρα που από το προαύλιο του Αγίου Δημητρίου ξεπροβοδίζαμε τον αείμνηστο Μιχάλη, για το ταξίδι του στην αιωνιότητα. Ήταν τότε που οι τρεις μας, ως υπεύθυνοι της νομαρχιακής οργάνωσης ΝΔ, μετά την 3-ωρη αλησμόνητη κομματική σύσκεψη στο σπίτι της μεγάλης τραγωδού, επιστρέφοντας στην Άρτα, παρά λίγο να είμαστε θύματα τροχαίου… Τα καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού λεγόμενα ξεκαρδιστικά ανέκδοτα, οι πετυχημένες σατυρικές παρομοιώσεις προσώπων και καταστάσεων, η εκ των πραγμάτων προκληθείσα έντονη ψυχική ευφορία και τα μέχρι δακρύων συνεχιζόμενα γέλια μας, προκάλεσαν τρις τη διάχυση της προσοχής του οδηγού (ήταν ο γράφων) και από καλή τύχη αποφύγαμε το ατύχημα. Αλλά αν φίλε Μιχάλη, μέσα στη συντριβή των δύσκολων στιγμών της αναχώρησής σου από τον Άγιο Δημήτριο, η θύμιση του πιο πάνω περιστατικού ξαφνικά, και εντελώς αυθόρμητα, επέφερε τον αναπόφευκτο κλαυσίγελο, που έκανε να μας φύγουν τα άλλου είδους δάκρυα, έ, τότε, παραδέξου το, ότι για αυτό…φταίει και το αστείρευτο χιούμορ που και εσύ διέθετες…

Όμως, με την απώλεια του φίλτατου Μιχάλη, η γυναίκα και τα παιδιά του έχασαν το σημαντικότερο στήριγμά τους! Και η Αρτινή κοινωνία απώλεσε μια εμβληματική προσωπικότητα, που πολλά είχε ακόμη να της προσφέρει. Αλλά ο γράφων, έχασε για πάντα έναν στενό, έναν ειλικρινή, έναν αδελφικό φίλο. Αναπαύσου εν ειρήνη αγαπημένε φίλε Μιχάλη! Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη στις καλύτερες στιγμές σου! Και να είσαι βέβαιος ότι η εξ’ ύψους παρηγορία, θα φθάσει έγκαιρα στην αγαπημένη σύζυγό σου Αλεξάνδρα και στα παιδιά σου Ζωή και Δημοσθένη. Και μην αμφιβάλλεις πως αυτή, θα είναι πραγματικά απλόχερη και θα απαλύνει τον πόνο τους από τον πρόωρο χαμό σου.

Αντώνης Κ. Κολιάτσος.
(e-mail akoliatsos@gmail.com)

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ