Αναρτήθηκε στις:19-06-18 12:52

Μνήμη Αικατερίνης Κοσμά, μιας πραγματικής ηρωίδας (1910-2018)


«Έγειρι ου ήλιους ου θ’κός μ’…»

Του Βασίλη Μαλισιόβα*

«Ζει η Ν’κόλινα τ’ Κουσμά;!!
Μπα… Λάθου θα έχ’ς…»


Πριν από τέσσερα χρόνια επέστρεφα από μια συνέντευξη με έναν σπουδαίο άνθρωπο. Είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Στον δρόμο για το χωριό μου, τη Μαρκινιάδα, είπα να σταματήσω για λίγο στους συγγενείς μου στις Μελάτες. Θα έβρισκα εκεί σίγουρα τη λατρεμένη μου θείτσα Φώτω (Φωτεινή Κατσάνου, αδερφή της μητέρας μου, γεννηθείσα το 1922 και ακμαιότατη!), όπως και την πολυαγαπημένη πρώτη ξαδέρφη μου, Βάσω, την κόρη της θείας μου.

Μετά τους θερμούς εναγκαλισμούς και τα φιλιά, ακολούθησε η γνωστή ερώτηση:

-Πώς και τέτοια ώρα απ’ το χωριό μας; Πας ή έρχεσαι από κάπου;

-Ήμουν στην Κάτω Καλεντίνη… Πριν από λίγο πήρα συνέντευξη από μια ηλικιωμένη…

-Ποια είναι; Θα την ξέρουμε…

-Αικατερίνη Κοσμά λέγεται…

-Τι;!! Ζει η Ν’κόλινα τ’ Κουσμά; Μπα… Λάθου θα έχ’ς, Βασίλη μ’… Αυτήνη, άμα έζηγι (ζούσε), θα ήταν απάνου απού ικατό χρουνών!

Η θεία μου δεν πίστευε στ’ αυτιά της, σε σημείο που με έκανε κι εμένα ν’ αμφιβάλλω για το… αν πριν από καμιά ώρα είχα συναντήσει την υπεραιωνόβια πληροφορήτρια.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…


Πρόσκληση για την Κάτω Καλεντίνη

Το 2014 συνάντησα τον φίλο μου Γιώργο Κοσμά στη Μέγκλα Άρτας, στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου), οπότε και πανηγυρίζει το εκεί γραφικό εκκλησάκι.

-Βασίλη, εσύ μαζεύεις παλιές λέξεις, έτσι δεν είναι;

-Ναι, Γιώργο, σκοπεύω να βγάλω ένα λεξικό με τις ηπειρώτικες λέξεις.

-Ε, αφού είναι έτσι, πρέπει να έρθεις στο σπίτι μου. Να γνωρίσεις τη μάνα μου.

-Τη… μάνα σου; Ρώτησα με μια εύλογη απορία, καθότι κι ο ίδιος είναι ηλικιωμένος.

Κατάλαβε την αμηχανία μου και είπε χαμογελώντας:

-Ναι, τη μάνα μου! Ξέρεις πότε γεννήθηκε; Το 1910!

-Αύριο κιόλας θα είμαι στο σπίτι σου!

Έτσι κι έγινε. Το επόμενο πρωί, βρισκόμουν στη μοναδικής ομορφιάς Κάτω Καλεντίνη (Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων), το χωριουδάκι που είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στη λίμνη του Αράχθου (Πουρναρίου), η δε πανοραμική θέα είναι κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί!

Φτάνω λοιπόν στο σπίτι του Γιώργου Κοσμά, στον οικισμό Μηλιανά, λίγο έξω απ’ το χωριό. Παλιά ζούσαν 12 οικογένειες εδώ, σήμερα μόλις 2. Από το σημείο αυτό είναι εξασφαλισμένη η καλύτερη θέα τόσο προς τη λίμνη, όσο και προς την ευρύτερη περιοχή.

Με υποδέχονται εγκάρδια ο Γιώργος και η σύζυγός του, η ευγενέστατη κυρα-Γεωργία.

Εξαιρετικοί άνθρωποι οι οικοδεσπότες μου, όμως το ενδιαφέρον μου εστιαζόταν στην υπεραιωνόβια κυρα-Αικατερίνη Κοσμά, τη Νικόλαινα του Κοσμά, όπως τη γνώριζαν όλοι.

Με το που την είδα καθισμένη, με συγκλόνισε η μορφή της! Σαν να βγήκε από παραμύθι, από αναγνωστικό δημοτικού σχολείου του παλιού καιρού. Μαύρα ρούχα, επίσης μαύρο κεφαλομάντιλο, πρόσωπο σκαμμένο από τον χρόνο και τα βάσανα. Παρά τις ρυτίδες όμως, ήταν αποτυπωμένες η καλοσύνη, η πραότητα, αλλά και η αξιοπρέπεια, η αγωνιστικότητα, καθώς και η πληρότητα της ζωής. Το πρόσωπό της εξέπεμπε τη γλυκύτητα των (ελάχιστων) ανθρώπων που ήδη από την παρούσα ζωή προγεύονται τον Παράδεισο.

-Καλημέρα! Τη χαιρέτησα και της φίλησα το χέρι, μια κίνηση αυθόρμητη, απολύτως συνηθισμένη τα παλιά χρόνια, τότε που ήταν αυτονόητος ο σεβασμός των νεοτέρων προς τους ηλικιωμένους.

Ξαφνιάστηκε ευχάριστα.

-Καλημέρα, πιδί μ’! Καλώς όρ’σις!

Είναι αλήθεια ότι στην αρχή με κοίταζε με μια αμηχανία. Δεν ήξερε για ποιο λόγο ήμουν εκεί. Της εξήγησε όμως, ως πολύτιμος μεσολαβητής, ο γιος της ότι ήθελα να μιλήσουμε για τα παλιά τα χρόνια…

Ένιωσα δέος αντικρίζοντας έναν άνθρωπο που έζησε όλο τον πολυτάραχο 20ό αιώνα αλλά και 18 χρόνια από τον 21ο! Που γεννήθηκε τρία χρόνια πριν απελευθερωθεί όλη η Ήπειρος από τους Τούρκους! Τότε που στα απέναντι του Αράχθου χωριά ήταν το «Τουρκικό», δηλ. η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ στην «από δω μεριά», το «Ελληνικό», η απελευθερωμένη Ελλάδα. Η κυρα-Αικατερίνη ήρθε στον κόσμο τέσσερα χρόνια πριν από την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν 12 χρονών όταν συνέβη η τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ήδη 30 χρονών…

Αυτές οι σκέψεις με κατακλύζουν ενόσω βλέπω αυτή τη σεβάσμια μορφή, που με μεταφέρει στο απώτατο παρελθόν της Ιστορίας μας!

Αλήθεια, τι να ρωτήσω… Είναι δυνατόν να συμπυκνώσω τις ερωτήσεις μου σε μια-δυο ώρες; Ματαιοπονία… Θα ήταν σαν να προσπαθούσα να χωρέσω τον Ατλαντικό Ωκεανό σ’ ένα μπουκάλι.

Αναγκαστικά λοιπόν, θα έπρεπε να επικεντρωθώ στα ουσιώδη, αλλά με τρόπο που θα σεβόμουν την ελευθερία της για το τι η ίδια θα ήθελε να μου πει.

-Τι να σ’ που, πιδάκι μ’… Δεν έχουν μουλουημό αυτά π’ πέρασα…

Δεν ήθελα να έχει ανακριτικό χαρακτήρα η συνέντευξη, οπότε έθεσα κάποιες γενικές ερωτήσεις, μιλώντας φυσικά (για να «σπάσω και τον πάγο») κι εγώ στο τοπικό ιδίωμα:

-Θειάκου, πέσι μ’ τι θ’μάσι απ’ τα παλιά τα χρόνια… Ό,τι θέλ’ς ισύ…


Έτος γεννήσεως… 1903!

Η ταυτότητά της αναγράφει, λανθασμένα, ως έτος γέννησης το 1903, ενώ και η ίδια γνώριζε ότι γεννήθηκε 7 χρόνια αργότερα από αυτή την ημερομηνία. Τις εποχές εκείνες, αλλά και μετέπειτα, λόγω των δύσκολων καταστάσεων που επικρατούσαν στη διοίκηση (κοινοτικά γραφεία, δημοτολόγια κ.λπ.), ήταν πάρα πολύ συχνά τα λάθη στην αναγραφή του έτους γέννησης: Άλλοι ενεγράφονταν νωρίτερα κι άλλοι αργότερα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, όπως και στην προκειμένη, η αναγραφόμενη στο δελτίο ταυτότητας ημερομηνία γέννησης απέκλινε από την πραγματική κατά αρκετά έτη!

Θυμόταν με ακρίβεια το πραγματικό έτος γέννησής της, μάλιστα το συσχέτιζε με το γεγονός ότι σχεδόν 2 χρόνια μεσολαβούσαν από αυτό το έτος και τα χρόνια που γεννήθηκαν οι τέσσερις αδερφές της.

Ζητάω ευγενικά από τη συνομιλήτριά μου να μου πει τα αυτοβιογραφικά στοιχεία της…


Βασανισμένη από παιδί…

Η Αικατερίνη Κοσμά, σύζυγος Νικολάου Κοσμά, το γένος Δοσούλα, καταγόταν από το Δίστρατο Άρτας.

Αυτονόητο ήταν το ότι, λόγω των δυσχερών συνθηκών της εποχής, δεν πήγε στο σχολείο. Λόγω φτώχειας αναγκάστηκε από την τρυφερή ηλικία των πέντε ετών να πηγαίνει για να βοσκάει τα γίδια μαζί με τους γονείς της. Στα εφτά της χρόνια χάνει τον πατέρα της…

Θυμάται κάτι πολύ χαρακτηριστικό από αυτή τη σκληρή εποχή: «Πείνα! Μιγάλη πείνα! Δεν είχαμαν τι να φάμι… Είχαμαν ένα κλειδάρι (ξύλινο σκεύος με επίσης ξύλινο καπάκι) κι ικεί μέσα είχαμαν αλάτι κι πιπέρι… Έγκιβαμαν (δηλ. «βουτούσαμε») του ψουμί ικεί μέσα, για να πάρει νουστ’μιά, κι τό ‘τρουγαμαν… Κι δεν είχαμαν πουλύ ψουμί… Τόσα στόματα…».

Γεννήθηκε λοιπόν και μεγάλωσε στο Δίστρατο, αλλά παντρεύτηκε στην Κάτω Καλεντίνη, όπου και έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή της.


Μητέρα 13 παιδιών!

Η Αικατερίνη παντρεύτηκε το 1929 (σε ηλικία 19 ετών δηλαδή) τον Νικόλαο Κοσμά (γεν. 1902), ο οποίος είχε ήδη τρία παιδιά από προηγούμενο γάμο (πέθανε η πρώτη σύζυγός του).

Θυμάται τη στιγμή που τα πρωτοείδε: «Ηύρα κι τρία προυγόνια (παιδιά από προηγούμενο γάμο του συζύγου)… Αυτά τα πιδάκια τά ‘ταν σαν τα τσάκνα στου γουνουλίθι (δηλ. σαν τα ξυλαράκια στο τζάκι)… Νηστ’κά κι κακουμοιριασμένα τα ‘ταν τα έρμα…».

Φυσικά, τα αγκάλιασε και τα ανέθρεψε με στοργή και αγάπη σαν να ήταν η φυσική τους μητέρα. Η ίδια απέκτησε 10 παιδιά (τα δύο απεβίωσαν όταν ήταν βρέφη). Το πρώτο γεννήθηκε το 1930 και το τελευταίο το 1952.


Αφάνταστες δυσκολίες και στερήσεις

Στην αρχή ζούσαν σε ένα μικρό και παλιό οίκημα. Το 1930 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί.

Το 1935 ο Νικόλαος Κοσμάς έχτισε ένα καινούργιο αλλά μικρό πέτρινο σπίτι για να στεγάσει την οικογένειά του.

Φυσικά, δεν είχε ούτε τα απολύτως απαραίτητα, τα αυτονόητα για όλους εμάς σήμερα, όπως για παράδειγμα είναι το ηλεκτρικό ρεύμα.

«Ούτι φέξη (φωτιστικό μέσο) δεν είχαμαν τότι στ’ν αρχή… Ούτι λυχνάρι… Νύχτουνι… Έμπιναμαν μέσα κι κοιμάμασταν! Αλλά είχαμαν δ’λειές κι του βράδυ… Ανάβαμαν τ’ φουτιά κι όταν πέταγι τ’ φλόγα, έραβαμαν. Όταν λιγόστιβι η φουτιά, σύμπαγαμαν τα ξύλα (δηλ. τα μετακινούσαμε προς τη φωτιά), για να δούμι, να μπαλώσουμι κάνα ρούχου… Όταν πήραμαν κλιφτουφάναρου (φανάρι που χρησιμοποιούσαν για να εντοπίζουν μέσα στο σκοτάδι τους κλέφτες, ιδίως τους ζωοκλέφτες), άμα είχαμαν κάνα πουρτουκάλι, έπιρναμαν τ’ς φλούδις κι έρ’χναμαν τ’ σπιρτάδα στ’ φλόγα, για να φέξει πλειότιρου!»!

Παρεμπιπτόντως η ηλεκτροδότηση στην Κάτω Καλεντίνη έγινε πραγματικότητα το 1978, όταν η Αικατερίνη Κοσμά ήταν ήδη 68 ετών!


Πείνα και των γονέων!

Από τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή της και που βρίσκονται ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη της είναι η πείνα.

«Πείνα να ιδούν τα μάτια σου! Πείνα κι τουν γουνέουν! Πείναγαμαν ούλοι, μ’κροί, μιγάλοι…

Κριάσι; Χ’στού, Λαμπρή! (Χριστούγεννα, Πάσχα). Δεν έσφαζαμαν άλλη φουρά, τά ‘θιλαμαν για έχους τα πράματα (δηλ. τα γιδοπρόβατα τα ήθελαν για το γάλα τους, όχι για το κρέας τους)… Άμα έσφαζαμαν κάνα σφαχτό, έπριπι να του φάμι μονομερίς (σε μία μέρα, αφού δεν υπήρχαν τότε ψυγεία). Έτρουγαμαν ό,τι έβγανι του σπίτι: φασούλια, ριβίθια, φακή, πατάκις, κ’κιά… Τραχανά, πρέντζα (γαλακτοκομικό υποπροϊόν)… Λαχτάραγαμαν να βρούμι κάνα σ’κάμ’νου (μούρο), μιλίκουκα, κράνα κι βούρβουλα (μικροσκοπικά άγρια φρούτα, χαμηλής διατροφικής αξίας), μούρις (βατόμουρα)… Πασιμάδις, τσιουπέλις (αποξηραμένα σύκα), καρύδις…».


Μια κουταλιά λάδι σε μια κατσαρόλα φαγητό!

Η συνομιλήτριά μου με ταξιδεύει με μοναδικό τρόπο σ’ ένα παρελθόν που μόνο τρόμο προκαλεί...

«Δεν είχαμαν λάδι… Άμα ανιβάτ’ζαμαν (ζυμώναμε) του ψουμί, έπιρναμαν μία ιλιά κι τ’ν ήφιρναμαν γύρα στου τιψί για να μην κουλλήσει του ψουμί (δηλ. πολτοποιούσαν μια ελιά και αυτή χρησιμοποιούσαν για λιπαρή ουσία στο ταψί). Μία χ’λιαριά (κουταλιά) λάδι σι μία κατσαρόλα, για να φάν’ 13-15 νουμάτοι! Κι μπουρεί να ‘ταν κι κάνας μ’σαφίρ’ς… Τ’ αψυχάμαν του λάδι (το ξοδεύαμε με μέτρο), γιατί δεν ήταν… Πάινι ράμμα του λάδι (δηλ. έπεφτε απ’ το μπουκάλι τόσο λίγο, σαν να ήταν κλωστή). Μία-δυο ουκάδις (οκά: 1.282 γραμμάρια) του μήνα… Μι μία μπούγλα (μεταλλικό δοχείο) πο’ ‘πιρνι 3 ουκάδις, πιρνάγαμαν τρεις μήνις, τέσσιρις…»

Φυσικά, τίποτε δεν πήγαινε χαμένο, τίποτε δεν έμενε αναξιοποίητο, ούτε το χοιρινό λίπος. «Του γ’ρουνόξιγκου δεν του πέταγαμαν… Βράζαμαν του κριάσι, λιώναμαν του ξίγκι κι του βάναμαν σι λαήνις (πήλινα δοχεία), για τ’ς μ’σαφ’ραίους…».


Δεν είχε βγάλει ποτέ μερίδα δική της!

Το συγκινητικότερο και ταυτόχρονα συγκλονιστικότερο σημείο της συνέντευξης ήταν όταν η σεβάσμια γιαγιά μού είπε ότι δεν είχε βγάλει ποτέ μερίδα δική της, δεν είχε φάει σε πιάτο! Πάντα έτρωγε ό,τι περίσσευε στην κατσαρόλα.

Όπως μου είπε χαρακτηριστικά: «Δεν είχα βγάλει πουτέ θ’κιά μ’ μιρίδα! Έπριπι να χουρτάσουν τα πιδιά… Ό,τι έμ’νησκι στ’ν κατσαρόλα έτρουγα ιγώ… Κι τι να μείνει μι τόσα στόματα… Μην τα ρουτάς… Δεν έχουν μουλουημό αυτά π’ πέρασα… Τα βάσανά μ’ θα τα μουλουήσου κι τ’ Χάρου π’ θα μι πάρει…

Πού να χουρτάσουν τόσα στόματα… Μάζουνα τ’ν κατσαρόλα μι κανιά κουριά (δηλ. «καθάριζε» την κατσαρόλα με μια κόρα ψωμιού, κι αυτό ήταν το φαγητό της!)… Ήφιρνα τ’ν κουριά γύρα… Σαν κι ήταν λίγδα (λιπαρή ουσία) στ’ν κατσαρόλα… Τι να έτρουγις κι τι να χόρτινις…».

Παρ’ όλα αυτά, ευγνωμονεί τον Θεό: «Χίλιις δόξις να ‘χει ου Κύριους! Μιγάλουσα, γέρασα…».


Η πείνα της Κατοχής

Λόγω ιδιαίτερου ερευνητικού ενδιαφέροντος, φέρνω τη συζήτηση στα πολύ σκληρά χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.

«Μιγάλη η πείνα τότι μι τουν πόλιμου… Τι να φάμι… Άγρια γκόρτσα (άγρια αχλάδια, μικρού μεγέθους και με χαρακτηριστικά στυφή γεύση, ιδίως όταν είναι άγουρα). Τά ‘φκιαναμαν ξίδι… Τά ‘βαναμαν σ’ ένα αγγειό κι έβραζαν (δηλ. τα βάζαμε σ’ ένα δοχείο, όπου γινόταν η φυσική ζύμωση)… Γένουνταν γκουρτσόξιδου… Έτριβαμαν κ’λούρα καλαμπουκίσια, έκαναμαν τρίψα κι τ’ν έτρουγαμαν… Λούπινα ξιπικρισμένα… Βρίζα (σίκαλη)… Μέχρι κι βιλάνια (βελανίδια) είχι φάει τότι ου κόσμους!».

Άρρηκτα συνυφασμένη με την Κατοχή είναι και η περίοδος του Εμφυλίου, που ακολούθησε. Όταν ανακαλεί τα γεγονότα στη μνήμη της, το πρόσωπό της σκοτεινιάζει. Τη βλέπω να αποτυπώνονται στο πρόσωπό της ο τρόμος και η θλίψη γι’ αυτά που πέρασε… Για τους αδίστακτους αντάρτες, που απαιτούσαν απ’ το κάθε σπίτι μεγάλες ποσότητες τροφίμων, ασχέτως αν έτσι θα λιμοκτονούσαν τα μέλη της οικογένειας.

Θυμάται κάτι πολύ χαρακτηριστικό η συνομιλήτριά μου: Κάποτε είχαν πάει οι αντάρτες και ζήτησαν 20 οκάδες κρέας. «Δεν άκ’γαν τίπουτα οι αντάρτις! Ικειό π’ θα ‘λιγαν, θα γένουνταν! Αλίμουνου αν έλιγις “όχι”». Είπαν λοιπόν στον σύζυγό της να σφάξει μία κατσίκα, κάτι το οποίο έγινε αμέσως. Δυστυχώς, το σφάγιο ήταν 17 οκάδες. Όμως οι άσπλαχνοι αντάρτες ήθελαν οπωσδήποτε 20 οκάδες. Με δάκρυα στα μάτια, ο Νικόλαος και η σύζυγός του θερμοπαρακαλούσαν τους αντάρτες να αρκεστούν σ’ αυτή την ποσότητα και ν’ αφήσουν τα άλλα γίδια για να τρώνε γάλα τα παιδιά. «Αφήτι μας τ’ άλλα τα γίδια! Τι θα του κάμουμι τ’ άλλου του κριάσι; Θα πάει χαμένου!», έλεγαν. Ασυγκίνητοι όμως οι αντάρτες! Για να κάμψουν το ηθικό του ζευγαριού, τους έβαλαν να σφάξουν μια ολόκληρη κατσίκα… για να πάρουν την προϋπολογισμένη ποσότητα των 3 οκάδων!

Παρ’ όλα αυτά, τους συγχωρεί: «Έτσι ήταν τότι… Τόσου μυαλό είχαν κι αυτοίνοι… Τόσου τ’ς έκουβι… Θιος σχουρέσ’ τ’ς…»!


Η γυναίκα, φύλακας του σπιτιού

Τα δύσκολα εκείνα χρόνια, η γυναίκα δεν έφευγε ποτέ απ’ το σπίτι. «Ου άντρας πάινι κι φαντάρους… Ιμείς οι γ’ναίκις π’θινά! Η γ’ναίκα ήταν φύλακας στου σπίτι… Ούλη τ’ ζουή στου σπίτι μι τ’ς δ’λειές…».

Η Αικατερίνη Κοσμά, όπως μου είπε, περπατούσε ή ήταν όρθια κατά μέσο όρο 16 ώρες κάθε μέρα. Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ δουλειές: ζύμωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο στο ρέμα και στο ποτάμι, βόσκηση ζώων, άρμεγμα, πήξιμο τυριού, σκάλισμα, θέρισμα, πότισμα. Και το βράδυ πλέξιμο, ράψιμο…


Κάτω Καλεντίνη – Άρτα με τα πόδια!

Τα παλιά χρόνια, η μετακίνηση γινόταν είτε με τα υποζύγια (άλογα κυρίως, δευτερευόντως μουλάρια και γαϊδούρια). Αυτός ο κανόνας ίσχυε και στην περίπτωση της πρωταγωνίστριας του άρθρου.

Ο σύζυγός της, Νικόλαος, απεβίωσε το 1960, σε ηλικία 58 ετών. Πέθανε νέος, γιατί εργαζόταν πολύ σκληρά. Εκτός από τις σκληρές γεωργικές ασχολίες, δούλευε ως εργάτης, «με το σκαμπάνι», στον δρόμο που έγινε απ’ το (πασίγνωστο για τους ηλικιωμένους της περιοχής μας) «13» (δηλ. το 13ο χιλιόμετρο απ’ την Άρτα, στο ύψος του Πλατανορέματος) μέχρι το Δίστρατο.

Η Αικατερίνη δεν ξαναπαντρεύτηκε. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν εξίσου δύσκολα για τη λεβέντισσα χήρα με την πολυμελή οικογένεια.

Τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της πήγαιναν περπατώντας στην Άρτα, όπου κουβαλούσαν και πουλούσαν καυσόξυλα. «Τα πιδιά πούλαγαν ξύλα, για ν’ αγουράσουν τίπουτα για του σπίτι… Πιπέρι, αλάτι, κουβαρίστρις, ύφασμα για να φκιάσουμι π’κάμ’σα κι παντιλόνια… Ήταν κι τότι ούλα τα καλά στ’ν Άρτα, αλλά πού να βρεις λιπτά να τ’ αγουράσεις…».

«Μονομερίς στ’ν Άρτα! Κίναγαμαν του προυί, 4 η ώρα, έφιγγαμαν (ξημερώναμε) κατά τ’ς 6 στου Πλατανόριμα κι γύρναγαμαν πάλι του βράδυ. Νύχτουναμαν στου δρόμου… Ιγώ πάινα ζαλιγκουμένη (φορτωμένη) κι έρθουμαν πάλι ζαλιγκουμένη…».

Πριν από την κατασκευή της τεχνητής λίμνης του Πουρναρίου, η Κάτω Καλεντίνη απείχε από την Άρτα 20 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι του εν λόγω χωριού έφευγαν πριν ξημερώσει (αχάραγα, όπως έλεγαν), κατά τις τέσσερις η ώρα, οπότε γύρω στις 6 το πρωί βρίσκονταν στο κομβικό σημείο Πλατανόρεμα. Η περιοχή αυτή, που πλέον έχει καταβυθιστεί στη λίμνη, έχει και για εμένα μια ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, καθώς εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα μου, Γεωργία.

Αξίζει εν προκειμένω να αναφερθεί ότι η απόσταση από την Άρτα έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί (45 χιλιόμετρα), καθώς για να πάει κάποιος σήμερα στην Κάτω Καλεντίνη πρέπει να κάνει έναν ολόκληρο κύκλο. Μάλιστα το λεωφορείο του ΚΤΕΛ που πραγματοποιεί το τοπικό δρομολόγιο μία φορά την εβδομάδα, κάνει σχεδόν 2 ώρες για να φτάσει στην Άρτα, αφού περνάει και από πολλά άλλα χωριά.


Αεικίνητη και λιγόφαγη

Η γλυκύτατη γιαγιά Αικατερίνη δεν έφυγε ποτέ απ’ το χωριό. «Δεν έμπινα σι αμάξι, γιατί μ’ έπιανι πουλύ (με ζάλιζε)», όπως μου λέει χαρακτηριστικά.

Επίσης έτρωγε ελάχιστα όλα τα χρόνια, ακόμη και όταν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα. Προφανώς αυτή η λιγοφαγία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να ζήσει τόσα πολλά χρόνια, καθώς είναι σε όλους μας γνωστό ότι, ενώ τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι αρρώσταιναν απ’ την έλλειψη τροφής, σήμερα οι ασθένειες προέρχονται από την ακριβώς αντίθετη αιτία, δηλαδή την υπερκατανάλωση φαγητού.


«Έγειρι ου ήλιους ου θ’κός μ’…»

Συνομιλώντας –χωρίς υπερβολή– με την Ιστορία, ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν σχεδόν τρεις ώρες συνομιλώντας με τη γιαγιά Αικατερίνη.

Βγάζω με την άδειά της μερικές φωτογραφίες. Καθώς σηκώνομαι να φύγω, τη φιλάω και της εύχομαι «Να ζήσεις χίλια χρόνια!». Χαμογελάει και λέει με μια συγκλονιστική θυμοσοφία: «Έγειρι ου ήλιους ου θ’κός μ’ (έδυσε ο ήλιος μου)… Χίλιις δόξις να ‘χει ου Μιγαλουδύναμους!», το οποίο θυμίζει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα…», που είπε ο πρεσβύτης Συμεών όταν κράτησε στην αγκαλιά του τον νεογέννητο Χριστό!


Η μετάβαση στην αιωνιότητα

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τη συνέντευξη αυτή.

Την Τετάρτη 16 Μαΐου 2018 η ηρωίδα Αικατερίνη Κοσμά, η Νικόλαινα του Κοσμά, σε ηλικία 109 ετών, αναχώρησε ήσυχα για το μεγάλο ταξίδι στην αιωνιότητα…

Βαθύτατα συγκινημένος ύστερα από λίγες μέρες επισκέφτηκα τον Γιώργο Κοσμά και τη σύζυγό του, για να τους εκφράσω τα θερμότατα συλλυπητήριά μου για τον θάνατο της μητέρας τους.

Θυμηθήκαμε βουρκωμένοι τα όσα είπαμε σ’ εκείνη τη συνέντευξη και τα οποία σήμερα σας μεταφέρω μέσα από τις φιλόξενες σελίδες του «Μαχητή».

Συγκρίναμε τα όσα μας έλεγε η εκλιπούσα με το τι συμβαίνει σήμερα… Που οι σημερινοί νέοι, ηττοπαθείς και παραιτημένοι απ’ τη ζωή, γκρινιάζουν διαρκώς για τα πάντα στις καφετέριες, έχοντας ως μόνιμη συντροφιά το κινητό, αλλά και τα αντικαταθλιπτικά στην τσέπη… Που οι γυναίκες θεωρούν κούραση το «να βάλουν ένα πλυντήριο» ή να μαγειρέψουν… Που τα ζευγάρια χωρίζουν για μια κουβέντα… Που πολλοί γονείς κουράζονται να μεγαλώσουν ένα παιδί… Που οι περισσότεροι γονατίζουν μπροστά σε καταστάσεις, δύσκολες μεν, αλλά αστείες για τα δεδομένα των «παλιακών» ανθρώπων… Αυτών που μας σήκωσαν στους ώμους τους για να δούμε και να πάμε πιο μακριά…

Με βαριά καρδιά έφυγα απ’ το σπίτι το Κοσμέικο. Η εικόνα της γλυκύτατης γιαγιάς μένει ανεξίτηλη στη μνήμη μου.

Φεύγοντας σταμάτησα στον ενοριακό ναό του χωριού. Η εκκλησία ήταν κλειδωμένη. Δίπλα, το νεκροταφείο. Σταμάτησα για να αποτίσω φόρο τιμής σε μια μεγάλη ηρωίδα της εποχής μας. Με δάκρυα στα μάτια κοιτάζω τον φρεσκοσκαμμένο τάφο όπου αναπαύεται όχι μόνο η πλέον ηλικιωμένη χρονομάρτυρας με την οποία συνομίλησα, αλλά και η Ηπειρώτισσα λεβεντομάνα, που με τη ζωή της και το ήθος της μάς δίδαξε όλους μας τόσα πολλά!

Αιωνία η μνήμη της! Να ζήσουμε, να τη θυμόμαστε και να μας εμπνέει ο ηρωισμός της!


*Ο Βασίλης Μαλισιόβας είναι φιλόλογος-θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων. Ασχολείται συστηματικά με την καταγραφή των γλωσσικών ιδιωμάτων της Ηπείρου, με στόχο την έκδοση λεξικού.

Σε ό,τι αφορά τον ευρωπαϊκό νόμο περί προσωπικών δεδομένων (GDPR), η συνέντευξη ελήφθη με την απόλυτη συναίνεση της εκλιπούσας, η δε δημοσίευσή της έγινε με την άδεια και προτροπή του γιου της, Γιώργου. Υλικό από τη συνέντευξη (χωρίς αναφορά σε όνομα) θα αξιοποιηθεί στο υπό συγγραφή Ηπειρώτικο Λεξικό.

vasilis.malisiovas@gmail.com

img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ