Αναρτήθηκε στις:12-01-18 12:00

Συνέντευξη του Θεόδωρου Μπενάκη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ανήκω όμως στο 70% του αναγνωστικού κοινού που παγκοσμίως γοητεύεται και έλκεται από την αστυνομική λογοτεχνία


Ο Θεόδωρος Μπενάκης γεννήθηκε το 1959. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1983. Υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας ‘Καθημερινή’ και των περιοδικών ‘Τετράδια’, ‘Εποπτεία’ και ‘Τέταρτο’, αρχισυντάκτης του περιοδικού ‘Διεθνής Επιθεώρηση’ και εκδότης για 15 χρόνια εβδομαδιαίων εφημερίδων στα πολωνικά, ρωσικά και αλβανικά. Το μυθιστόρημα Το Λάθος βήμα του τραπεζίτη είναι το πρώτο του λογοτεχνικό έργο. Άλλα έργα του: Η άλλη όψη του ελληνικού εργατικού κινήματος (1918-30), 1983 & Κούριερ Εκδοτική, 2003, Κρίση στα Βαλκάνια, Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1993, Συζητώντας για την Αλβανία (μαζί με τον Ραμίζ Αλία), Κούριερ Εκδοτική, 2000 και Δημήτρης Γιωτόπουλος, από τον επαναστατικό στον φιλελεύθερο σοσιαλισμό, Κούριερ Εκδοτική, 2003.

ΕΡ. Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
ΑΠ. Άρχισα να διαβάζω στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στο δημοτικό. Μεγάλωσα μέσα σε ένα βιβλιόφιλο περιβάλλον το οποίο ταυτόχρονα ήταν και Αριστερό. Κατά συνέπεια, τα πρώτα βιβλία που μου δόθηκαν από τους γονείς μου ήταν των Μενέλαου Λουντέμη, Νίκου Καζαντζάκη και Γιάννη Μαγκλή. Δεν θυμάμαι με πιο είχα αρχίσει αλλά αισθάνομαι ακόμα την συγκίνηση που ένοιωσα όταν διάβασα την «Οδό Αβύσσου αρ. 0» του Λουντέμη. Στο σπίτι υπήρχαν ακόμα τα έργα των Τολστόϊ και Ντοστογέφσκι. Ο πατέρας μου, μου έλεγε πάντα ότι η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων εμπλουτίζει την γλώσσα και με παρακινούσε συνεχώς να διαβάζω. Σύντομα όμως με γοήτευσε η πολιτική φιλολογία και στράφηκα προς άλλους συγγραφείς.

ΕΡ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
ΑΠ. Θα πρέπει οι πρώτες μου προσπάθειες να γράψω να ξεκίνησαν στην Ε ή Στ’ δημοτικού. Πάντως από τα 15 χρόνια μου, όταν αμέσως μετά το Πολυτεχνείο ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας είχε τραβηχτεί στις επαναστατικές οργανώσεις, άρχισα να γράφω συστηματικά άρθρα για πολιτικά δελτία και περιοδικά. Χαμογελάω όταν τα ξαναδιαβάζω αλλά δεν μπορώ να μην διακρίνω την ειλικρίνεια και τον πόθο για δικαιοσύνη που τα διαπερνά. Το πρώτο μου βιβλίο πάντως το έγραψα το 1983 και ήταν μια μελέτη για την κρίση του ελληνικού αριστερού κινήματος την περίοδο 1918-1930.

ΕΡ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «Το λάθος βήμα του τραπεζίτη», εκδόσεις Στοχαστής;
ΑΠ. Το 2013 έγραψα τέσσερεις νουβέλες αστυνομικού περιεχομένου. Τις έδειξα στους φίλους μου Δάφνη Ανδρέου και Λουκά Αξελό και αυτοί με έπεισαν ότι έπρεπε να τις δουλέψω περισσότερο και να τις μετατρέψω σε μυθιστορήματα. Το πρώτο από αυτά είναι η ιστορία του τραπεζίτη και της κατάχρησης στην Τράπεζα Πελοποννήσου.

ΕΡ. Το μυθιστόρημά σας αρχίζει με την ανακάλυψη ενός τραπεζικού σκανδάλου. Η υπόθεσή σας αναφέρεται στην εποχή του 1938. Μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο τη σημερινή εποχή;
ΑΠ. Μπορεί η τεχνολογία να έχει προχωρήσει αλλά καταχρήσεις, κλοπές και απάτες γίνονται και τώρα όπως πάντα. Αν διαβάσουμε τα πραγματικά εγκλήματα που έχουν γίνει τα τελευταία 60-70 χρόνια θα παρατηρήσουμε ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ‘μυθιστορηματική’ από την λογοτεχνία.

ΕΡ. Μου έκανε εντύπωση ότι ο διευθυντής της τράπεζας ήταν σπάταλος και γυναικάς. Πώς όμως το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, ανεχόταν ένα τέτοιο πρόσωπο σε μια υψηλή θέση;
ΑΠ. Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση όταν συναντάμε υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών με ροπή στα γλέντια και τις γυναίκες. Το καθεστώς Μεταξά δεν ήταν ιδιαίτερα σταθερό και σε καμία περίπτωση δεν ήταν ολοκληρωτικό στο βαθμό που ήταν η Φασιστική Ιταλία και ιδιαίτερα η Ναζιστική Γερμανία. Θέλω να πω ότι δεν έλεγχε τα πάντα. Όπως επίσης και ότι αυτά τα οποία διακήρυσσε περί ηθικής δεν είχαν εφαρμογή στους δικούς του κύκλους. Η περίπτωση του διευθυντή της τράπεζας δεν πρέπει να μας ξενίζει. Μπορεί το καθεστώς να είχε απαγορέψει την δημοσιοποίηση των εγκλημάτων αλλά εγκλήματα κάθε είδους γίνονταν πολλά και στην διάρκεια της 4ης Αυγούστου.

ΕΡ. Ο διευθυντής λοιπόν, Χαράλαμπος Πολυζωγόπουλος, εξαφανίζεται αφού καταχραστεί τα χρήματα. Οι υποψίες στρέφονται στον ιδιαίτερό του ο οποίος απολύεται από την τράπεζα και εξορίζεται σε ένα νησί. Ακόμη όμως και αυτή εξορία στηρίζεται σε γνωριμίες που είχε ο ίδιος. Κατά πόσο τότε η αστική τάξη είχε τη δύναμη να παρεμβαίνει στην πολιτική και να αλλάζει τις αποφάσεις;
ΑΠ. Ο Μεταξάς προερχόταν από μια σχετικά εύπορη οικογένεια. Δεν ανήκε στους ευγενείς Μεταξάδες αλλά πάντως έκανε καλές σπουδές και ήταν ένας από τους πιο μορφωμένους πολιτικούς του μεσοπολέμου. Αισθανόταν δέος απέναντι στους αριστοκράτες, τους πλούσιους και τους πετυχημένους. Είναι γνωστή η επιρροή που ασκούσε επάνω του η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη. Άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα στον δικτάτορα δημιούργησαν τεράστιες περιουσίες ενώ άλλοι που είχαν πρόσβαση σε αυτόν γλύτωσαν από τα βάσανα της εξορίας. Η περίπτωση ενός στενού του συνεργάτη, του Ιωάννη Διάκου, είναι χαρακτηριστική. Ο Διάκος «πιάστηκε» στο τελωνείο της Αλεξάνδρειας, στις 2 Μαΐου του 1941, να μεταφέρει στις αποσκευές του μεταξύ άλλων, 805 χρυσές λίρες Τουρκίας, 147 χρυσά γαλλικά εικοσόφραγκα, 686 χρυσές λίρες, ράβδους χρυσού και μερικές χιλιάδες δολάρια.

ΕΡ. Το βιβλίο σας με καθήλωσε και το διάβασα απνευστί. Ποια είναι η τεχνική να γοητεύει ο συγγραφέας τον αναγνώστη;
ΑΠ. Σας ευχαριστώ για τα λόγια σας. Ξέρετε ότι μιλάμε ακόμα για το πρώτο μου βιβλίο. Ας το αφήσουμε να κάνει την διαδρομή του για να δούμε αν ανταποκρίνεται στην ερώτησή σας. Θα ήθελα να σας απαντήσω λέγοντάς σας αυτό που εγώ ζητώ από ένα μυθιστόρημα που ξεκινώ να διαβάσω. Θέλω να είναι άμεσο, να μην ξεφεύγει από το θέμα με αναφορές άσχετες, που σκοπό έχουν να αυξάνουν τις σελίδες, αλλά που εμένα με κουράζουν. Όταν έγραφα τον τραπεζίτη και το λάθος βήμα του είχα συνεχώς στο μυαλό μου εικόνες από τα διάφορα κεφάλαια, από τις διάφορες ‘σκηνές’. Προσπάθησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που να μην κουράσει αλλά σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να ικανοποιήσει τον αναγνώστη.

ΕΡ. Διαβάζετε μυθιστορήματα και τι είδους;
ΑΠ. Χωρίζω την ημέρα μου σε δυο μέρη. Το πρωί διαβάζω άρθρα, μελέτες ή βιβλία που έχουν άμεση σχέση με το αντικείμενο της δουλειάς μου, δηλαδή την διεθνή πολιτική. Το βράδυ διαβάζω συστηματικά λογοτεχνία, πάντως όχι πάντα αστυνομικά. Ανήκω όμως στο 70% του αναγνωστικού κοινού που παγκοσμίως γοητεύεται και έλκεται από την αστυνομική λογοτεχνία. Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να μελετά το βιβλίο. Παρατηρώ με προσοχή τον τρόπο που ο συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα του. Τα τελευταία χρόνια έχω εντυπωσιαστεί από τα άλματα που έχει κάνει η αστυνομική λογοτεχνία σε Αφρική και Ασία. Εκεί, οι συγγραφείς συνδυάζουν την εξιχνίαση ενός εγκλήματος με την παρουσίαση πτυχών της κουλτούρας του τόπου τους. Κάτι που με γοητεύει και με συναρπάζει.

ΕΡ. Αν και είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα μοιάζει σαν να γνωρίζετε καλά τα μυστικά της γραφής. Θα υπάρχει και συνέχεια;
ΑΠ. Όπως σας είπα, το 2013 έγραψα άλλες τρεις νουβέλες. Η δεύτερη, η οποία έχει ως θέμα της ένα έγκλημα που έγινε σε μια συναγωγή της Θεσσαλονίκης το 1913, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί ως μυθιστόρημα. Ελπίζω ότι και οι άλλες δυο θα πάρουν την σειρά τους.

ΕΡ. Έχετε εκδώσει και άλλα βιβλία. Από αυτά βλέπουμε ότι αγαπάτε την ιστορία. Για ποιο λόγο;
ΑΠ. Στα εφηβικά μου χρόνια βρέθηκα σε κύκλους της επαναστατικής αριστεράς. Εκεί, γνώρισα ανθρώπους που έρχονταν από μια άλλη εποχή και έφερναν μαζί τους πολύτιμες αναμνήσεις. Θυμάμαι ότι και στα μαθητικά αλλά και στα φοιτητικά μου χρόνια, γοητευόμουν πάντοτε από τις συζητήσεις με τον Άγι Στίνα, τον Γιάννη Θεοδωράτο (Μαστρογιάννη), τον Λουκά Καρλιάφτη, τον Κώστα Αναστασιάδη, τον Χρίστο Αναστασιάδη, ανθρώπους γεννημένους στην αυγή του 20ου αιώνα. Νομίζω ότι η γνωριμία αυτή μαζί τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ενδιαφέρον που σταδιακά απέκτησα για την ιστορία. Σπούδασα πολιτικές επιστήμες και ακολούθησα την κατεύθυνση της πολιτικής ιστορίας. Και στάθηκα τυχερός. Γιατί εκτός των ανθρώπων που χάραξαν τα εφηβικά μου χρόνια, ως φοιτητής, είχα την τύχη να έχω δασκάλους μεγάλους διανοούμενους με σοβαρό επιστημονικό έργο όπως τον VittorIvo Comparato στην ιστορία των πολιτικών θεσμών, τον Paolo Alatri στην πολιτική ιστορία και τον Armando Pitassio στην ιστορία της Ανατολική Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

ΕΡ. Πώς συνδυάζετε το να είσαστε δημοσιογράφος και συγγραφέας;
ΑΠ. Μα δεν βλέπω κάτι που να το εμποδίζει. Βέβαια είναι δύσκολο να μεταφερθείς από τον ένα τρόπο γραφής στον άλλον. Ως δημοσιογράφος, μαθαίνεις να γράφεις συμπυκνωμένα και πολλές φορές χωρίς βάθος για να μεταδώσεις άμεσα μια είδηση. Ως συγγραφέας, ως ιστορικός για παράδειγμα, θα πρέπει να δώσεις βάρος στις πηγές σου, να αναλύσεις τεκμήρια και να τα αναπτύξεις. Ο ίδιος δεν εργάστηκα ποτέ ως ρεπόρτερ αλλά ασχολήθηκα περισσότερο με αυτό που θα ονομάζαμε academic journalism. Νομίζω πάντως ότι κάθε δημοσιογράφος έχει μέσα του τον συγγραφέα και εάν του παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία τον αναδεικνύει.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ