Αναρτήθηκε στις:07-04-21 12:59

Γ. Στουρνάρας: Να στηριχθούν εργαζόμενοι και βιώσιμες επιχειρήσεις


Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ενός μεγάλου αριθμού πτωχεύσεων μη βιώσιμων επιχειρήσεων θα βρεθεί η ελληνική οικονομία την επαύριο της κρίσης, προειδοποίησε χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, στην έκθεσή του για το 2020, σημειώνοντας ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα δίχτυ προστασίας για τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις αυτές.

Ο κ. Στουρνάρας τόνισε την ανάγκη διατήρησης «της επιλεκτικής οικονομικής στήριξης προς εκείνους τους κλάδους παραγωγής και εκείνες τις ομάδες εργαζομένων που επλήγησαν βαρύτερα», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η στήριξη και προς τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις. Αυτή, άλλωστε, είναι η γενική κατεύθυνση στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την έκθεσή του, τα μέτρα στήριξης είναι πιθανό να διατήρησαν στη ζωή επιχειρήσεις που δεν είχαν κερδοφορία και κανονικά θα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους.

«Το ενδεχόμενο πτώχευσης μεγάλου αριθμού οριστικά μη βιώσιμων επιχειρήσεων ενέχει σημαντικούς πιστωτικούς κινδύνους (νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια) και δημοσιονομικούς κινδύνους (καταπτώσεις εγγυήσεων, οριστική διαγραφή χρεών προς το Δημόσιο, εισοδηματική στήριξη στους απολυόμενους εργαζομένους), οι οποίοι επηρεάζουν αρνητικά τον χρηματοπιστωτικό τομέα και επιβραδύνουν την επιστροφή στη δημοσιονομική ισορροπία», σημείωσε ο κεντρικός τραπεζίτης στην ομιλία του.

Επίσης, η έκθεση βλέπει κατάργηση πολλών θέσεων εργασίας, κυρίως σε υπηρεσίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα και σε κλάδους έντασης εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης. «Αναπόφευκτα, οι πτωχεύσεις, η αύξηση της ανεργίας και η μείωση του προσωπικού εισοδήματος θα οδηγήσουν σε αύξηση του ιδιωτικού χρέους και νέα αύξηση του ήδη μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων», προσθέτει.

Κατά τον κ. Στουρνάρα, το στοίχημα για να αντιμετωπιστούν τα παραπάνω προβλήματα είναι η καταγραφή υψηλών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ. Η κεντρική τράπεζα είναι σχετικά αισιόδοξη για το 2021, επιμένοντας στην πρόβλεψή της για ρυθμό ανάπτυξης 4,2%, υψηλότερα από την πρόβλεψη της Κομισιόν για 3,5%. Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι η πρόβλεψη αυτή εμπεριέχει αβεβαιότητα, εξαιτίας των κινδύνων που συνδέονται με την εξέλιξη της πανδημίας, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

Η ταχύτητα με την οποία θα ανακάμψει η οικονομία, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, εξαρτάται από 3 βασικούς παράγοντες: 1. Την επιτάχυνση των εμβολιασμών σε εθνικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. 2. Τη διατήρηση σε εφαρμογή, μέχρι να εδραιωθεί η ανάκαμψη, των δημοσιονομικών παρεμβάσεων και των έκτακτων μέτρων από τις τράπεζες, στοχευμένων σε κατηγορίες εργαζομένων και παραγωγικούς κλάδους που επλήγησαν βαρύτερα, αλλά παραμένουν υγιείς. 3. Την ταχύτητα ενεργοποίησης του εθνικού σχεδίου ανάκαμψης.

Στο δημοσιονομικό αποτύπωμα της πανδημίας, η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2020 στο 7% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος στο 205% του ΑΕΠ. Το 2021 εκτιμάται ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 5,3% του ΑΕΠ.

Οι δύο προκλήσεις για την ελληνική οικονομία την επόμενη μέρα είναι, σύμφωνα με τον κεντρικό τραπεζίτη: 1. Η επίσπευση του ολικού μετασχηματισμού της με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας. 2. Η ταυτόχρονη και ολική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων.

Αναφερόμενος στο διεθνές περιβάλλον, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι εκτός από την αύξηση των πτωχεύσεων και της ανεργίας, προβλέπεται αύξηση της φτώχειας και διευρυνόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, τόσο μεταξύ των χωρών όσο και μεταξύ νοικοκυριών εντός των χωρών. Επιπλέον, το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος αναμένεται να διογκωθούν.

Ο κ. Στουρνάρας τάχθηκε υπέρ μιας μόνιμης δυνατότητας κοινής δημοσιονομικής στήριξης στην Ε.Ε., όπως μια κοινή έκδοση ομολόγων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Επίσης, τάχθηκε υπέρ της μεταρρύθμισης του συμφώνου σταθερότητας στην κατεύθυνση της απλοποίησης και της ενίσχυσης αντικυκλικών πολιτικών.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ