Αναρτήθηκε στις:24-03-21 12:33

Η νεοελληνική φιλολογία και η Επανάσταση του 1821


Γράφει ο Νικόλαος Αλ. Στούμπος


Από τη Βυζαντινή εποχή εξελίσσεται στην Ελλάδα η προφορική φιλολογία, η οποία περιλαμβάνει συνήθη είδη: Μύθους, παροιμίες, κυρίως συναξάρια και άσματα, στα οποία σημαντική είναι η ποιότητα του περιεχομένου τους και η γλώσσα. Κατά το χρόνο που ο Ελληνισμός θα χάσει για τέσσερις αιώνες την ίδια την πολιτική του ύπαρξη, θα διασπαρεί από τις μαζικές μετακινήσεις του πληθυσμού και τη μετανάστευση και θα περιοριστεί στη γλώσσα του και στη θρησκεία του. Αυτή η προφορική φιλολογία, που εκφράζεται με τη ζωντανή γλώσσα, θα αποτελέσει ένα πλούσιο και αυθεντικό υπόβαθρο και ένα από τα στοιχεία του, η ποίηση, θα κατακτήσει την οργανωμένη σκέψη, την καθαρή ελληνική λογική. Η «λόγια» φιλολογία θα διατηρήσει το δεσμό με την αρχαιότητα και ταυτόχρονα θα ασχοληθεί όχι μόνο με τα ήθη και τα έθιμα, αλλά θα φθάσει έως τις ιεροτελεστίες και τους μύθους. Ένας από τους λόγους που η προφορική φιλολογία είχε δύναμη και ορμή ήταν ακριβώς ο στενός δεσμός της με τη «λόγια» φιλολογία, η οποία ποτέ δεν έπαυσε να υπάρχει.

Εν τούτοις, στη βενετοκρατούμενη Κρήτη αναπτυσσόταν από το 14ο έως το 17ο αιώνα μια φιλολογική παραγωγή πολύ υψηλής ποιότητας, εμπνευσμένη από ιταλικά πρότυπα, χωρίς να χάνει τον εθνικό της χαρακτήρα, χάριν του προφορικού λόγου και της προφορικής λογοτεχνίας που ακόμη δεν είχε καταγραφεί. Οι ποιητές και οι θεατρογράφοι της Κρήτης είχαν την καλή έμπνευση να δώσουν όχι μόνο ένδυμα αλλά και πνοή ζώσα στα δημιουργήματά της, χρησιμοποιώντας το γνήσιο κρητικό ιδίωμα που ήταν πολύ κοντά στο πελοποννησιακό και επτανησιακό. Σώθηκε έτσι από τη στεγνότητα της μίμησης, αντιπροσωπεύοντας την εθνική ψυχή (Γ. Χορτάτζης, δημιουργός της Τραγωδίας, η Ερωφίλη και Βιτσέντζος Κορνάρος, δημιουργός του Μυθιστορήματος, ο Ερωτόκριτος, σε στίχους κ.λ.π.).

Αλλά ο ελληνικός λαός αγωνιζόταν ήδη για την ανεξαρτησία του και η υφιστάμενη πνευματική κατάσταση του Γένους δεν ήταν επαρκής για το μελλοντικό νεοελληνικό κράτος. Το κέντρο βάρους μεταπίπτει από την ποίηση στην σκέψη και στα πολιτικά σχέδια. Στην πορεία του 18ου αιώνα και υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, οι λόγοι ενδιαφέρονται για την εκπαίδευση των Ελλήνων και στοχάζονται για τον Ελληνισμό και τους δεσμούς του με την αρχαιότητα, για το ιδανικό πολιτικό σύστημα, για τα προβλήματα της γλώσσας. Τρεις μορφές διακρίνονται και επιβάλλονται: Πρώτος είναι ο ιεροκήρυκας και ιδρυτής σχολείων, Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος βέβαια δεν υπήρξε καθ’ αυτό λογοτέχνης. Υπήρξε όμως ομιλητής γόης και πιστός με σπάνια δραστηριότητα. Κατά τις περιοδείες του σ’ όλο τον Ελλαδικό χώρο, κήρυττε το φως, αντιτασσόταν στην κακία συναρπάζοντας τα πλήθη. Ο ίδιος έλεγε ότι «αγρίωσε το Γένος μας από την αμάθεια και γίναμε σα θηρία». Θεωρούσε τη μόρφωση απαραίτητη προϋπόθεση και αρραγές θεμέλιο για την απόκτηση και την εδραίωση της Εθνικής μας Ελευθερίας. Παντού πρόσφερε γνώση, μόρφωση, Ελληνισμό και πάνω απ’ όλα πίστη για την οποία διψούσε ο λαός. Δεύτερος είναι ο Ρήγας ο Βελεστινλής, ο οποίος υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της ελευθερίας. Νέος ακόμη επιδόθηκε στη συγγραφή έργων εθνοπλαστικού περιεχομένου, όπως τόσοι άλλοι λόγιοι της εποχής, για την πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους και την καλλιέργεια της ιδέας του Αγώνα για την ελευθερία και την πολιτική αναγέννησή του. Διευρύνοντας το πλαίσιο των απελευθερωτικών αγώνων οραματίστηκε την εξέγερση των Ελλήνων και όλων των συνυπόδουλων λαών για την αποτίναξη του δυσβάστακτου οθωμανικού ζυγού. Ο Θούριός του αντιλάλησε παντού, συγκλόνισε τους απανταχού Έλληνες και θέριεψε τη λαχτάρα για την ελευθερία, γιατί ο ίδιος ήθελε να ενθουσιάσει, να διδάξει, να καθοδηγήσει. Ο Ρήγας ο Βελεστινλής έγινε και παραμένει ένα σύμβολο, ένας ήρωας που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για εθνικά και πανανθρώπινα ιδανικά. Οι τελευταίες του λέξεις, πριν από το μαρτυρικό του θάνατο, φαίνεται ότι δεν είναι ποίηση, αλλά είναι: «Ήλιε, είσαι η καμαρτυριά πως το αίμα μου για την πατρίδα χύνω». Τρίτος είναι ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του νεότερου Ελληνισμού, ο κορυφαίος διδάσκαλος του Γένους και προφήτης του νεοελληνικού φωτισμού. Ο Αδ. Κοραής είχε σαφείς στόχους, όπως η αναίρεση όσων άδικα είχαν διατυπωθεί από ευρωπαϊκούς κύκλους εναντίον των Ελλήνων, αλλά περισσότερο ήθελε να διεκδικήσει τη θέση του Ελληνισμού στο φυσικό του χώρο. «Το Δράξασθε Παιδείας» του Πλουτάρχου θα γίνει και το δικό του μήνυμα προς τους Πανέλληνες. Για το λόγο αυτό εργάστηκε υπεράνθρωπα για την αποκατάσταση του Γένους και όρισε ως βασική προϋπόθεση την Παιδεία για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και την οριστική διασφάλιση της Ελευθερίας. Έτσι, θεμελίωσε τις κλασικές σπουδές, απλοποίησε τη γλώσσα και προέβη στην έκδοση αρχαία Ελλήνων συγγραφέων, έγραψε μαχητικά φυλλάδια και επιστολές προς Έλληνες πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, με νουθεσίες για αποτελεσματική διοίκηση και αποφυγή εμφυλίου σπαραγμού. Έγραψε ακόμη επιστολές προς ξένους ηγέτες και εξέχοντες Φιλέλληνες, με στόχο να δικαιωθεί ο Αγώνας των Ελλήνων και να ενισχυθεί το μαχόμενο Έθνος. Η άνεση με την οποία εκφράζεται στις επιστολές του, ο πατριωτισμός του, τα ανθρώπινα συναισθήματα καθιστούν την αλληλογραφία του απαράμιλλο λογοτεχνικό μνημείο.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, η προετοιμασία της και η διάρκειά της, ανέδειξε προσωπικότητες πρώτου επιπέδου. Ο Ανδρέας Κάλβος υπήρξε δημιουργός 20 ωρών υψηλόφρονων και μεγαλόπνοων με επιβλητικές εικόνες και με πλούσια εκφραστικά μέσα. Την ιδέα της πατρίδας τη συνέλαβε κάτω από το πρίσμα της μεγαλειώδους της συνέχειας, την οποία πρόβαλε με όλη την υπερηφάνεια ως κάτι το άφθαρτο και ασυμβίβαστο. Η Ελλάδα δεν υποκύπτει, στην ενότητά της θριαμβεύει. Όταν τελείωσε η Επανάσταση και η ποιητική του αποστολή έληξε, το Έθνος είχε λάβει συνείδηση του εαυτού του και μπορούσε τώρα να συνεχίσει όχι μόνο με τα ενθυμήματα της αρχαίας δόξας, τους Μαραθώνες και τις Σαλαμίνες, αλλά και με καινούρια τρόπαια του Μοριά, της Ηπείρου, των Νησιών. Η αρετή δεν είναι πια πρόβλημα πολιτικής ελευθερίας, είναι υπόθεση της αγωγής και σ’ αυτή συνιστά να προσέξουμε. Ο Διονύσιος Σολωμός, δημιουργός του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», με την αστραπηβόλο έμπνευση, άφησε μια σειρά από σχεδιάσματα στην γνήσια λαϊκή γλώσσα, που μαρτυρούν τη μεγαλοφυΐα του. Η Ελληνική Επανάσταση άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίησή του. Αντιλήφθηκε τη σημασία της αφύπνισης των ηθικών και ηρωικών δυνάμεων του Έθνους και έδωσε το παρόν εκ μέρους της διανόησης και της τέχνης στη φωνή της χειμαζόμενης πατρίδας. Οι λέξεις του είναι βιώματα ζωής και ήθους. Συνδυάζει το ελληνικό και το χριστιανικό στοιχείο απ’ όπου βγαίνει ένα αίσθημα αληθινό, αγνό από τα βάθη του ανθρώπινου πόνου και της ανθρώπινης λαχτάρας για Θεό και ελευθερία. Ο ίδιος ο ποιητής δεν είναι μόνος, ζει το χθες, το χθες, το αύριο. Με τον «Ύμνος του εις την Ελευθερίαν» ανύψωσε την ελευθερία στα όρια της πραγματικής τέχνης, με την αρμονική συνένωση του εθνικού, του αληθινού και του ωραίου. Η ποίησή του γενικά αποτελεί την αρτιότερη σύνθεση της ελληνικής ψυχής, των ελληνικών ιδεωδών, της εθνικής παράδοσης από την κλασική εποχή μέχρι χθες. Τέλος ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, στρατηγός και πολιτικός, άφησε τα Απομνημονεύματά του που είναι μνημείο της Ελληνικής γλώσσας και αριστούργημα της λαϊκής σκέψης.

Η Ελλάδα ως γενική έννοια παραπέμπει στον αρχαίο πολιτισμό. Σ’ αυτή τη βαριά κληρονομιά στηρίζεται η πίστη στην αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι χθες. αυτή η αμετακίνητη πίστη αποτέλεσε το κεντρικό στοιχείο της ζύμωσης που οδήγησε στον πόλεμο της ανεξαρτησίας, απ’ όπου αναδύθηκε το σύγχρονο Ελληνικό Έθνος. Ωστόσο, καμιά φιλοδοξία δεν πραγματοποιείται πλήρως στον κόσμο αυτό. κανένας παράδεισος δεν γίνεται επίγειος στην εποχή που είμαστε. Όλες οι μεγάλες κατακτήσεις είναι λίγο πολύ το τίμημα της τόλμης, την οποία υιοθέτησαν στο ακέραιο οι πολυδύναμοι αγωνιστές του 1821, με τα ανεπανάληπτα κατορθώματά τους, δικαιώνοντας τον κορυφαίο μας ποιητή, Ανδρέα Κάλβο, ο οποίος μέσα από τις Ωδές του θα ψάλλει τον παιάνα της νίκης και μ’ αυτές θα καταδικάσει τον δυνάστη: «Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία». Στους ήρωες που μας απελευθέρωσαν δεν ισώθη το αγαθό και το νοσηρό, ουδέποτε η αμφιβολία κατέλαβε το χώρο της βεβαιότητας, ουδέποτε η πνευματική κόπωση και η εξάντλησή τους επέβαλε να προτάξουν τον εαυτό τους αντί του συνόλου.

Συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την κήρυξη της Μεγάλης Επανάστασης του 1821. Ίσως, νομίζουμε απλά ότι πέρασαν τα 200 χρόνια. Εμείς περάσαμε και θα έλθουν μετά από λίγο άλλοι. Ο χρόνος μένει αμετακίνητος. Αλλά ακριβώς αυτοί που περνούν και αυτοί που πέρασαν διέπουν τη δική μας μοίρα και καθορίζουν το δικό μας δρόμο. Συνεπώς υπό την έννοια της παράδοσης και του έθνους μας είναι παρόντες, ζουν και προστάζουν οι χρόνοι εκείνοι οι μεγάλοι.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ