Αναρτήθηκε στις:15-09-20 11:30

Σίγησε η φλογέρα του τελευταίου βαλμά της Πίνδου…


Ζήσης Βήτος (1934 – 2020)



Το περασμένο Σάββατο μού έστειλε ένα μήνυμα ο αδελφικός μου φίλος Θανάσης Βήτος. Οι λέξεις έκοβαν σαν ξυράφι: «Πριν από λίγο απεβίωσε ο πατέρας μου…». Του τηλεφώνησα αμέσως και του εξέφρασα συγκινημένος τα βαθύτατα συλλυπητήριά μου, λέγοντάς του ταυτόχρονα ότι για τον εκλιπόντα θα έπρεπε να γραφεί ολόκληρο βιβλίο.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχα επισκεφτεί για πρώτη φορά το Σπήλαιο Γρεβενών, σε δημοσιογραφική αποστολή, για να καταγράψω έναν παραδοσιακό βαλμά, δηλ. βοσκό αλόγων. Επρόκειτο για τον πατέρα του Θανάση, τον ήδη αείμνηστο μπαρμπα-Ζήση.

Ήταν τέτοια εποχή, αρχές φθινοπώρου. Απόγευμα. Ο καιρός γλυκός, η Πίνδος στα καλύτερά της! Το φύλλωμα των δέντρων είχε αρχίσει να αλλάζει χρώμα, τα πάντα καλυμμένα από βλάστηση, οι οξυκόρυφοι βράχοι έμοιαζαν ακόμη πιο εντυπωσιακοί με το απογευματινό φως.

Με είχαν προϊδεάσει ότι θα δω κάτι πολύ όμορφο, που δεν το είχα ξαναδεί. Φτάσαμε σε μια πλαγιά και μας υποδέχτηκε ο μπαρμπα-Ζήσης, ένας λεβεντάνθρωπος δυο μέτρα! Με μια δυνατή χειραψία κι ένα πλατύ χαμόγελο μ’ έκανε να νιώσω τόσο οικεία, σαν να τον ήξερα χρόνια, σαν να ήταν δικός μου άνθρωπος, συγγενής μου. Μιλήσαμε λίγο γενικά, αλλά κατά βάθος ανυπομονούσα να κάνω τη φωτογράφιση του κοπαδιού των αλόγων. Με καθησύχασε ότι, αρκούσε μόνο ένα σφύριγμά του, ώστε τα άλογα, που ήταν διασκορπισμένα στο βουνό, να καλπάσουν και να έρθουν κοντά του. Τόλμησα να το αμφισβητήσω. Τα μάτια του βαλμά άστραψαν! «Δε μι π’στεύ’ς; Τώρα θα ιδείς! Φσσσσς!». Με το σφύριγμά του ένιωσα τη γη να σείεται απ’ το ποδοβολητό των αλόγων! Σχεδόν τρόμαξα. Τα πανέμορφα άλογα αναγνώρισαν το κάλεσμα κι έτρεξαν κοντά του! Δεν έχω δει πιο μεγαλειώδες θέαμα! Τα περήφανα άτια της Πίνδου να καλπάζουν με ορμή για να βρεθούν δίπλα στο αφεντικό τους και να απολαύσουν το χάιδεμά του. «Άλλη φουρά να μι π’στεύ’ς σ’ αυτά π’ λέου!», μου είπε με μια γλυκιά αυστηρότητα. Ένιωσα ντροπιασμένος, αναγνώρισα ευθαρσώς το λάθος μου που τον αμφισβήτησα.

Από εκείνη τη στιγμή με τον μπαρμπα-Ζήση δεθήκαμε τόσο πολύ, ώστε ανυπομονούσα να περάσει ο καιρός για να ξανανέβω στα Γρεβενά, για να μοιραστώ λίγα από εκείνα τα πολλά και μοναδικά που είχε ζήσει…

Η ζωή του ήταν πολύ σκληρή, μάλιστα τα βάσανά του ξεκίνησαν από την τρυφερή παιδική του ηλικία, αφού έμεινε ορφανός από πατέρα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να ξενοδουλεύει ως τσοπάνης στα κοπάδια πλούσιων συγχωριανών του. Πεινασμένος, ξυπόλητος, με τα φτωχικά του ρούχα χιλιομπαλωμένα, ο μικρός Ζήσης ξυπνούσε χαράματα για να πάει να βοσκήσει τα γιδοπρόβατα, ώστε να εξασφαλίσει το φαγητό της ημέρας. Αυτή ήταν η μόνη αμοιβή.

Θυμόταν με πικρία την κακομεταχείριση στα χέρια άσπλαχνων ανθρώπων. Σχεδόν κάθε φορά μού έλεγε για κάποιον τσοπάνη ο οποίος έτρωγε ελιές, κάτι που ήταν μια πολυτέλεια της εποχής. Το τσοπανόπουλο κοίταζε με καημό αυτή τη λιχουδιά, όμως «τ’ς έφαγι όλις τ’ς ιλιές μοναχός του!».

Ο πόλεμος του ’40 και ο Εμφύλιος είχαν αφήσει επίσης ανεξίτηλες μνήμες πόνου και θλίψης στον τότε μικρό Ζήση Βήτο. Μου εξιστορούσε απίστευτης φρικαλεότητας πράξεις που είδε και τραυμάτισαν τον ψυχισμό του. Αγώνας για επιβίωση κυριολεκτικά, προκειμένου να εξασφαλίσει η οικογένειά του μερικές χούφτες αλεύρι για να κρατηθούν στη ζωή. Ο ίδιος μού μιλούσε με απέραντη αγάπη και συγκίνηση για την αείμνηστη μητέρα του, που έκανε τιτάνιες προσπάθειες καθημερινά για να διασφαλίσει το φτωχικό φαγητό της οικογένειας.

Τα χρόνια περνούν. Το τσοπανόπουλο –που εργάζεται σκληρά, που κοιμάται ελάχιστες ώρες, που αψηφά τις δύσκολες καιρικές συνθήκες της Πίνδου, που περπατάει πολλά χιλιόμετρα καθημερινά– είναι ήδη ενήλικος. Βάζει ένα προσωπικό στοίχημα: να ορθοποδήσει και να πάει μπροστά! Τα καταφέρνει, αφού η περηφάνια δεν του αφήνει περιθώριο αποτυχίας.

Με λίγα γιδοπρόβατα στην αρχή, φτιάχνει το δικό του κοπάδι. Τώρα πλέον διαχειρίζεται ο ίδιος την τύχη του! Δεν είναι υποχρεωμένος να υποκύπτει στην καταπίεση που επέβαλαν οι τσιφλικάδες στο Ζάρκο Τρικάλων.


Μερακλής και δουλευταράς, ο Ζήσης Βήτος πλέον κρατάει τη ζωή στα στιβαρά χέρια του! Δεν φοβάται κανέναν παρά μόνο τον Θεό, στον οποίο πιστεύει βαθύτατα.

Δημιουργεί μεγάλες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, το κοπάδι του μεγαλώνει. Υπεραγαπά τα ζώα, τόσο τα γιδοπρόβατα, όσο και τα άλογα. Χωρίς καν να έχει πάει στο δημοτικό σχολείο, καυχιόταν ότι μπορούσε… να κάνει και εγχείρηση στο κρανίο προβάτων για να τα θεραπεύσει από τη βούρλια, μάλιστα τον είχαν καλέσει καθηγητές Κτηνιατρικής για να τους κάνει επίδειξη των πρακτικών γνώσεών του. Οι ίδιοι έμειναν άφωνοι με τα όσα μπορούσε να κάνει ο μπαρμπα-Ζήσης!

Ήταν μια εμβληματική φυσιογνωμία, ένας άνθρωπος του παλιού καιρού, με εντυπωσιακό παράστημα. Κάποτε είχε πάει στα γραφείο του νομάρχη Γρεβενών και είδε μια φωτογραφία του αναρτημένη στον τοίχο (τον είχε φωτογραφίσει συνεργάτης του ΕΟΤ σε ανύποπτο χρόνο, καβαλάρη πάνω σ’ ένα μονότοξο γεφύρι). «Γύρνα πίσου να ιδείς! Αυτός ιδώ στο γιοφύρι, καβάλα στ’ άλουγου, είμι ιγώ!», είπε χαμογελώντας ο Ζήσης Βήτος.

Ο αείμνηστος δημιούργησε μια πραγματικά αξιοζήλευτη οικογένεια, καμάρωσε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Έχασε τη σύζυγό του, όμως υπεραναπλήρωσε την απώλεια λόγω της αγάπης που εισέπραττε καθημερινά από τους δικούς του ανθρώπους.

Κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν τα τελευταία στο πανέμορφο αγρόκτημα των Μηλεών Πηλίου, όπου ζει ο γιος του με την οικογένειά του, αισθανόμουν πολύ μεγάλη χαρά. Απολάμβανα τις πολύωρες συζητήσεις μαζί του, τα όσα άλλοτε με μελαγχολία κι άλλοτε με χιούμορ μοιραζόταν μαζί μου. Και βέβαια ο ίδιος για να με καλοδεχτεί, πάντα θα έπαιζε και μερικά τραγούδια στη φλογέρα του.

Ο μπαρμπα-Ζήσης αναχώρησε για το μεγάλο ταξίδι προς την αιωνιότητα, ο κόσμος μας αισθάνομαι ότι γίνεται πράγματι φτωχότερος όταν φεύγουν άνθρωποι σπάνιοι όπως αυτός!

Η αγαθή μνήμη του καλοκάγαθου και αυτοδημιούργητου ανθρώπου θα μείνει ανεξίτηλη στις καρδιές όχι μόνο των συγγενών του, αλλά και στην ψυχή όλων όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε και να διδαχθούμε από τον ηρωισμό του, την εργατικότητά του, το ήθος του, την έμφυτη ευγένειά του, τη γενναιοδωρία του.

Μπαρμπα-Ζήση, αιωνία η μνήμη σου! Είμαι βέβαιος ότι ήδη βρίσκεσαι στην αυλή του Παραδείσου και αναπαύεσαι στην αγκαλιά του Καλού Ποιμένα Χριστού!


Βασίλης Μαλισιόβας



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ