Αναρτήθηκε στις:05-06-20 12:48

Οι φύλακες της λίμνης


Βασιλική Διαμαντή - Εκδόσεις Ωκεανός 2019 - σελ.494


Οι άνθρωποι βρίσκονται εκεί που η Μοίρα θα ορίσει… Δυο άγνωστοι άνθρωποι με το ίδιο όνομα, θύματα της Ιστορίας και του πολέμου, θα συναντηθούν στην κορυφή του Χαλεάκαλα, στο νησί Μάουι της Χαβάης.

Ο ένας γεννήθηκε στο Καλπάκι Ιωαννίνων και ο άλλος στα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου Ιωαννίνων. Τα Πεδινά δεν υπάρχουν πια, όλο το χωριό μετακόμισε στο Καλπάκι, μετά τον πόλεμο του ΄40.

Ο ένας, ο Θόδωρος - Τεντ Σταύρου, γεννημένος στο Καλπάκι Ιωαννίνων, κυνήγησε το όνειρο με τέτοιο ζήλο που τον έφερε μέχρι τα πιο εξωτικά μέρη της Αμερικής. Από την απόλυτη φτώχεια στη χλιδή, από τη μοναξιά της ξενιτιάς στον έρωτα, από την νοσταλγία της πατρίδας στην επιστροφή.

Ο άλλος, ο Θεόδωρος Σταύρου, άγνωστο από πού… Χωρίς οικογένεια, γονείς, πατρίδα, αναμνήσεις. Λευκή σελίδα η ζωή του μέχρι την ημέρα της συνάντησης τους…

Εσθήρ. Πάνω στα τρένα που περίμεναν ακινητοποιημένα στις ράγες, πάγωσε η ματιά τους.-Που πάμε; ρώτησε η Εσθήρ, τη μάνα που της έπιανε το χέρι. Έτρεμαν από το κρύο και τον φόβο, εγκλωβισμένες μέσα σε ένα βρώμικο βαγόνι που έμοιαζε με αποπνικτικό κελί μιας φρικαλέας φυλακής…

Θεόδωρος. Την αλήθεια έψαχνε πάντα. Της ύπαρξής του, της οικογένειάς του, της ταυτότητάς του, της πατρίδας του. Ξέρεις πως είναι να μην έχεις οικογένεια; Να μην ξέρεις την αλήθεια για την καταγωγή σου και να υποψιάζεσαι ότι έζησες τα πάντα μέσα στο ψέμα;

Τεντ. Γερνούν τα χρόνια του γλυκά, μες τα μαβιά σοκάκια της μνήμης. Βαραίνουν από του νόστου την αδρή πίεση κι απ' τη μυρουδιά των φυλαγμένων αναμνήσεων. Κι όταν ανοίγει το σεντούκι της ψυχής, ξεχύνονται γλυκόπικρα σκιρτήματα, που απαλά σαρώνουν στην αρχή και ύστερα γίνονται θύελλες μανιασμένες. Τ' αυλάκια του μυαλού του, γέμισαν αναμνήσεις, αεικίνητες, ρυτιδιασμένες από το πέρασμα του χρόνου, φρουροί ακοίμητοι της θύμησης, ορθώνονται σοφά μπροστά του, ζωντανεύουν σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Τις κοιτάζει, τις ξομπλιάζει, ξέρει την κάθε λεπτομέρεια τους, τις μετράει μια - μια, σαν χάντρες του κομπολογιού που γράφει πάνω του «η ζωή μου»…

Ο Τεντ φέρνει στο μυαλό του τις μνήμες που κουβάλησε από αυτήν την πόλη και από το χωριό του, μέχρι τα πέρατα της γης. Γύρισε επιτέλους στο σπίτι του, στην πατρίδα του...

Ο Θεόδωρος κοίταζε τη λίμνη Παμβώτιδα και γέμιζε τα κενά της ζωής του. Τα κομμάτια ενώνονταν σαν παζλ στο μυαλό του και την ολοκλήρωναν. Αυτή που έζησε λειψή, αυτή που έζησε χωρίς να ξέρει ποιος είναι. Κι εκεί μπροστά στη λίμνη, έφτιαξε αναμνήσεις που του λείπανε, φαντάστηκε γεγονότα που συνέβησαν και τοποθέτησε στον εαυτό του μέσα στις εικόνες. Έγινε κάποιος, απέκτησε ταυτότητα, βρήκε τις ρίζες του. Ένιωθε δυνατός, άντεξε τη μοναξιά. Χωρίς τους ανθρώπους σου, όλοι οι τόποι είναι ξενιτιά. Πατρίδα είναι εκεί που θέλει να ακουμπάει η ψυχή σου, εκεί που θέλεις να ανήκεις, εκεί που άφησες κομμάτι της ψυχής σου φεύγοντας να τη φυλάει. Φεύγοντας άφησε πίσω την ψυχή του, φύλακα όσων έζησε εδώ. Φύλακα των αναμνήσεων του χωριού του, αυτής της πόλης και της λίμνης. Στον βυθό της λίμνης Παμβώτιδας είναι πολλοί, υπάρχουν ψυχές ανθρώπων, που έφυγαν από εδώ χωρίς την θέλησή τους. Εκείνες έμειναν εδώ, γιατί εδώ ήθελαν να ζήσουν, εδώ κρυβόταν ο θησαυρός της ζωής τους και δεν ήθελαν να τον αφήσουν αφύλακτο. Κι έτσι έγιναν φύλακες της μνήμης και φύλακες αυτής της λίμνης Παμβώτιδας. Ήθελε αυτή τη στιγμή να βουτήξει στα νερά της λίμνης, να ενωθεί η ψυχή του με την ψυχή του Τεντ και με των άλλων που βρίσκονται στο βυθό της. Θέλει και αυτός να είναι ένας από τους φύλακες της λίμνης…

Μνήμες καλές, μνήμες κακές, θα μένουν καλά φυλαγμένες στα νερά της.

Στην επιφάνεια της λίμνης ένα σμήνος πολύχρωμες πεταλούδες βουτούσαν στα νερά. Ήταν οι ψυχές που γίνονται Φύλακες της Ιστορίας της Ηπείρου και της λίμνης της Παμβώτιδας, ζωντανεύοντας μνήμες, με μάρτυρες τα ζωντανά στοιχειά που κρύφτηκαν στον βυθό της… Πιάνεται το όνειρο; Πιάνεται το χάδι; Κερδίζεται ο χρόνος; Φυλακίζεται η αγάπη στην αιωνιότητα μέσα σε μια ματιά; Το χάδι που καλύπτει το σώμα, λυτρώνει την ψυχή; Έχει γιατρειά η ξενιτιά; Έχει η ξενιτιά πολύ πίκρα; Μπορούν να μας κλέψουν τη ζωή, τις αναμνήσεις, τις ρίζες της ύπαρξής μας; Είναι λειψός ο άνθρωπος χωρίς γονείς; Μόνο όταν αγαπάς αρχίζεις να ζεις; Ο έρωτας έχει μονάχα αρχή και δεν έχει τέλος; Είναι αλήθεια ότι η φτώχεια έχει περισσότερη δύναμη πάνω στον άνθρωπο απ' ό,τι ο πλούτος; Αν τη ζωή δεν την σεβαστείς, δεν πρόκειται να σε σεβαστεί κι αυτή; Παλεύεται η ψυχή άμα κουραστεί; Μοιάζουν οι ψυχές των ανθρώπων με πεταλούδες; Οι τόποι χωρίς ανθρώπους και αναμνήσεις δεν είναι τίποτε…

Η λίμνη Παμβώτιδα, η βασίλισσα της πόλης των Ιωαννίνων, γκρίζα, παγωμένη και καταθλιπτική στεκόταν μάρτυρας της τραγωδίας κι έγραφε στη μνήμη τις εικόνες. Είδε και άκουσε τα πάντα…

Τέτοια σφαγή στην Ήπειρο δεν είχε ξαναγίνει (Λιγκιάδες, Κεφαλόβρυσο, Κομμένο…), σαν αυτή που κάνανε οι Γερμανοί. Βάφτηκαν κόκκινα τα βουνά από το αίμα αθώων, γέμισαν τα ποτάμια, στράγγιξαν αίμα μέσα στην Παμβώτιδα, που έχασε το χρώμα της και την ομορφιά της…

Οι ψυχές τσαλαβουτούσαν στα νερά της λίμνης, αθέατες για τους πολλούς και φανερές για όσους είχαν τη χάρη να τις δουν… Οι φύλακες της λίμνης ήταν όλοι εκεί… Χορτάσαμε σ' όλη την Ήπειρο από θάνατο…

Ένα βιβλίο για την Ήπειρο, την ζωή, την ανθρωπιά, το χάδι, την οικογένεια, τους στραγγισμένους ανθρώπους, την πατρίδα, την αγάπη, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, την ταυτότητα, τον ρατσισμό, την εξολόθρευση των Εβραίων, την αντίσταση στον πόλεμο, την ανέχεια, την φτώχεια, την ξενιτιά, τον ξεριζωμό, τους μετανάστες, το νόστο, τη μοναξιά, την φιλία, την μπέσα, τις αναμνήσεις, τον ρόλο της μνήμης, την μοίρα, την βία, το μοιρολόι, τον θάνατο, την χαβανέζικη λέξη aloha (αντίο, αγάπη, ειρήνη, συμπόνια, έλεος, δηλώνει επίσης τη χαρά να μοιράζεσαι την αναπνοή της ζωής).

Η συγγραφέας Διαμαντή Βασιλική αντλώντας από βιώματα και οικείες, ελληνικές μνήμες, φτιάχνει αριστοτεχνικά ένα συγκλονιστικό, ποιητικό και συγκινητικό μυθιστόρημα. Συναρπαστικά, σχεδόν πνιγηρά όμορφο. Ζωντανό και βαθύ. Αναφέρεται η συγγραφέας στην μαρτυρική, φτωχή και κλειστή Ήπειρο. Έναν τόπο όπου οι κάτοικοι μασάνε τις λέξεις και την καλημέρα τους... Η ανθρώπινη κατάσταση όπως είναι, χωρίς περιτύλιγμα… Ίσως το μυθιστόρημα της χρονιάς.

Η Διαμαντή Βασιλική γεννήθηκε στο χωριό Μαυραχάδες του Ν. Καρδίτσας. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Mηχανικός και Μηχανικός Η/Υ στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Από το 2000 και μετά εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Διετέλεσε σύμβουλος Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στα σχολεία της περιοχής της και υποστήριξε τις καινοτόμες και βιωματικές δράσεις στο χώρο των σχολείων. Είναι αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Β. Ελλάδος και του συλλόγου «Καρδιτσιωτών» Θεσσαλονίκης. Είναι παντρεμένη, έχει τρία παιδιά και ζει μόνιμα στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης. Έχουν εκδοθεί τα μυθιστορήματά της: «Μοιραίες Παρεμβάσεις» τον Ιούνιο του 2015 και «Η Υφάντρα της Πόλης» τον Δεκέμβριο του 2016.

Κώστας Τραχανάς



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img