Αναρτήθηκε στις:13-03-20 12:49

Γυναίκες… «στον γάιδαρο καβάλα»: Το τίμημα μιας παράνομης σχέσης!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Μέσα στον ορυμαγδό των δραματικών γεγονότων που βιώνουμε τον τελευταίο καιρό, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου) συνθλίφτηκε υπό το βάρος της επικαιρότητας. Υπό άλλες συνθήκες, οι εκπρόσωποι του ωραίου φύλου θα γιόρταζαν με κάθε τρόπο τη χειραφέτησή τους. Και πολύ καλά θα έκαναν!

Μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, οι γυναίκες ζούσαν κυριολεκτικά σαν σκλάβες. Τυφλή υπακοή στον άντρα και στην οικογένειά του, κακοποίηση κάθε είδους, κυριολεκτικά διά ροπάλου απαγόρευση σε οτιδήποτε θεωρούνταν αντίθετο προς την ηθική της εποχής.

Πίσω απ’ τις φράσεις «Θα μας κρεμάσουν κουδούνια», «Θα μας βάλουν στον γάιδαρο καβάλα», «Θα μας πάρουν με τις λεμονόκουπες» κρύβονται δραματικές ιστορίες, με θλιβερές πρωταγωνίστριες κάποιες γυναίκες που έκαναν το έγκλημα να αγαπήσουν…

Σφίξτε την καρδιά σας και ακολουθήστε με σε ένα ακόμη ταξίδι στον περασμένο αιώνα…

«Τράβαγαμαν τ’ σίβα κι τ’ λίβα απ’ τ’ς άντρις…»


Πολλές φορές στις συνεντεύξεις νιώθω ότι επωμίζομαι τεράστια ευθύνη, αλλά και μέγιστη τιμή όταν οι χρονομάρτυρες θέλουν να ανοίξουν την καρδιά τους, να μοιραστούν παράπονα μιας ζωής.

Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά την επίσκεψή μου σ’ ένα σπίτι ηλικιωμένου ζευγαριού πριν από καιρό. Γνώριζα και τους δύο, αφού τους είχα ξαναεπισκεφθεί. Μια μέρα λοιπόν που πήγα με συγκεκριμένες ερωτήσεις, η γερόντισσα με φώναξε στην κουζίνα…

-Έλα ιδώ να βάλ’ς μαναχός σου πόσου καφέ θέλ’ς, μη δε σ’ τουν φκιάσου καλό…

Αυτή όμως ήταν η πρόφαση. Γιατί αμέσως μόλις μπήκα στην κουζίνα μού σιγοψιθύρισε στο αυτί:

-Άμα κοιμηθεί ου γέρουντας, θα σ’ τα που όλα, για να ξεπαθήσω (ξεπαθάω: εκτονώνομαι). Να τα γράψεις!

Ο σύζυγός της ύστερα από λίγο όντως πήγε για ύπνο.

-Να μι συμπαθάτι ιμένα, θα πάου ν’ ακουμπήσου (ξαπλώσω). Κατσείτι όσου θέλιτι ισείς κι κ’βιντιάστι. Ζέστα έχουμι…

Αφού έμεινα μόνος με τη συνομιλήτριά μου, την άφησα να μου ανοίξει την καρδιά της:

«Ήθιλα να ήμασταν σ’ έναν έρημου (ενν. τόπου) για να σ’ τα που αυτά π’ θέλου, αλλά καλά είμαστι κι ιδώ…

Οι παλιές οι γ’ναίκις τράβαγαμαν τ’ σίβα κι τ’ λίβα (πάνδεινα) απ’ τ’ς άντρις!

Η παντρειά, έλιγαν τότι ου κόσμους, δεν είνι μπάλουμα, να του ξεκουλλήσεις, να του κουλλήσεις παρέκεια (να το ράψεις πιο ‘κεί). Αφού παντρεύ’κεις, θα κάτσεις αυτού! Άμα χώρ’ζι μία κουπέλα κι γύρναγι στουν πατέρα τ’ς, τ’ς έλιγι, έχου κι άλλις κουπέλις, γιατί αμπουδιόνταν (εμποδίζονταν στην εύρεση συζύγου) κι οι ανύπαντρις άμα χώρ’ζι μία!

Όταν παντρεύουνταν μία κουπέλα, τ΄ς έλιγαν: Τήρα τι αφήν’ς πίσου σου! Θα φερθείς καλά ικεί π’ θα πας, να μη γυρίσεις πουτέ κουβέντα (να μην αντιμιλήσεις) στουν άντρα σου, στα πιθιρ’κά σου, στα κουνιάδια σου, στ’ς κουνιάδις σου!

Τότι π’ πάινι στου σπίτι τ’ άντρα τ’ς, απ’ τ’ν πρώτη μέρα, απ’ τ’ Δευτέρα, αρχίναγαν οι πιθιρές! Βάρ’γαν τ’ μάσια στο γωνολίθι (χτυπούσαν τη μασιά στο τζάκι), για να σκιάζιτι η νύφη! Φουβέρ’ζαν τ΄ς νύφις οι πιθιρές! Άστραφταν τα μάτια σαν τουν αστρίτη στ΄ν κ’φάλα! (τα μάτια τους γυάλιζαν όπως του φιδιού αστρίτης στην κουφάλα του δέντρου!).

Οι πλειότιροι άντρις ακουλούθαγαν τ’ μάνα τ’ς, δεν τ’ς πέραγι κ’βέντα τ’ς γ’ναίκα π’θινά (δεν μπορούσε η σύζυγος να εισακουστεί ποτέ). Ό,τι κι να έλιγι η πιθιρά, στραβό, ίσιο, ικειό θα γένουνταν! Να μην πεισμώσει του πιδί τ’ μάνα του…

Οι πιθιρές έκαναν κουμάντου μέχρι κι τι θα φάν’. Δεν κόταγι η νύφη να πάρει μαναχή τ’ς κι να μαειρέψει, ό,τι ήθιλι η πιθιρά έφκιαναν. Μ’ τι (εμ τι…). Η γριά είχι του κουμπόδιμα! Κλειδουκράτουρας! Είχι μία σουφρουτή μπακούλα (σακούλα), είχι τα λιφτά μέσα. Κι αυτήνη τ’ μπακούλα τ’ν πέραγι στουν κόρφου, μ’ αυτήνη κοιμάνταν!

Ου άντρας ήταν σαν τουν πασιά, έπριπι να πει αυτός τι θέλει να φάει, δεν τουν έγνοιαζι αν μπόρ’γα ιγώ να φάου.

Ακόμα κι τώρα π’ γέρασαμαν, πρέπει να πει ου άντρας μ’ τι θα φάμι κάθι μέρα. Ιγώ θέλου ψάρια, αυτός δεν τα θέλει. Ξαναγκάζουμι κι ιγώ κι δεν παίρου, για να μαειρεύου αυτά π’ θέλει αυτός…

Απού νιάτα σι γιράματα αυτήνη η ζουή…».

Οι παντρεμένες… ξεχνούσαν τ’ όνομά τους!


Οι περισσότεροι δεν γνωρίζετε τη λέξη «ανδρωνυμικά». Το ερμήνευμα, δηλ. η σημασία, είναι «το όνομα γυναίκας από το βαπτιστικό (ή και, σπανιότερα, από το επίθετο) του συζύγου της».

Θυμάμαι πριν από αρκετά χρόνια είχε έρθει για πρώτη φορά σε ένα χωριό της Ηπείρου η Αθηναία σύζυγος ενός γνωστού μου.

Μια ηλικιωμένη τη ρώτησε:

-Ποια είσι ισύ;

-Η Χριστίνα!

-Ποια;

-Η Χριστίνα, η γυναίκα του Γιώργου!

-Α, η Γιώργαινα! Η Γιώργαινα πες, όχι η Χριστίνα!

Η συνομιλήτριά της υπέστη ένα σοκ που ακόμη το θυμάται.

Τα ανδρωνυμικά ας μας τα εξηγήσει καλύτερα μια ηλικιωμένη συνομιλήτριά μου:

«-Τι φκιάνς, θεια; Πώς είσι;

-Στ’ς γιατρούς σιργιανάου, Βασίλη μ’, αλλά τι να μι κάμουν κι αυτοίνοι; Ψυχή να μ’ βάλουν; (δεν μπορούν να μου χαρίσουν επιπλέον χρόνια ζωής)….

Κάτσι τώρα ιδώια να σ’ μουλουγήσου…

Η γ’ναίκα απ’ τ’ μέρα π’ θα παντρεύουνταν του ξαστόχαγι (ξέχναγε) τ’ όνουμα τ’ς! Τ’ όνουμα που ‘χι απ’ του νουνό τ’ς, του κράταγι για τουν εαυτό τ’ς, έπιρνι τ’ όνουμα τ’ άντρα τ’ς. Δεν τ’ν έλιγι κανένας στ’ όνουμα, ούτι ου άντρας τ’ς, ούτι κανένας άλλους άνθρουπους! Γιώργαινα, Μήτσαινα, Κώσταινα, έτσι θα τ’ν έλιγαν όλοι, ακόμη κι ου άντρας τ’ς! Τότι π’ τ’ διάβαζι ου παπάς (όταν θα πέθαινε!) θα άκ’γαν ου κόσμους τ’ όνομά τ’ς!

Αλλά κι η γ’ναίκα έπριπι κι αυτήνη να λέει:

-Είμι η Νικόλαινα, η Βασίλαινα…

Τα πιθιρ’κά τ’ γ’ναίκα τ’ πιδιού τ’ς τ’ν έλιγαν “νύφη”, μέχρι π’ γέραζι! “Ω, νύφη! Πάρ’ του πιδί κι σκούζει (γιατί κλαίει)!”

Απού τότι π’ θα πάινι στου σπίτι τ’ άντρα τ’ς (πρώτη μέρα γάμου), τ’ν πιθιρά τ’ς έπριπι να τ’ λέει “μάνα”, τουν πιθιρό τ’ς “πατέρα”. Τη μιγάλη κουνιάδα “κυρά”. Τα κουνιάδια τα ‘λεγαν “αφέντη”. “Ω, αφέντη!” έλιγι η μάνα μου στουν αδιρφό τ’ πατέρα μ’. Τ’ς συνν’φάδις τ’ς έλιγαν… μι τ’ όνομά τ’ς: Πάναινα, Χρήσταινα, Λαμπράκαινα, Αποστόλαινα, Περικλέσια…

Γιορτάσιου (ονομαστική γιορτή) έκαναν μαναχά στ’ς άντρις, στ’ς γ’ναίκις πουτέ! Δε γιόρταζαν οι γ’ναίκις απού τότι που ‘ταν κουπέλις μέχρι π’ πέθαιναν!

Σκλαβουμένη ζουή έζηγαν (ζούσαν) οι παλιές οι γ’ναίκις…».

Ήρθαν ορέξεις… του πεθερού!


Εκτός όμως από τα παραπάνω, η γυναίκα, απροστάτευτη καθώς ήταν, έπεφτε πολύ συχνά θύμα κακοποίησης ακόμα και από άτομα του στενού της περιβάλλοντος.

Ο λόγος σε μια ευγενέστατη χρονομάρτυρα που κοντεύει τα 90:

«Αυτό π’ θα σ’ μουλουγήσου τώρα γίν’κι ιπί Τουρκίας (Τουρκοκρατίας), δεν είχαμαν λευτερωθεί ακόμα, ήταν Τούρκοι στου χουριό μας (Νομός Ιωαννίνων). Μας τα ‘λιγι η κυραμάνα (γιαγιά)…

Ο γιος τ’ προύχοντα (Έλληνα) τ’ χουριού, παλικάρι ήταν, δάσκαλους (για κατ’ οίκον μαθήματα σε παιδιά πλούσιων οικογενειών). Κάπ’ δούλευε, τσακώθ’κι κι τουν σκότουσαν οι Τούρκοι! Τουν ήφιραν σαβανουμένου στου χουριό μας!

Η καψονύφη (δυστυχισμένη), η γ’ναίκα τ’ παντριμένου είχι δυο πιδιά κούτσικα (μικρά). Τ’ν ηύρι η φουρτούνα αυτή κι δεν ήξιρι πώς να μιγαλώσει τα πιδιά τ’ς…

Κι έκατσι μαζί μι τουν πιθιρό, για να ‘χει βόηθειου…

Τ’ βόηθισι καλά… Τ’ πιθιρού… του ‘ρθαν ουρέξεις! Ήλιγαν (έλεγαν), ρίχτ’κι στ’ νύφη!

Αυτή απ’ τ’ν απιλπισία τ’ς σηκώθ’κι κι έφ’κι… νύχτα κι σκουτάδι! Απαράτ’σι τα πιδιά κι πήγι στου χουριό τ’ς, στ’ς γουνέους τ΄ς κι παντρεύτ’κι πάλι μάτα (ξανά) κι έκανι κι άλλα πιδιά!

Γίν’κι σούσουρου κι μουλόημα, αλλά ιπειδή ήταν προύχουντας ου πιθιρός τ’ς, τα σκέπασαν κι τα κουκούλουσαν!

Κι μιγάλουσι αυτός τ’ αγγόνια, χουρίς μάνα κι χουρίς πατέρα»!


Αδελφοκτονία… λόγω τιμής!


Δυστυχέστατα, οι παλιοί είχαν μια πραγματικά απάνθρωπη αντίληψη για την ηθική, μάλιστα αυτή η διαστροφή τους αφορούσε μόνο τα κορίτσια, τα οποία αντιμετωπίζονταν κυριολεκτικά σαν σκουπίδια!

Πολύ σκληρή η ακόλουθη αφήγηση μιας αιωνόβιας συνομιλήτριας:

«Στ’ μιγάλη τ’ν κοδέλα (στροφή) στου χουριό μας είνι κάτι λιθάρια μαζουμένα… Ήταν ένα παλιό σπιτάκι ικεί… Είνι πουλλά χρόνια τώρα π’ γκριμίσ’κι…

Αν ήξιρις τι είχι γένει ικεί…

Μία κουπέλα ουρφανή πάινι κάθι μέρα στα πράματα (γιδοπρόβατα) κι τα ‘σιασι μι ένα παλικάρι (είχαν σχέση) κι έμ’κι έγκυους! Δεν κατάλαβαν οι γουνέοι τι είχι γένει.

Κάπουτι είχαν έρθει συγγενήδες στου σπίτι για να κοιμηθούν ικεί, δεν ήταν τότι αμάξια ούτι δρόμοι. Όπου είχι ου καθένας σόι, κοιμάνταν. Τ’ς έπαιρναν πρόσφ’λα (τους φιλοξενούσαν).

Ικειό του βράδυ σιμά τού προυί έτυχι να τ’ μάσουν σφαγιά (ωδίνες τοκετού) να γιννήσει.

Για να μην καταλάβουν οι μ’σαφ’ραίοι, πρώτα τ’ν κατέβασαν στου κατώι απ’κάτου.

Κι κουντά τ’ν πήρι την κουπέλα σβαρνώντα (σέρνοντας) ου αδιρφός τ’ς μαζί μι τ’ μάνα τ’ς κι τ’ν πήγαν σ’ ένα χουράφι, είχαν ένα καλύβι ικεί, μι λιθάρια γύρα γύρα, για να γιννήσει.

Αλλά χύθ’καν τα νιρά στου δρόμου, προυτού φτάσουν. Τότι τ’ν κλότσ’σι ου αδιρφός τ’ς μι τα τσαρούχια στ’ν κοιλιά κι τ’ σκότουσι, μαζί κι του πιδί! Πάν’ καλιά τ’ς, μάνα κι πιδί!

Κι δε δικάσ’κι τίπουτα ου αδιρφός τ’ς, είπαν ότι πέθανι η κουπέλα! Έτσι γένουνταν τότε. Δεν ξέταζαν τότε! Ούτε γάτα ούτε ζημιά! Πάει σαν πάει η κουπέλα!».

Λαϊκό δικαστήριο για τη μοιχαλίδα!


Τα χρόνια περνούσαν, όμως και πάλι η γυναίκα ήταν αυτή που συγκέντρωνε πάνω της… καταιγισμό πυρών:

«Στα χρόνια τ’ς Κατουχής ήταν μία πο’ ‘λειπι ου άντρας τ’ς χρόνια. Κι αυτή η γ’ναίκα, θα ήταν 30-35 η μαυρέλω (δυστυχισμένη), κάθουνταν μι τ’ς τσιούπρις (κόρες).

Νέα ήταν, λιμπίστ’κι ένα δάσκαλου, τ’ λιμπίστ’κι κι αυτός. Κι κάπου κρυφαντάμωναν (συναντιούνταν κρυφά). Κι έκαναν το χ’νέρι (σεξουαλική πράξη).

Αυτό μαθεύτ’κι στου χουριό. Κι τ’ φώναξι η οργάνωση (ενν. ανταρτών) στο χωριό κι έκαμαν λαϊκό δικαστήριου κι τ’ν έβαλαν τιμουρία πο’ ‘κανι τέτοιου πράμα, γιατί ήταν παντριμένη!

Του δάσκαλου δεν τουν έκαμαν τίπουτα, γιατί ήταν ανύπαντρους! Ήταν αθώους! Αυτός δεν κουρόιδιψι κανέναν!

Η γ’ναίκα ήταν παντριμένη, ήταν φταίχτρα!

Κι τ’ς είπαν να κάτσει στ’ αυγά τ’ς κι να μην ξαναμολέψει (ξαναμολύνει) του σπίτ’ τ’ς κι ντρουπιάσει τουν άντρα τ’ς».

Η ηθική… διαφημιζόταν με το ματωμένο σεντόνι!


Το... έγκλημα που δεν συγχωρούνταν ποτέ στη γυναίκα ήταν… το στραβοπάτημα, δηλ. η ηθική παρεκτροπή, είτε πριν είτε μετά τον γάμο. Όσο κι αν ακούγεται αδιανόητο στη σημερινή εποχή, η ακεραιότητα της νύφης έπρεπε να διαφημιστεί από την πρώτη κιόλας νύχτα του γάμου της! Μαύρες ιστορίες πίσω απ’ το κοκκινισμένο σεντόνι…

«Ένα τραγούδι που ‘χα ακούσει κάπουτι που ‘μαν κουπέλα (σήμερα 98 ετών) έλιγι “έβγα, νυφούλα μ’, το πρωί κι άπλωσε το σεντόνι και βγάλ’ το έξω στην αυλή, να ιδούνε οι γειτόνοι”. Αυτό τού τραγούδι τού ‘χαμαν ακ’στά. Έτσι του ‘χαν ιδώ τότι στα χουριά μας. Να ιδούν οι γειτόνοι ότι ήταν τίμια! Να του ιδεί πρώτη η πιθιρά ότι του π’κάμ’σου ήταν ματουμένου. Του κουμπινιζόνι π’ του λέμι τώρα, το ‘λιγαν π’κάμ’σου ικειά τα χρόνια, αυτό π’ φόραγαν οι γ’ναίκις απού μέσα.

Αυτό φόραγι κι η νύφη τού πρώτου τού βράδυ π’ κοιμάνταν μι του γαμπρό.

Αυτό του σιντόνι το ‘πλενε η νύφη στου ρέμα του προυί (μετά την πρώτη νύχτα του γάμου)».

Φυσικά, υπήρχαν και απρόβλεπτα, όταν αυτός που ντροπιαζόταν ήταν… ο σύζυγος! Η συνομιλήτριά μου λέει γελώντας: «Μία πιθιρά ξύπνησι του προυί κι είπι στ’ νύφη, “να πας στου ρέμα να πλύν’ς τα ρούχα κι του π’κάμ’σου π’ του μάτουσις!”. Κι είπι η νύφη: “Τι να πλύνου; Του ρώτ’σις του πιδί σου τι έκανι ιψέ; Κοιμάνταν κι ρούχναγι (ροχάλιζε) ούλου του βράδυ!”».

Τη νύφη… πλήρωνε ο κόκορας!


Επειδή όλα είναι μέσα στη ζωή, θα έπρεπε να υπάρχει και πρόβλεψη για το πώς θα συγκαλυφθεί το ζήτημα, οπότε… επιστρατεύονταν οι πιο ευφάνταστες λύσεις:

«Άμα η τσιούπρα ήταν χαλασμένη, είχι κάνει του χ’νέρι, του κουκούλωναν! Έκουβαν λίγου του λειρί απ’ τουν πέτεινου, να τρέξουν 2-3 σταλαματιές αίμα, να βάψουν λίγου τ’ άσπρου του π’κάμ’σου τ΄ς νύφη.

Καμιά φουρά, έπιρναν τα έμμηνα από καμιά κοπέλα απ’ του σόι, τα ρούχα πο’ ‘λιγαν οι παλιοί (την περίοδο της γυναίκας) για να βάψουν του σιντόνι, τα ρούχα!

Πολλές γ’ναίκις ήταν καταβοδωμένες (ραδιούργες, σατανικές) κι κανόν’ζαν του γάμου τότι που ‘χαν τα ρούχα τ’ς (έμμηνο ρύση)… Για να έχουν αίμα, να βάλουν στου π’κάμ’σου…

Καμιά μπαντάλω έπιαναν άμα δεν ήταν παρθένα, άμα ήταν έξυπνις μανάδις κι θειες, τα σκέπαζαν μια χαρά! Κι δεν καταλάβαινε ο κόσμος…

Τι να καταλάβει ου άντρας… Αυτές τ’ς στιγμές ισείς οι άντρις δε νογάτι! Αποκοιμιέστι ίσια (κατευθείαν)! Τάχα θα πήγαινε αυτή στο μέρος (τουαλέτα). Έβανι λίγου αίμα στου π’κάμ’σου… Άμα είσι σιαΐνι… Τι βρίσκει του μυαλό τ’ ανθρώπου!

Σιγά π’ θα κάθουνταν να τ’ς πιάκουν… Δεν ήταν χαζές, για να τ’ς κριμάσουν κ’δούνια…».

Τα εφταμηνίτικα παιδιά… ήταν νόμιμα!


Στις σκοτεινές εκείνες εποχές, οι προγαμιαίες σχέσεις ήταν αδιανόητες ακόμη και μεταξύ των μελλονύμφων! Τι συνέβαινε όμως αν δεν ήταν εγκρατείς; Η ηλικιωμένη συνομιλήτριά μου είναι αποκαλυπτική:

«Προυτού του γάμου, ου άντρας δεν τ’ μάλαζι (ακουμπούσε) τ’ γ’ναίκα. Ούτι φίλημα! Μπαααα! Τίπουτα!

Αλλά άμα δεν κρατιόνταν οι αρραβωνιασμένοι κι έκαναν… τ’ δ’λειά απού πριν, μοίραζαν λίγου του γάμου, για να ‘ρθει στα μέτρα (κανόνιζαν με έξυπνο τρόπο την ημερομηνία γάμου). Για να μη φανιρουθούν ότι δεν κρατήθ’καν…

Κι άμα του γένναγι η γ’ναίκα πρώιμα, έλιγαν είνι εφταμ’νίτικο το πιδί! Για να μην πουν ότι το ‘πιακε προτού του γάμου!

Κι ας ήταν αρραβουνιασμένοι! Ου άντρας δεν ακούμπαγι ούτι του χέρι τ’ς αρραβουνιαστ’΄κιάς του προτού το γάμο. Έβγινι λίγου κι κέρναγι η κουπέλα (τη μέρα των αρραβώνων εμφανιζόταν για λίγο στο σαλόνι η κοπέλα, για να κεράσει), αυτή κοίταγι χαμ’λά, δεν επιτρέπουνταν να κοιτάξει του γαμπρό στα μάτια, αυτόν π’ θα έπιρνι! Αν είνι νέους, γέρουντας! Τίπουτα! Κι του πιδί χαμηλουμένα τα ’χε τα μάτια».

Η… ετυμηγορία του γυναικολόγου


Στις πραγματικά αποτρόπαιες ιστορίες που κατέγραψα εμπλέκονταν συχνά και γιατροί, γυναικολόγοι φυσικά. Οι λεπτομέρειες σοκάρουν:



«Τα παλιά τα χρόνια, άμα ακούονταν καμία κουπέλα ότι τα ‘χε σιασμένα μ’ ένα πιδί, τ’ν έπιρνι απ’ τ’ αυτί ου αδιρφός τ’ς ή ου πατέρας τ’ς κι τ’ν πήγαιναν στου γιατρό να τ’ν εξετάσει…

Να σ’ δώκου να καταλάβ’ς, άμα ήταν καμία κουπέλα κι οι θ’κοί τ’ς έκρουγαν μι νου τ’ς (υποπτεύονταν) ότι δεν είνι ιντάξει η κουπέλα (δηλ. δεν είναι παρθένα) ή άμα είχι κακιά ακουή (φήμη), τ’ν πάνιγαν στου γιατρό, σι μάμμο, αυτ’νούς π’ τ’ς λέν’ τώρα γυναικουλόγους… Άμα ήταν χαλασμένη έπριπι να τ’ ράψει αυτός ου γιατρός, για να μπουρέσουν να τ’ν παντρέψουν.

Ου πατέρας ή ου αδιρφός πάινι (πήγαινε) τ’ν κουπέλα, για να ιδούν αν είνι ιντάξει…

Αλλά άμα ήταν χαλασμένη (διακορευμένη), θα τ’ μακέλευαν στου ξύλου! Δε μπόρ’γαν να τ’ δουν μέσα στου σπίτι!

Ή έκαναν ραφή (παρθενορραφή), μι του συμπάθειου, για να φαίνιτι ότι δεν είνι χαλασμένη η τσιούπρα.

Άμα πάινι καμία για να τ’ ράψει ου γιατρός, έζηβαν (έσβηναν) τα φώτα κι άμα έμπαιναν μέσα, τ’ άναφταν πάλι (δηλ. έκαναν συσκότιση για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να τους δει κάποιος γνωστός).

Άμα ήταν πειραμένη (πειραγμένη, διακορευμένη) ή είχι κάνα μπαστί (νόθο παιδί), δεν τ’ν παντρεύουνταν κα’ένα πιδί (νεαρός άγαμος). Σι χήρου ‘ν’ έδουναν κι πέραγι μαύρη ζουή μέχρι να παντριφτεί… Αλλά κι κουντά (μετά) του γάμου, μαύρα κι σκότεινα ήταν… Θα τ’ς του ‘χαν φώνασμα που ‘ταν χαλασμένη (θα της υπενθύμιζαν συνεχώς ότι δεν ήταν παρθένα όταν παντρεύτηκε).

Κι στου χήρου π’ θα παντρεύουνταν (ενν. η διακορευμένη ή η μητέρα νόθου), θα ηύρισκι 2-3 προγόνια (παιδιά του συζύγου από προηγούμενο γάμο) κι θα ‘κανι κι αυτήνη. Κι γένουνταν μες στου σπίτι… Μύλους!».

Η διαπόμπευση


Αν κάποια γυναίκα δεν υπάκουε στις προσταγές της άκρως συντηρητικής κοινωνίας, υπήρχε… διπλή επιλογή: πανωπροίκι (επιπλέον προίκα που έπρεπε να δοθεί στον γαμπρό) ή… περιφορά εντός του χωριού πάνω σε γάιδαρο!

«Σ’ έναν ιδώ στου χουριό το ‘δουκαν πανουπροίκι για να πάρει πάλι τα’ γ’ναίκα άμα ήταν ακ’σμένη.

Σ’ ένα άλλου χουριό, δε θ’μάμι πώς το ‘λεγαν, ηύραν τ’ νύφη χαλασμένη κι τ’ ’ν έβαλαν καβάλα στου γουμάρι κι τ’ν ηφιρναν γύρα στου χουριό κι τ’ φύταγαν (έφτυναν), ν’ απουντρουπιαστεί. Τ’ σεργιάναγαν στου χουριό, στα σουκάκια γύρα γύρα, πέρα κατεδώ πέρα κατεκεί, για να τ’ν ιδούν οι χουριανοί κι να ντρουπιαστεί ακόμα.

Κι κουντά τ’ν έδιουχναν απ’ του χουριό, πάινι στουν πατέρα τ’ς πίσου. Κι τ’ς έδιουχνι κι ου πατέρας κι δεν ήξιραν πού θα καταντήσουν.

Άλλις πήγιναν στα σπίτια (πορνεία), άλλις πάιναν δούλις στα σπίτια κι ικεί κακόπεφταν, ξεπερέταγαν πιδιά, γουνέους κι παππ’λάδις. Κατάλαβις… (δηλ. έπεφταν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από τρεις γενιές «αφεντικών»!)

Αυτά π’ σ’ λέου τα μουλόγαγι η μάνα μ’…».

Λεπτομέρειες για το φρικτό αυτό «έθιμο» κατέγραψα και από άλλη συνομιλήτρια, 85 ετών:

«Ιγώ δεν τ’ αγρίκ’σα (αγρίκησα: έζησα) αυτό μι τ’ς γ’ναίκις π’ τ’ς έβαναν στου γουμάρι καβάλα κι τ’ς φύταγαν (έφτυναν) ούλοι στου χουριό…

Οι παππ’λάδις μας τα ‘ζησαν αυτά μι του γουμάρι… Κι όχι μαναχά μι του γουμάρι… Στ’ς γ’ναίκις που ‘ταν ακουσμένις (είχαν κακή φήμη για την ηθική τους) τ’ς κρέμαγαν κ’δούνια στου λαιμό, κύπρια απ’ τα γίδια, τ’ς κούρευαν κουραμπέτσα (γουλί), τ’ς κρέμαγαν κι ντινικέδια, βάρ’γαν κι τ’ς νταϊρέδις (ντέφια) κι τ’ς σιργιάναγαν μέσα στου χουριό, να τ’ς ιδούν όλοι κι να τ’ς φτύσουν!

Τ’ς πέταγαν κι λιμουνουστύματα (λεμονόκουπες)… Γι’ αυτό έμ’νι η κ’βέντα (παροιμιώδης φράση) “Θα μας πάρουν μι τα λιμουνουστύματα” άμα κάνουμι κάνα κακό…

Αλίμουνου άμα ακούουνταν καμία (αν ακουγόταν ότι είχε σχέση εκτός γάμου)! Άλλους έσφαζι τ’ν αδιρφή του άμα γκαστρώνουνταν ανύπαντρη, άλλους τ’φέκαγι (σκότωνε με όπλο) τ’ γ’ναίκα του άμα ήταν λοϊασμένη (κατηγορούνταν για ηθικό ολίσθημα)…

Ήταν πουλύ πίσου ου κόσμους τότι… Στ’ μέρα τ’ θ’κή μας δεν ήταν ούτι φίλημα μπρουστά σι κόσμου… Ακόμα κι κρυφά δε φ’λιόμασταν! Τόσου φόβου είχαμαν! Λες και δεν ήταν θηλυκές οι κουπέλις τότι…

Τα παλιά τα χρόνια, οι γ’ναίκις υπούφιρναν απ’ τουν άντρα, αλλά δεν έφευγαν, ν’ απαρατήσουν τα πιδιά τ’ς! Κάθουνταν, έτρουγαν κι ξύλου…

Σήμιρα οι γ’ναίκις για μία κ΄βέντα… Πραφ! Παίρουν τ’ ζακέτα στου χέρι κι κόβουν πέρα (φεύγουν)!

Τώρα ξισκλίσκ’αν (ξεσκλίστηκαν: σκίστηκαν όπως το ύφασμα) όλα! Άντρις κι γ’ναίκις σιργιανάν’ ξεζάρκωτοι (γυμνοί). Διάφ’καν (διάβηκαν: πέρασαν) απ’ τ’ μία μεριά στ’ν άλλη… Άλλοι κάνουν πιδιά κι δεν παντρεύουντι… Άλλις γ’ναίκις κάνουν πιδί μ’ όποιουν φτάσουν… Κι οι άντρις τα ίδια κάνουν… Σπέρουν πιδιά… κι όθε το βγάλει η άκρη (ό,τι θέλει ας γίνει)!»

Η αναμάρτητη πρώτη τον λίθον βαλέτω!


Όπως συμβαίνει διαχρονικά, μεταξύ αυτών που λοιδορούσαν την παραστρατημένη γυναίκα ήταν και μερικές που ήταν χειρότερες από αυτή, απλώς ήταν καμουφλαρισμένες μέσα στον όχλο: «Πουλλοί έκρυβαν τα θ’κά τ’ς, τ’ς θ’κές τ’ς τ’ς πουμπές… Αφού δε φανιρώνουνταν, ήταν καλοί κι παστρικοί! Πού να μάθινι ου άλλους τι έκαναν πέρα του λόγγου… Αλλά άμα ήγλιπαν γ’ναίκα να τ’ σιργιανάν’ στου γουμάρι, τ’ φύταγαν σα να ήταν λώβα (την έφτυναν σαν να ήταν λέπρα)! “Τφου σου, παλιουρουφιάνα!” φώναζαν… Γι’ αυτό έλιγαν οι παλιοί… κρατάτι μ’ του μπάστικου, να φτύσου ικείνη που ‘νι στου γουμάρι καβάλα! (δηλ. μία μητέρα ζήτησε να της κρατήσουν για λίγο το νόθο παιδί, για να πάει να φτύσει μια διαπομπευόμενη γυναίκα!).

Πουλλά γένουνταν κι τότι, Βασίλη μ’, στα τρυπουτά (κρυφά). Ανθρώποι ήταν κι τότι… Κι σιρκοί κι θηλυκοί… Άμα ήταν καένας ή καμία π’ γυάλιζε (ξεχώριζε για την ομορφιά του)… Άμα μία είχι άντρα π’ δεν ήταν προυκουπή (όμορφος), χώνουνταν ου άλλους απ’ τα πλεύρα (εισερχόταν διά της πλαγίας οδού)… Εμ τι… Δεν ήταν νέοι τότι; Τα νιάτα τα φέρουν όλα… Κι μι δέκα δισπουτάδις να κάμ’ς γάμου, άμα προυχουρήσει ου δαίμουνας, πάει η δ’λειά…».

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος-λαογράφος, είναι ο συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού. Το παρόν άρθρο αφιερώνεται με πόνο ψυχής στις γυναίκες που υπέστησαν (ή υπομένουν και σήμερα) κάθε είδους κακοποίηση.


Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas









img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ