Αναρτήθηκε στις:07-02-20 11:18

Η θητεία το 1913: Στη σκοπιά… χωρίς wi-fi και mp3!


Κείμενο – φωτό αρχείου: Βασίλης Μαλισιόβας*


Η στρατιωτική θητεία είναι αναμφισβήτητα μια κομβική περίοδος στη ζωή των ανδρών. Για πολλούς σημαίνει μια αυτονόητη υποχρέωση και την οριστική μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων, για κάποιους αποτελεί ευκαιρία να δοκιμάσουν τις ψυχοσωματικές αντοχές τους, για ορισμένους είναι χάσιμο χρόνου, για άλλους πηγή άγχους ή και πανικού…

«Έχουμε ένα διοικητή κέρβερο!»


Ένας φίλος με τον οποίο συνυπηρετούσαμε στον στρατό μού τηλεφώνησε και μου είπε ότι ο γιος του ήθελε να πάρει αναβολή από την εννεάμηνη θητεία του. Με παρακάλεσε να τον επισκεφθώ.

Την επόμενη κιόλας μέρα πήγα να δω τον φίλο μου στο σπίτι, με την ευκαιρία όμως να προσπαθήσω κι εγώ, εννοείται με διπλωματικό τρόπο, να πείσω τον νεαρό φαντάρο να κάνει υπομονή.

Και δεν είναι κανένας βουτυρομπεμπές – ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Δυο μέτρα παλικάρι, ήταν και σε ομάδα μπάσκετ, τελείωσε πανεπιστήμιο. Ποιος να φανταστεί ότι τη θητεία θα τη θεωρούσε αξεπέραστο πρόβλημα…

Ο μικρός ωρυόταν. Όπως λέμε στην Ήπειρο: «Πιάστε τον, δέστε τον»!

-Μα, κύριε Βασίλη, δεν με καταλαβαίνετε ούτ’ εσείς; Είναι η χειρότερη μονάδα του ελληνικού στρατού εκεί που υπηρετώ! Κάτεργα! Έχουμε ένα διοικητή κέρβερο! Σε όλα τα άλλα στρατόπεδα έχουν wi-fi, εκτός απ’ το δικό μας! Τι να το κάνουμε το κινητό; Μόνο για να παίρνουμε τηλέφωνο; Άσε που απαγορεύεται και το mp3 στη σκοπιά! Φοβερά καψώνια! Πού ζούμε;

Ο φίλος μου κουνάει σκεφτικός το κεφάλι, οπότε απαντώ στον αγανακτισμένο στρατιώτη:

-Νικόλα** μου, σε ξέρω από τότε που ήσουν μωρό, τώρα είσαι άντρας. Αντιλαμβάνομαι ότι για σένα είναι πολύ σημαντικό το να έχεις πρόσβαση στο Διαδίκτυο, όμως δεν είναι και το τέλος του κόσμου αυτό. Εγώ με τον μπαμπά σου ξέρεις τι τραβούσαμε όταν παρουσιαστήκαμε στη Θήβα, το 1992, για να πάρουμε ένα τηλέφωνο τους δικούς μας; Τέλη Νοέμβρη είχαμε παρουσιαστεί. Τότε υπήρχαν μόνο τηλέφωνα σε ατομικούς θαλάμους, σαν καμπίνες, αλλά ήταν χιλιάδες οι νεοσύλλεκτοι στο κέντρο εκπαίδευσης. Στηνόμασταν λοιπόν με τις ώρες μέσα στο κρύο, τη βροχή και το χιόνι, περιμένοντας στοιχημένοι μέχρι να έρθει η ώρα και να κάνουμε ένα τηλεφώνημα (μόνο ένα!) στα αγαπημένα μας πρόσωπα, μάλιστα αυτή η κλήση έπρεπε να διαρκεί το πολύ τρία λεπτά!

-Ναι, αλλά τουλάχιστον παίρνατε τηλέφωνο τους δικούς σας…

-Ένα λεπτό, να ολοκληρώσω την αφήγηση. Πολλές φορές συνέβαινε το εξής: Περιμέναμε για παράδειγμα δυο-τρεις ώρες, αλλά την ώρα που κοντεύαμε να μπούμε στο τηλεφωνικό κέντρο, χτυπούσε η σάλπιγγα για μεσημεριανό φαγητό, οπότε την άλλη μέρα έπρεπε να περιμένουμε άλλες τόσες ώρες, αφού πάλι ήμασταν στο τέλος της ουράς!

-Εντάξει… Εσείς όμως, όπως και οι γονείς μου, ειδικά ο πατέρας μου, δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει για ένα παιδί σήμερα να μην έχει Internet συνεχώς. A! Και τι να σας πω για το φαγητό… Ο μουσακάς δεν τρώγεται, είναι όλο μπεσαμέλ! Για να μη μιλήσω για μια πίτσα της κακιάς ώρας, που είναι όλο ζυμάρι! Τη δίνουν, και καλά, για βραδινό, αλλά δεν τρώγεται με τίποτα!

Η συζήτηση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Ο Νικόλας έμαθα ότι τελικά πήρε αναβολή.

Απελευθέρωση απ’ τους Τούρκους και… ξανά πόλεμοι!


Φυσικά όσα προανέφερα από τη 17μηνη θητεία μου αποτελούν πραγματικό χάδι μπροστά σ’ αυτά που βίωσαν οι παλαιότεροι. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο αείμνηστος πατροπλευρικός παππούς, Γεώργιος (γενν. 1898) (όπως και ο αδερφός του Μάνθος), υπηρέτησε στον στρατό τέσσερα ολόκληρα χρόνια, μάλιστα πολέμησε και στη Μικρά Ασία και έλαβε μέρος στη φονική μάχη του Αλή Βεράν, στην αμυντική θέση Τουλού Μπουνάρ, δίπλα από τον Σαγγάριο ποταμό, εκεί όπου η σαρωτική επίθεση του τουρκικού στρατού σηματοδότησε ουσιαστικά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και την αρχή της μικρασιατικής τραγωδίας. Αλλά κι ο πατέρας μου (γεν. 1934) υπηρέτησε δύο χρόνια και οι συνθήκες, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του, ήταν πραγματικά πολύ δύσκολες.

Ο λόγος αρχικά σε ηλικιωμένη πληροφορήτρια που ο πατέρας της έζησε μια πολυετή δοκιμασία:

«Ου πατέρας μ’ (γεν. 1893) όταν πήγι 20 χρουνών, έπριπι να πάει κληρουτός φαντάρους… Κι ιπειδή ήταν Τούρκοι ιδώ στα Γιάννινα του 1912-13, έπριπι να πάει στουν τουρκικό στρατό, για να πουλιμήσει… τ’ς Έλληνις στου Μπιζάνι!

Κι για να μην του κάμει αυτό, κρύφτ’καν τα Γιαννιωτάκια, για να μην πάν’ στουν τουρκικό στρατό… Άλλους πήγι στου χουριό του, άλλους πήγι στου Κάιρου, άλλους πήγι στ’ν Άρτα, ήταν Ελληνικό (ελληνική επικράτεια)…

Ου πατέρας μ’ κρύφτ’κι στου Αχμαντρειό, είνι η μιγάλη η ικκλησία τ’ς Παναγίας (Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Αρχιμανδρείου)… Παλιά ήταν αρχιμαντρίτις ικεί, είχι γύρα-γύρα μάντρα, τοίχου μιγάλου σαν κάστρου… Είχι κι κιλλιά… Ικεί κρύβουνταν τα Γιαννιουτάκια, για να μην τα πάρουν οι Τούρκοι στου στράτευμα του δ’κό τ’ς κι πουλεμήσουν τ’ αδέρφια τ’ς…

Ου πατέρας τρύπωσε (κρύφτηκε) στου Αχμαντρειό μι τ’ν πουλιουρκία τουν Γιαννίνουν του 1912 κι τιλείουσι 21 Φεβρουαρίου του ’13…

Κι όταν λευτερώθ’καν τα Γιάννινα κι γίν’καν ιλληνικό κράτους, τ’ς πήραν ίσια (αμέσως) φαντάρους, μαζί κι τουν πατέρα μ’, γιατί είχαν αρχινίσει οι βαλκανικοί πόλεμοι…

Κι πρώτα συνέχισαν τουν πόλιμου, για να λευτερώσουν τ’ Βόρειου Ήπειρου… Κι τ’ν λευτέρουσαν, αλλά για λίγου…

Ου παππούς μ’, μόλις λευτέρωσαν τ’ Βόρειου Ήπειρου, είχι πάει ικεί για να δ’λέψει στα ελληνικά σχολεία, γιατί ήταν δάσκαλους…

Αλλά τ’ μοιρασιά τ’ν είχαν κάνει οι ξένοι… Κι έβαλαν τα σύνουρα όπου ήθιλαν αυτοί… Σκάνταλα…

Να σ’ μουλουήσου κι κάτι άλλου π’ γίν’κι στ’ν Αλβανία… Όπους τ’ς είχαν στ’ς σκηνές τ’ς φαντάρους, κρύου πουλύ, βασανισμός… Η επιμελητεία (διοικητική μέριμνα) δεν τ’ς έφτανι (προλάβαινε) για να τ’ς πάει εφόδια, προχώραγι πουλύ ου στρατός, μι τα μ’λάρια… Ου πατέρας μ’ ήταν λουχίας κι είχι όλα τα Γιαννουτάκια… Δεν είχαν ούτι λαμπάδα να φέξουν..

Κι είπι ου πατέρας μ’:

-Μουρέ πιδιά, είδα ένα τζιαμί του προυί… Να πάμι ικεί, μη βρούμι καμιά λαμπάδα, κάνα κιρί, να ιδούμι ου ένας τουν άλλουν.

Δεν ήξιραν πού βρίσκουνταν, πού κοιμάνταν…

Στα ψηλαφ’τά μπήκαν στου τζιαμί…

Κι βάζει ένας σκουγμό (κραυγή τρόμου).

-Ούιιιι!

-Μουρέ, μη φουνάζεις! Τσώπα!

-Τι μη φουνάζου… Αγκάλιασα έναν πιθαμένου! Έπιακα τα γένια του!

Ήταν χότζιας (μουσουλμάνος κληρικός) αυτός πιθαμένους, τουν είχαν στ’ν ικκλησιά τ’ς (ενν. στο τέμενος, συγκεκριμένα λίγο έξω από τον χώρο προσευχής).

Δεν ξέρου αν ηύραν κιριά, αλλά έφ’καν κουσιεύουντας (έφυγαν τρέχοντας).

Νηστ’κοί, κρυουμένοι όσου να ξημιρώσουν είδαν κι έπαθαν…».

Δεκαετής θητεία σε όλα τα πολεμικά μέτωπα!


Ο ήρωας πατέρας της συνομιλήτριάς μου γύρισε για λίγο απ’ τη Β. Ήπειρο και συνέχισε τη… στρατιωτική θητεία του πολεμώντας στο μέτωπο της Μακεδονίας. Σύνολο θητείας: Δέκα χρόνια!

Η ηλικιωμένη κόρη του αφηγείται:

«Ου πατέρας μ’ είχι πουλιμήσει στ’ Μακιδουνία, έκαναν μάχη στου Σκρα, μας του μουλουγούσι ουλουένα αυτό…

Είχαν στρατοπεδέψει δίπλα σ’ ένα πουτάμι…

Ου πατέρας μ’ είχι μανία μι του κουλύμπι, γιατί ήταν όλη μέρα στ’ λίμνη… Πήγαιναν απ’ τα Γιάννινα στου Νησί κουλυμπώντα τα Γιαννιωτάκια…

Κι έκουβαν ένα καλάμι απ’ του Νησί, απ’ τουν καλαμιώνα, για να δείξουν ότι έφτακαν στου Νησί κι γύρ’σαν…

Τι έλιγα…

Α! Μόλις είδι του πουτάμι, πήδ’σι η ψυχή του (ένιωσε έντονη επιθυμία) να κουλυμπήσει στου πουτάμι!

Ήταν γιουμάτοι ψείρις τότι… Τι είχαν; Τίπουτα! Ούτι σαπούνι, ούτι αλλαξιά…

Αλλά του πουτάμι είχι λάσπη κι κόλλησι μέσα! Δε μπόρ’γι να κουν’θεί! Κι τουν έβγαλαν οι άλλοι τραβώντας τουν απ’ τα μαλλιά!

Η πανούκλα τ’ς είχι θερίσει τότι στ’ Μακεδουνία! Σακατεμένοι όλοι στου στρατό! Μι του τσιουβάλι πέθαιναν!

Ου πατέρας μ’ έκανι 10 χρόνια στου στρατό… Πήγι στ’ν Αλβανία, πήγι στ’ Μακεδουνία, πουλέμ’σι στ’ Μικρά Ασία.

Μας έλιγι κι ικειό πο’ ‘παθαν στου Σαγγάριου… Πήγι κι ου βασιλιάς ου Κουσταντίνους να κάμει τ’ν αξιάδα (παράτολμη ενέργεια) να πιράσει απού μέσα, να μπει μπρουστά κι να πουλιμήσει… Ίσια π’ τουν γλίτουσαν οι στρατιώτις τ’ς Ελλάδος…

Έρθουνταν τα βράδια οι τσέτες (άτακτοι στρατιώτες, ομάδες παραστρατιωτικών), δε μπόρ’γαν να τ’ς βρουν οι Έλληνις, γιατί οι Τούρκοι ήξιραν τουν τόπου τ’ς…

Ικεί τραυματίστ’κι ου πατέρας μ’ κι τουν έφεραν βαρεμένο (τραυματία) στ’ν Ελλάδα. Μι καράβι τουν έφεραν στουν Πειραιά. Κι στ’ν Αθήνα τουν πήγαν σ’ ένα νοσοκομείου... Τουν έβαλαν σ’ ένα κριβάτι να πιθάνει. Κόντευε να γαγγραινιάσει του πουδάρι του…

Κι του πουδάρι του ήταν μαύρου…

Είχαν κι πάει κι οι γουνέοι μ’ να τουν ιδούν.

-Σώστι τουν! Αμάν! Σαράντα πυριτό! Βγάλτι του τ’ σφαίρα απ’ του πουδάρι!

-Να πάει να του τη βγάλει ου Κιμάλ, είπι ένας γιατρουδάκος.

Τουν πήραν οι δικοί μου κι τουν έφεραν στα Γιάννινα… Κι τουν θεώρησαν λιποτάκτη, γιατί τουν πήραν άρουν άρουν, μέχρι να πάν’ τα χαρτιά (δικαιολογητικά για βαρύτατο τραυματισμό).

Ιμάς τ’ς Ηπειρώτις δε μας χώνευαν οι Παλιοελλαδίτες (της Παλιάς Ελλάδας, δηλ. Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας που απελευθερώθηκαν πρώτες από τον τουρκικό ζυγό). Μας έλιγαν “τουρκόσπουρους”.

Έλεγαν οι Παλιοελλαδίτες:

-Τι… Θα πάμι να πουλιμήσουμι στα κατσάβραχα… Τι είνι η Ήπειρους; Η άκρα τ’ς γης…

Κι ας πήρι η Ήπειρους απάν’ τ’ς όλις τ’ς μπόρις! Ιμείς πουλιμούσαμαν πρώτοι! Κι στ’ς Βαλκανικούς, κι στ’ Βόρειου Ήπειρου, κι στου ’40, κι στουν Εμφύλιου… Ουλουένα μπρουστά ήμασταν…».

Τραυματιοφορέας στον Γράμμο


Χρονικό άλμα κατά 24 χρόνια, για να ακούσουμε τον ενενηνταπεντάχρονο συνομιλητή μου:

«Κατατάχτ’κα στ’ν Κόρινθου… Καψώνια πουλλά… Μας ήφιρναν γύρα τ’ στρατώνα (η στρατώνα: το στρατόπεδο) μι τ’ ζουστήρα (ζώνη), μας κυνήγαγαν να μας βαρέσουν οι παλιοί οι φαντάροι… Τι νόμοι ήταν αυτοίνοι τότι…

Υπηρέτ’σα απ’ του 1946 τουν Ουκτώμβριου μέχρι του ’49, τριάμ’σι χρόνια… ‘Ημαν κι στου Γράμμου στουν Εμφύλιου, τραυματιοφορέας, κατέβαζαμαν μι φουρείου απ’ τα β’νά π’ γένουνταν οι μάχις κι τ’ς ήφιρναν μέχρι ικεί π’ πήγαινε αμάξι κι τ’ς έπιρνι, τ’ς κατέβαζι στα Γιάννινα, ήταν στρατιωτικό νουσουκουμείου…

Είχαμαν κι χειρουργεία εκστρατείας, για να κάνουν εγχειρήσεις όξου… Να σταματήσουμι τ’ς αιμορραγίες, πρόχειρα πράματα…

Αλλάζουμασταν ιμείς (είχαμε εναλλάξ υπηρεσίες), νουσουκόμοι, γιατροί...


Δεν ήταν εύκουλη δ’λειά αυτήνη…Πέρα απ’ του φόβου μη σκουτουθείς, είνι κι του βάρους! Να κ’βαλάς στ’ν πλάτη ανθρώπους κι μι κρύου κι μι χιόνι κι μι λάσπη… Δυο χειμώνις πέρασα στου Γράμμου… Στα σύνουρα απάνου…

Ξέρ’ς τι είνι πόλιμους; Κι τι δεν είδα! Σκουτουμένους, σακάτ’δις… Να ρεκάζουν (ουρλιάζουν) απ’ τουν πόνου! Νίλες!

Γι’ αυτό λέγιτι εμφύλιους σπαραγμός αυτός ου πόλιμους… Έλληνις ήμασταν όλοι… Έλληνας τουν Έλληνα πουλέμαγι!

Να σ’ που κι τ’ άλλου… Θ’μάμι κάπουτι είχα αρρουστήσει τ’ μέρα τ’ Βαγγελισμού, πάν’ κάτι χρόνια τώρα…

Πήγα στ’ αγροτικό ιατρείο, ιδώ στου χουριό μας, κι δε μι δέχ’κι η γιατρίνα, ιπειδή γιόρταζι, ήταν τ’ Βαγγελισμού, ήταν αργία.

-Σήμιρα βρέθ’κις να ‘ρθς; Δεν ξέρ’ς ότι δε δ’λεύουμι σήμιρα;

Κι ιγώ τι να έλιγα που υπηρέτ’σα στου Γράμμου… Η πλάτη μ’ ήταν γαλαζιασμένη απ’ τα φουρεία π’ κ’βάλησα τρία χρόνια στουν Εμφύλιου… Κι μο ‘λιγι κ’βέντις ιμένα… Κι αυτήνη η γιατρέσια (γιατρίνα) απόστασι (κουράστηκε) π’ πήγι να δ’λέψει τ’ Βαγγελισμού! Πρέπει πρώτα να ‘σαι άνθρουπους, να έχ’ς σέβαση (σεβασμό)!».

«Κληρωτός το ’12…»


Ξαναγυρίζουμε πίσω! Ο πατέρας του προηγούμενου συνομιλητή μου ήταν ακόμη πιο άτυχος, καθώς υπηρέτησε 10 χρόνια στρατιώτης:

«Ου πατέρας μ’ ήταν κληρουτός του ’12…

Πουλέμ’σι στ’ Μάχη τ’ Γριμπόβου, στου Μπιζάνι, στα Γιάννινα, στου Σαραντάπουρου, κι στ’ Θισσαλουνίκη, είχαν αρχιστράτηγο το βασιλιά τον Κωσταντίνο… Όταν δολοφόν’σαν το Γεώργιο τον Α΄, τουν ήταν στ’ Θισσαλουνίκη ου πατέρας μ’…

Κι που δεν πουλέμ’σι… Κι στουν ελληνοβουλγαρικό πόλιμου, στ’ς βαλκανικούς πουλέμους, τόσα χρόνια…

Τουν απόλαγαν κάνα μήνα, ας ήταν κι δυο, κι τουν έπιρναν πάλι στου στρατό! Έκανι δέκα χρόνια να πάρει απολυτήριο, να φύβγει απ’ του στρατό! Πουλέμαγι απ’ του ’12 μέχρι του ’22!

Στ’ Θισσαλουνίκη είχαν πιράσει γρίπη, πέθαναν πουλλοί, αλλά δεν έπαθι τίπουτα ου πατέρας μ’…

Κι αυτός ου άνθρουπους, π’ πουλέμ’σι 10 χρόνια, όχι μαναχά δεν έβγαλι σύνταξη απ’ του κράτους, αλλά δεν τουν άφ’ναν να φ’τέψει ούτι 50 φουντάνια (φυντάνια, ρίζες) καπνό, να καπνίσει…

Ήταν σταθμός χουρουφυλακής (αστυνομικό τμήμα) στου χουριό μας. Πάινι ένας χουρουφύλακας κι τ’ του χάλαγι, τουν ξικώλωνι (ξερίζωνε) τουν καπνό κι πλέρουνε κι πρόστιμου ου πατέρας μ’… Πού θα τά ‘βρισκι τα λιπτά…

Στ’ Μικρασία μαναχά δεν είχι πάει που πατέρας μ’, είχι πάει ένας μπάρμπας μ’ κι μας μουλόγαγι κι αυτός… Μην τα συζητάς…».

«Δεν ήξερα τι ήταν το ρολόι…»


Σειρά ενός 86χρονου να μας… μολοήσει:

«Έλα σιμότιρα στ’ μασίνα, να π’ρώνισι… (έλα πιο κοντά στην ξυλόσομπα, να ζεσταίνεσαι).

Είμι γινουμένους (γεννημένος) του ’34, είμι όμοια μι τουν πατέρα σου…

Φαντάρος πήγα του 1956, 12 Γενάρη, κι απουλύθ’κα 21 Σιπτιμβρίου του ’58.

Έκαμα 21 μήνις θητεία. Κατατάχ’κα στου Μισουλόγγι, κουντά πήγα ένα χρόνου στ’ Σταυρούπουλη, όξου απ’ τ’ν Ξάνθη, κι κουντά στ’ν Αλιξανδρούπουλη. Έκαμα 15 μήνις χουρίς άδεια!

Μία άδεια πήρα μαναχά του Μάη κι του Σιπτέμβρη απουλύθ’κα…

Μακριά απού σκουλειό, μακριά απού πατέρα, ουρφανό απού 6 χρουνών, του πιδί τού παραπιταμένου…

Στα χρόνια μ’ τα παιδικά είδα Γιρμανούς, Ιταλούς, αντάρτις… Άνθρουπου να τουν τ’φικάν’ (ντουφεκίζουν) κι να τουν πιράν’ μπρουστά σβαρνώντα (σέρνοντας) απ’ του πουδάρι, γιατί ήταν σκουπός στ’ς αντάρτις κι κοιμήθ’κι… Αφουρμή (πρόφαση) ήταν αυτό…

Γένουνταν κι τ’ άλλου… Σι φόρτουναν μι λίρις για να πάν’ να τ’ς θάψουν, έσκαφις ισύ ου ίδιους, για να χώσουν τ’ς λίρις κι σι τ’φέκαγαν για να μην πας κι τ’ς πάρ’ς!

Έφ’γα απ’ του χουριό, απ’ τα γίδια, κι πήγα στου στρατό… Ήμαν τζιουπάνους…

Ούλοι χουριάτις ήμασταν… Σαν τα κουτόπ’λα π’ τα βαρείς να κάμουν πέρα (σαν τις κότες που τις διώχνεις).

Καψώνια να ιδείς… Να καρτιρείς για φαΐ κι να ψένει ου ήλιους… Κι να μας κάνουν καψώνια… Σημειουτόν κι τραγούδι!

Κι συναγιρμό νύχτα (νυχτερινή άσκηση συναγερμού)…. Ταλαιπώρια μιγάλη!

Λιφτά δεν είχαμαν… Δραχμή δεν ύπαρχι (υπήρχε) π’θινά! Πήραμαν, θ’μάμι, 200 δραχμές όταν κατατάχ’καμαν… Κι ένα πινηντάρι (50 δραχμές) έπιρναμαν του μήνα, αυτά ήταν τα λιφτά… Σο’ ‘φταναν, δε σο’ ‘φταναν…

Κι να ιδείς τι έπαθα…

Έφ’γα απ’ του χουριό, απ’ τα γίδια, κι πήγα στου στρατό… Δεν ήξιρα απού ρουλόι…, ήμαν τζιουπάνους… Τρεις μήνις πήγα στου σκολειό, γιατί πιάσ’κι (ξεκίνησε) ου πόλιμους τότι που ‘μαν στ’ν πρώτη τάξη κι δε ματαπήγα…

Οι άλλοι οι φαντάροι είχαν ρουλόια, ιγώ ούτι είχα, ούτι ήξιρα τι ήταν του ρουλόι…

Έπριπι να σηκώσου τουν άλλου του θαλαμουφύλακα για να κοιμηθού κι δεν ήξιρα τ’ν ώρα…

Ε, σιγά σιγά έμαθα κι τ’ν ώρα, πήρα κι ιγώ ρουλόι…».

Μετρημένες… οι κεφτέδες!


Ο συνομιλητής μου συνεχίζει ακάθεκτος την εξιστόρηση της στρατιωτικής του ζωής:

«Τ’ μέρα πο ‘φ’γαμαν απ’ τ’ Σταυρούπολη τού καζάνι είχι φασ’λάδα…

Κι ιμείς έκαναμαν μια γαϊδουριά, απανθρουπιά, όπους θέλ’ς πες του…

Πήγαμαν στα μαγειρεία κι πήραμαν φασόλια αγρίλια, μ’σουβρασμένα, τα πήραμαν στ’ς καραβάνις μας, στ’ αγγειά μας κι πάμι στου χώρου συγκεντρώσεως κι τρώγαμαν!

Κι του τρένου στου Δαφνώνα σιούρ’ξι (σφύριξε)!

Αγναντεύουν μέσα απ’ του Γραφείου οι αξιουματικοί κι ιμείς ήμασταν όξου, τρώγαμαν τα φασούλια. Κάναμαν ένα κύκλου κι έτρουγαμαν.

Βγαίνει ένας αξιουματικός στ΄ν πόρτα κι μας γλέπει. Κι φουνάζει ένα φαντάρου:

-Τρέξε, Σταματόπουλε, να κάνει στάση του τρένου ένα λιπτό!

Ήταν σιμά (κοντά) του στρατόπιδου στ’ στάση απ’ του τρένου…

Κι κάνουμι κάτου τ’ σκουτουμού! Ν’ ακούς του βρόντου απ’ τ’ν αρβύλα μι τ’ς πρόγκις… Είχαν κι σίδιρα στα ντακούνια οι αρβύλις!

Κι του προυπήσαμαν (προλάβαμε) του τρένου π’ πάνιγι (πήγαινε) στ’ν Κουμουτηνή. Έμ’ναν 8 ικεί κι 7 πήγαμαν στ’ν Αλιξανδρούπολη…

Αφού έφτασαμαν ικεί, αρχίν’σαν να μας ρουτάν:

-Τι σειρά είσ’ ισύ;

Κι είπι απού μας ένας Ξερουμερίτ’ς (απ’ την Επαρχία Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας):

-Αύριου, αυγή, α φέξει, α σε ιδού, α σ’ που (όταν ξημερώσει, όταν σε δω, θα σου πω).

Του προυί πήραν του φάκιλου κι είειδαν ότι ιμείς δεν ήμασταν νέοι, νέα σειρά, ήμασταν παλιοί…

Αλλά αυτοί ήταν απείθαρχοι. Ήταν λόχος διοικήσεως. Γραφείς και λοιποί και λοιποί…

Του προυί ιμείς πάιναμαν μι του σακίδιου στ’ν πλάτη κανουνικά κι αυτοίνοι έρθουνταν κι μας έλυγαν (έλυναν) τ’ μία τ’ μάντα (τον ένα ιμάντα) για να κρέμιτι του σακίδιου απ’ τ’ μία τ’ μάντα, σαν απείθαρχοι… Έτσι έκαναμαν κι ιμείς, όπους ήθιλαν αυτοί…

Του στρατόπιδου ήταν στα Δάμια, στ’ν Αλιξανδρούπολη. Ικεί δεν είχαμαν μέσα, ούτι αμάξι τ’ς υπηρεσίας για να κ’βαλήσει του φαΐ όξου, να του πάμι στου φούρνου για ψήσιμου…

Κι του πηγαίναμαν ιμείς μι τα πουδάρια κι υπηρεσιακό χαρτί στα χέρια, γιατί είχι ΕΣΑ (Στρατονομία).

Για να κ’βαλήσουμι τ’ς λαμαρίνις, τρανές λαμαρίνις, πάνιγι ένας μπρουστά, ένας στ’ μέση κι ένας στ’ν άκρη. Πιρπάταγαμαν μ’σή ώρα…

Ικειός που ‘ταν στ’ μέση κράταγι δυο λαμαρίνις, μία απού ‘δώ κι μία απού ‘κεί…

Τ’ς κιφτέδις (η κεφτέδα, όπως η καρύδα!) τ’ς είχι μιτρημένις ου μάγειρας, π’ θα περιλάβαινε (παραλάμβανε) του φαΐ, να κάνει τ’ διανουμή.

Αλλά τ’ς μέτραγαμαν κι ιμείς, κι ήταν πελισσότιρις (περισσότερες) απού ικειές πο ‘λιγι (έλεγε) ου μάγειρας! Κι τ’ς περίσσειες τ’ς έτρουγαμαν!

Κάθουμασταν στουν ίσκιου, έτρουγαμαν τ΄ς κιφτέδις, έπαιρναμαν ανάσα, κι αφού ξαπόσταιναμαν (ξεκουραζόμασταν), ξεκινάμαν κι έπαιρναμαν τουν ανήφουρου τραγουδώντα!

Θ’μάμι μας έλιγι ου διοικητής:

-Είμαστι μιανής μάνας πιδιά, κι γιατροί κι δικηγόροι κι χουριάτις! Πρέπει να φάμι ούλοι του ίδιου φαΐ κι να κάνουμι ίδιες δ’λειές…

Τ’ν Κυριακή δεν είχι συσσίτιου, ξηρά τρουφή έτρουγαμαν, μία κονισέρβα, ψάρι ή ζαμπόνι.

Κουραμάνα απού μ’σή κάθι μέρα. Του Σάββατου μία, για να φάμι κι τ’ν Κυριακή. Ήταν στρόγγυλη η κουραμάνα, ψουμί καλό, όχι κι άσπρου, αλλά καλό…

Αλλά τι να κάμ’ς… Στου στρατό είσι υπό ουλουένα… Δεν κουτάς να πεις κ’βέντα… Πήγις φαντάρους κι τα ξέρ’ς κι ισύ…

Ου στρατός είνι μία κρικέλα (κρίκος), απού τότι π’ ντένισι (ντύνεσαι, δηλ. κατατάσσεσαι), μέχρι τότι π’ παίρ’ς τ’ βουιδόγλουσσα στ’ν τσέπη! Βουιδόγλουσσα ιμείς έλιγαμαν τ’ απουλυτήριου…».


«Για φαΐ… ό,τι έπιανε η κουτάλα!»


Όλοι όσοι πήγαμε φαντάροι, ιδίως οι μεγαλύτεροι, ξέρουμε τι σημαίνει συσσίτιο, φαγητό απ’ το καζάνι…

Αλλά αυτά που έζησαν οι παλιοί είναι πραγματικά για... μολόημα!

«Για φαΐ; Μην τα ρουτάς… Ό,τι έπιανι η κ’τάλα! Ζ’μί, λίγις πατάκις, λίγα μακαρόνια, ρύζι, φακές, φασούλια, ριβίθια κι κάπουτι (σπάνια) κριάσι… Παλιουκρίατου…

Αριά αυτά (δηλ. το βασικό ήταν το ζουμί, τα άλλα ήταν ελάχιστα!).

Η φασ’λάδα ήταν του καλύτιρου φαΐ, γιατί είχι πουλύ ζ’μί!

Το ‘τρουγαμαν ουρθοί αυτό του φαΐ κι καρτέρ’γαμαν να τιλειώσει η διανουμή, να πάμι για περίσσευμα…

Μας είπι ου διοικητής να μας αυγατίσει του συσσίτιου, αλλά ψουμί δε δικαιούμασταν. Κι πώς ήταν αυτό τ’ αυγάτεμα; Έρ’χνι ου μάγειρας νιρό στου καζάνι κι αυγάταγι του φαΐ!

Έρθουνταν η εφταμερία, τ’ αμάξι, του τζέιμς (μάρκα στρατιωτικού φορτηγού) μία φουρά τ’ βδουμάδα ήφιρνι τα τρουφίματα (σημ.: όπως ενσήματα, γραμματοσήματα!)… Κι καρτέρ’γαμαν ιμείς οι νηστ’κοί, οι παραπεινασμένοι, να ξιφουρτώσουμι τ΄αμάξι, να κλέψουμι κανιά κουραμάνα, να τ’ν απιτάξουμι σι κάνα απόσκιου (κρυφό μέρος) π’ θα τιλείουνι ου σιτιστής μι τουν ουδηγό….

Δε μας έφτανι πουτέ του ψουμί… Μι καμία δύναμη! Του λίμαζαμαν του ψουμί (δηλ. πεινούσαμε, μας έλειπε). Ιμείς οι χουριάτις τρώμι πουλύ ψουμί, ξέρ’ς, κι ισύ απού χουριό είσι… Του κρύπουναμαν (κρύβαμε) του ψουμί, να βάλουμι στου τσιάι τού προυί, για να μας φτάσει…».

Απάνθρωπα καψώνια!


Επειδή ο νεαρός που αναφέρω στην αρχή του άρθρου θεώρησε καψώνι το ότι ο διοικητής τους δεν επιτρέπει την ακρόαση μουσικής από mp3 στη σκοπιά, θα αναφέρω επιγραμματικά όσα μου είπε σεβάσμιος συνομιλητής μου που κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό το 1957, σε ηλικία 23 ετών:

Παρουσιάστηκε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Μεσολογγίου και, έπειτα από σαράντα μέρες, πήρε μετάθεση στο Χαϊδάρι ως διαβιβαστής Πεζικού…

Επειδή οι νεοσύλλεκτοι όταν μετατέθηκαν είχαν κάποιες κρεμάστρες που εξείχαν απ’ τον σάκο εκστρατείας (το γνωστό «λουκάνικο»), οι παλιοί για να τους ψαρώσουν… έλεγαν μεταξύ τους: «Αυτοί έφεραν τόξα για να μας σκοτώσουν!», οπότε πήραν όλες τις κρεμάστρες και τις έσπασαν.

Αλλά τα χειρότερα ακολουθούσαν… Υπήρχε ένας χοντρός, «παλιοσειρά» (40 ΕΣΣΟ), και φώναζε στους άλλους: «Απόψε θέλω να φάω δέκα νέους! Να μου φέρετε δέκα απ’ αυτούς τώρα!».

Όποιος νέος έκανε καμιά γκριμάτσα δυσφορίας (ακόμη χειρότερα αν έλεγε καμιά κουβέντα!) είχε κακά ξεμπερδέματα, αφού τον έπαιρναν σηκωτό και τον πήγαιναν στις βρύσες… για μπουγέλο. «Τ’ς ήφιρναν σα γάτις βριμμένις απ’ τ’ς βρύσις, για να τ’ς ιδούν κι οι άλλοι στου θάλαμου…».

Το ρεπερτόριο του καψωνιού περιελάμβανε μιμήσεις (κόκορας, γάτα, σκύλος…), ακόμη και μπουνιές σε όποιον δεν αναφέρονταν σωστά (π.χ. παρέλειπε το «Στρατιώτης Διαβιβάσεων» πριν από το όνομά του).

Αλλά εκείνο που, κατά τη στρατιωτική ιδιόλεκτο, «έσπαγε τον τσαμπουκά» των νεοσυλλέκτων ήταν όταν οι παλιοί τούς έκοψαν όλα τα κουμπιά από τη χλαίνη, τους εξανάγκασαν… να τα φάνε (εννοείται να τα βάλουν λίγο στο στόμα και να κάνουν ότι τα μασάνε), και βέβαια τους προειδοποίησαν ότι στην πρωινή αναφορά θα έπρεπε να μη λείπει κάποιο κουμπί από κανέναν! Και σβηστά τα φώτα στον θάλαμο! Οπότε στα ψηλαφητά βρήκαν βελόνι και κλωστή και έραψαν τα κουμπιά τους.

Στη συνέχεια ο χρονομάρτυρας, ως υποψήφιος λοχίας, πήγε σε μονάδα της 6ης μεραρχίας που έδρευε στο Κιλκίς. Και στο στρατόπεδο αυτό, φυσικά, πριν από το εγερτήριο δεν επιτρεπόταν να σηκωθείς για να στρώσεις το κρεβάτι σου, να φορέσεις τις αρβύλες και να πας στη σύνταξη του λόχου. Όλα έπρεπε να γίνουν με βάση το καθορισμένο πρόγραμμα. Μπορούμε να φανταστούμε τι γινόταν όταν σηκώνονταν όλοι μαζί: «Μι του π’ βάρ’γι (ηχούσε) η σάλπιγγα, ένα μούγκρισμα απ’ τα κριβάτια άκ’γις… Το ‘καναν για γληγουράδα, όχι να σηκώνιτι όπουτι ήθιλι ου καθένας…».

Μια μέρα, αιφνιδιαστικά, ο μέραρχος (διοικητής μεραρχίας, υποστράτηγος) για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν την ετοιμότητα στρατευσίμων, και μάλιστα εφέδρων υπαξιωματικών, πήγε νωρίτερα στο στρατόπεδο, πριν η σάλπιγγα σημάνει το πρωινό εγερτήριο, για να διαπιστώσει πώς συντάσσονται οι στρατιώτες, αλλά και οι μόνιμοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί.

Καθόταν μέσα στο τζιπ και παρακολουθούσε. Χτυπάει η σάλπιγγα, όλοι τρέχουν όπως κάθε μέρα για να προλάβουν. Όλα λειτούργησαν στην εντέλεια, τα πάντα εντός χρόνου! Ή μάλλον όχι όλα…

Ενώ λοιπόν ήταν έτοιμος ο μέραρχος να δώσει συγχαρητήρια στα στελέχη του στρατού για την πειθαρχία των στρατευσίμων… εμφανίζεται ένας αργοπορημένος στρατιώτης, ο οποίος μάλιστα φορούσε δύο αριστερές αρβύλες!

Ο μέραρχος κατακόκκινος ωρύεται:

-Τι κατάσταση είναι αυτή;!! Θα γίνω ανθυπολοχαγός πάλι (δηλ. χαμηλόβαθμος αξιωματικός), για να εκπαιδεύσω τα ΛΥΒ (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων)! Τροχάδην όλοι!

Το καψώνι του στρατηγού απευθυνόταν σε εφέδρους αλλά και κατώτερους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Κατόπιν διαταγής του, όλοι, κατά διμοιρίες, άρχισαν να τρέχουν μέσα στο γήπεδο… για να ξεπλυθεί η ντροπή του αργοπορημένου στρατιώτη!

«Θα πααίνουν σκούζουντα τα πιδιά στου στρατό!»


Με τόσες δοκιμασίες που πέρασαν οι συνομιλητές μου, δικαιούνται όχι μόνο τον επίλογο, αλλά μια πολύτομη εγκυκλοπαίδεια να γράψουν. Ηλικιωμένος χρονομάρτυρας τοποθετείται εύστοχα επί του θέματος: «Σι δέκα χρόνια θα πααίνουν σκούζουντα (κλαίγοντας) τα πιδιά στου στρατό… Απ’ τ’ν καλουπέραση… Είνι καλουμαθ’μένα… Θέλουν παραμύθια για να φάν’…

Ιμείς έτρουγαμαν στ’ λίμπα (πήλινο πιάτο) ούλοι μαζί, σι μία λίμπα, κι ποιος θα πρόπαγι (προλάβαινε)… Κι χ’λιάρια (κουτάλια) ξύλινα… Απού κούτσικα (μικρά) πιδιά μι φ’στάνια (παρότι αγόρια!), τήραγαμαν πού να βρούμι ψουμί ξιρό, όχι φαΐ…

Δε φταίει τίπουτα του πιδί που ‘νι καλουμαθ’μένου… Έτ’χι να γινν’θεί τώρα… Άλλαξαν οι ιπουχές…».

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος-λαογράφος, είναι ο συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού. Το παρόν άρθρο έχει διπλή αφιέρωση: Πρωτίστως σε όσους αγωνίστηκαν για να ζούμε ελεύθεροι. Κατά δεύτερον, σε όσους υπέστησαν κάθε είδους καταπίεση στη ζωή τους, όμως δεν λύγισαν.


**Τα ονόματα, για ευνόητους λόγους, είναι φανταστικά, οι αφηγήσεις όμως πραγματικές.


Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ