Αναρτήθηκε στις:20-09-19 14:17

Σχολικό έτος 1929-1930: Νόμος και τάξη…


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Η σχολική χρονιά ξεκίνησε πριν από λίγες μέρες, με τις ευχές όλων μας για καλή πρόοδο των μαθητών και μαθητριών, αλλά και καλή δύναμη των εκπαιδευτικών!

Οι γονείς κάνουν συνεχείς υπολογισμούς για να αντεπεξέλθουν στις αναπόφευκτες αγορές σχολικών ειδών, τα παιδιά τους θέλουν μοδάτες τσάντες, ρούχα και παπούτσια (αδιαφορώντας για το κόστος), τα πρωτάκια προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα ζωή τους… Ο καθένας έχει τα προβλήματά του!

Αλήθεια, τι θα λέγατε να κάναμε μια αναδρομή στο παρελθόν και να συνομιλήσουμε με μια μαθήτρια… του 1929;
Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω με τιμή και καμάρι την 98χρονη θεία μου Σοφία!

Τυχερή που πήγε στο δημοτικό…


Η 98χρονη Σοφία Σαλαμούρα-Τάτση (η «θείτσα Σόφω» για εμάς, η «Μάνα», όπως την αποκαλούν όλοι οι στενοί συγγενείς της, μέχρι και ο τρισέγγονός της) είναι γέννημα-θρέμμα του χωριού Μαρκινιάδα Άρτας. Κι όχι απλώς είναι εν ζωή σήμερα, αλλά παραμένει ακμαιότατη, με αξιοζήλευτη πνευματική διαύγεια και μνήμη μικρού κοριτσιού, οπότε μας αφηγείται με χειμαρρώδη τρόπο τα μαθητικά της χρόνια.

Εννοείται ότι ήταν πάρα πολύ τυχερή, μιας και σχεδόν όλοι οι γονείς των συνομηλίκων της στα χωριά της Ηπείρου εκείνη την εποχή θεωρούσαν αδιανόητο να στείλουν τα κορίτσια στο σχολείο. «Γιατί να σας στείλω στο σχολείο; Για να στέλνετε γράμματα στους αγαπητικούς σας;», έλεγαν με σκληρή ειρωνεία στις κόρες τους που ήθελαν να πάνε στο δημοτικό.

Ας δούμε λοιπόν, στο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής μας, πώς μας αυτοσυστήνεται η αξιοσέβαστη θεία μου, αλλά και στη συνέχεια πώς ήταν η ζωή μιας μαθήτριας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εκείνη την εποχή:

«Ιμένα μ’ έχουν παραγραμμένη (έχουν γράψει λάθος τα στοιχεία μου), η ταυτότητα μ’ γράφει 1924… Ιγώ είμι γινουμένη (γεννημένη) του 1922, γεννέθ’κα τ’ς 10 Θιρτή (Θεριστή: Ιουνίου)… Θέρ’ζαμαν τα σιτάρια τότι, έλιγι η μάνα μ’… Σαν κι μας έγραφαν τότι (μήπως δήλωναν έγκαιρα τη γέννησή μας)… Όποτι ξάδειαζαν (ευκαιρούσαν), πάιναν κι μας έγραφαν (έκαναν εγγραφή στα δημοτολόγια)… Για να καταλάβ’ς τι γράμματα μάθιναμαν, τιλείουσα τ’ν έκτη δημουτικού, κι δεν ήξιρα ούτι τ’ν προυπαίδεια… Κάτσι, να σ’ τα μουλουήσου…».

Για ποιους χτυπούσε η καμπάνα…


Τα χρόνια που μας εξιστορεί η θεία Σοφία, έλειπαν πολλά από τα αγαθά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, όπως για παράδειγμα ο ηλεκτρισμός, τα ρολόγια, τα τηλέφωνα, αλλά και πολύ πιο απλά πράγματα.

Ας την ακούσουμε να μας λέει πώς γινόταν το προσκλητήριο στο μάθημα, ποιο ήταν… το μεγάλο σχολικό κουδούνι: «Δεν είχαμαν ρουλόια τότι, ου δάσκαλους μαναχά είχι ρουλόι… Αυτός ήξιρι τι ώρα είνι… Η καμπάνα βάρ’γι (χτυπούσε) του προυί, πάιναμαν στου σκουλειό. Τ’ν καμπάνα τ’ βάρ’γι ένα πιδί». Ο δάσκαλος ανέθετε από την προηγούμενη μέρα σε ένα αγόρι να χτυπήσει την καμπάνα, η οποία δεν ήταν σε καμπαναριό, αλλά κρεμόταν σε ένα δέντρο έξω από την εκκλησία, σε μικρή απόσταση από το σχολείο.

Πρωί κι απόγευμα στο σχολείο


Σήμερα όλοι το ομολογούν, κυρίως όμως οι γονείς αλλά και οι εκπαιδευτικοί, ότι τα παιδιά είναι ανικανοποίητα και γκρινιάζουν συνεχώς, ένας δε λόγος της δυσφορίας τους είναι ότι κουράζονται με τις πολλές υποχρεώσεις τους. Μπορεί να έχουν δίκιο, ειδικά στην περίπτωση που τα παιδιά αποτελούν… σάκο του μποξ για τις υπερβολικές φιλοδοξίες και τα απωθημένα των γονιών.

Αλλά και την εποχή στην οποία αναφέρεται το άρθρο τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλύτερα. Τι λέει η τότε μαθήτρια του δημοτικού; «Έκαναμαν μάθημα μέχρι του μισημέρι… “Φεύγιστι (φύγετε)… Να πάτι να φάτι κι να ματάρθιτι…” μας έλιγι ου δάσκαλους όταν απόσταινε (κουραζόταν)… Κάθουμασταν κανα-δυο ώρις στου σπίτι κι τ’ απόγιμα κατά τ’ς 4 πάλι βάρ’γι η καμπάνα, μέχρι να βασιλέψει (δύσει) ου ήλιους κι τότι μας απόλαγι ου δάσκαλους…».


Και αν φαίνεται εξοντωτικό το μάθημα πρωί κι απόγευμα, τι να πούμε για το ότι οι μαθητές δεν είχαν ούτε μια μέρα κενή! Μάθημα και το Σάββατο κανονικά. Μόνο την Κυριακή δεν λειτουργούσαν τα σχολεία, αλλά ήταν υποχρεωτικός ο εκκλησιασμός για όλους τους μαθητές, μαζί με τον δάσκαλο. Αυτό σήμαινε ότι η σχολική εβδομάδα ήταν 7ήμερη!

Συνδιδασκαλία ανά δύο τάξεις


Οι εκπαιδευτικοί το ξέρουν πολύ καλά ότι δεν μπορείς να ελέγξεις εύκολα μια μεγάλη τάξη, αλλά ούτε και να διδάξεις αποτελεσματικά τους μαθητές. Η ποσότητα πάντα είναι μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ειδικά τα χρόνια που η θεία μου Σοφία πήγαινε στο δημοτικό, στα χωριά της πατρίδας μας δεν υπήρχε η πολυτέλεια για διθέσια ή τριθέσια σχολεία. Σαράντα ή και πενήντα μαθητές είχαν μόνο ένα δάσκαλο! Φανταστείτε ένα μονόχωρο σχολείο, μία αίθουσα με περιορισμένο χώρο, να φιλοξενεί 50 παιδιά. Τι μάθημα να κάνει αυτός ο δάσκαλος…

Όπως θυμάται η συνομιλήτριά μου: «Στου σχουλειό ήταν 40-45 πιδιά, ένας δάσκαλους ήταν! Κι δεν ήταν πιδιά μαναχά απ’ του χουριό μας… Έρθουνταν κι απ’ τ’ Μέγκλα κι απ’ τα Κοσμίτσαινα (γειτονικοί συνοικισμοί)».

Η κάθε μέρα στο σχολείο ξεκινούσε πάντα με προσευχή, μέσα στην τάξη, περίπου στις 8-8.30 το πρωί. Κι ο δάσκαλος για να εξοικονομήσει χρόνο, αλλά και να ελέγξει το πλήθος των μαθητών, έκανε συνδιδασκαλία ανά δύο τάξεις, δηλ. αρχικά πρώτη και δευτέρα (διδάσκονταν κυρίως αλφαβήτα και συλλαβισμός αλλά γινόταν και μια πρώτη εξάσκηση στην ανάγνωση), μετά τρίτη και τετάρτη (ανάγνωση αλλά και έμφαση στην αριθμητική και κυρίως στην πρόσθεση και την αφαίρεση) και στο τέλος πέμπτη και έκτη (ανάγνωση, γεωγραφία, θρησκευτικά, ιστορία κι από μαθηματικά κυρίως διαίρεση και πολλαπλασιασμός).

Αυτό το θυμάμαι κι απ’ τα δικά μου μαθητικά χρόνια στο μονοθέσιο δημοτικό του χωριού μας: Όταν ο δάσκαλος έκανε μάθημα σε μία τάξη, όλοι οι άλλοι μαθητές ασχολούνταν με εργασίες που τους ανέθετε, αλλά και με το να προετοιμαστούν για το επόμενο μάθημα.

Κοντύλι, κιμωλία και… λαγοπόδαρο!


Τα περισσότερα σχολεία σήμερα έχουν ανέσεις που ήταν αδιανόητη πολυτέλεια τα παλιά χρόνια. Δεν μιλάμε μόνο για θέρμανση, αλλά και για προτζέκτορες και διαδραστικούς πίνακες.

Τότε όμως που πήγαινε σχολείο η θεία Σοφία, τα πάντα ήταν φτωχικά και υποτυπώδη. Καταρχήν, η σχολική αίθουσα ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο σπιτιού που νοίκιαζε το κράτος από έναν συγχωριανό μας – το σχολείο του χωριού μας χτίστηκε αργότερα.

Ο μόνος εξοπλισμός της αίθουσας του δημοτικού σχολείου ήταν τα θρανία (με ενσωματωμένο ξύλινο κάθισμα για δύο μαθητές), ένας πίνακας, κιμωλίες (μόνο λευκού χρώματος) και… ένα αποξηραμένο λαγοπόδαρο! Ναι… Ελλείψει σφουγγαριού για το σβήσιμο του πίνακα, το ποδαράκι του άτυχου ζώου αναλάμβανε αυτή την εργασία!

[«Είχαμαν θρανία κι πίνακα... Κιμουλίες άσπρις είχαμαν μαναχά, όχι άλλου χρώμα… Τουν πίνακα θ’μάμι τουν έσβηγαμαν (σβήναμε) μι λαγουπόδαρου… Ρεύμα μπα… Δεν είχαμαν…»].

Αλλά και το κοντύλι (γραφίδα), παρ’ ότι ως λέξη το συναντάμε σε μεσαιωνικά τραγούδια αλλά και σε ευρέως διαδεδομένα σύνθετα (κονδυλοφόρος, μονοκονδυλιά), σήμερα είναι παντελώς άγνωστο.

Ας αφήσουμε την τότε μικρή μαθήτρια, τη Σοφούλα, να μας επεξηγήσει στην ηπειρώτικη ντοπιολαλιά: «Του κουντύλι ήταν σα μουλύβι… Αλλά δεν ήταν απού ξύλου... Το ’ξυγαμαν (το ξύναμε) για να γένει η μύτη όπους στου μουλύβι... Κι όταν σώνουνταν (φθειρόταν εντελώς), έφκιαναμαν κουντύλι απού πλάκις (πέτρες, βλ. φωτό)! Του κουντύλι τ’ αγόραζαμαν… Κοντύτιρου απ’ του μουλύβι, λιανούτσικου (λεπτούτσικο), κι μ’ αυτό έγραφαμαν σι πλάκις (σαν ατομικός πίνακας, που χρησίμευε σαν τετράδιο)… Η πλάκα είχι ξύλου γύρα-γύρα σαν καθρέφτ’ς (πλαίσιο ξύλινο) κι ικεί έγραφαμαν… Α! Η πλάκα είχι κι μία τρύπα για να δένουμι του κουντύλι. Έγραφαμαν όλοι οι μαθηταί (!), κι το ‘σβηγαμαν (σβήναμε) ωτεκεί (εκείνη τη στιγμή) μι τα χέρια μας, μι τ΄ν απαλάμη, μι του μανίκι, μι κάνα πανάκι, κι έγραφαμαν άλλα…

Χάρτις δεν είχαμαν… Στ’ν πέμπτη κι τ’ν έκτη είχαμαν χάρτις… Θ’μάμι απού τότι μας έλιγαν για τ’ν Κύπρου, να φκιάσουμι του νησί (να το ζωγραφίσουμε)…».

Προσοχή, να μη χυθεί η μελάνη!


Όπως θυμάται η αιωνόβια συνομιλήτριά μου: «Απού πρώτη τάξη μέχρι κι τιτάρτη έγραφαμαν μι κουντύλια σι πλάκις… Πέμπτη κι έκτη έγραφαμαν μι πέννα. Ήταν ένα τετράγκωνο (τετράγωνο) μπουκαλάκι μι μιλάνη (ενν. μελανοδοχείο), είχι φιλλό απουπάνου κι δε βίδουνι. Βούταγαμαν τ’ν πέννα στ’ μιλάνη, τ’ν τράβαγαμαν για να μη στάξει κι έγραφαμαν».

Στις χειροποίητες τσάντες, που τις έραβαν οι μητέρες τους, οι μαθήτριες και οι μαθητές έβαζαν τα ελάχιστα τετράδια, τα βιβλία, αλλά και την πλάκα με το κοντύλι.

Το μελανοδοχείο δεν το έβαζαν στην τσάντα; «Τ’ μελάνη τ’ βάσταγαμαν στου χέρι, γιατί άμα γύρναγι (αναποδογύριζε) θα μας έκανι άχρηστα τα βιβλία κι τα τιτράδια! Κι τα ‘χαμαν ούλα αγουρασμένα! Τίπουτα δουρεάν! Ακόμα κι τα βιβλία τ’ αγόραζαν οι γουνέοι μας απ’ τ’ν Άρτα…».

Κρυφτό για τα αγόρια, χειροποίητες κούκλες για τα κορίτσια


Το διάλειμμα ανέκαθεν ήταν η χαρά του παιδιού, η ώρα που περιμένει πώς και πώς για να ξεκουραστεί, να βρεθεί με τους συμμαθητές του και να παίξει μαζί τους.

Το μεσημέρι (κατά τις 2, όχι όμως πάντα σε σταθερή ώρα) σηματοδοτούσε τη διακοπή των μαθημάτων και την αποχώρηση των μαθητών, οι οποίοι πήγαιναν στα σπίτια τους για να φάνε και να ξεκουραστούν λίγο.

Το μεγάλο αυτό διάλειμμα διαρκούσε τουλάχιστον μία ώρα. Το απόγευμα οι μαθητές και οι μαθήτριες συγκεντρώνονταν και πάλι στο σχολείο, χωρίς κωδωνοκρουσία όμως αυτή τη φορά.

Ρωτώ τη θεία μου για το τι έπαιζαν τα παιδιά την ώρα του διαλείμματος. Οι μπάλες, ειδικά πλαστικές και δερμάτινες, ήταν μια πολυτέλεια που ούτε καν μπορούσαν να φανταστούν τα αγόρια. «Δεν υπήρχι τότι τόπα (μπάλα). Τα πιδιά (αγόρια) έπιζαν κρυφτό κι ιμείς οι κουπέλις μι τ’ς κ’τσούνις (κουτσούνες: χειροποίητες πάνινες κούκλες), μι παλιά πανιά, τα ‘κουβαν, έφκιαναν ένα κιφάλι, τα γιόμ’ζαν μι άλλα παλιουρούτια (παλιόρουχα) κι γένουνταν κούκλα…».

Γάλα, τραχανάς και καμιά πίτα…


Μία από τις καθημερινές έγνοιες των μαμάδων είναι το κολατσιό των παιδιών τους για την επόμενη μέρα στο σχολείο. Τοστ ή κρουασάν; Κρουασάν με γέμιση σοκολάτα ή φράουλα; Φρούτο ή σάντουιτς; Γαλοπούλα ή πάριζα για αλλαντικό;

Τα παιδιά δεν ανησυχούν για το τι θα φάνε, η στοργική μανούλα κάτι νόστιμο θα βάλει στην τσάντα τους. Μάλιστα, πολλές φορές, «όπως το βάζω το σαντουιτσάκι στην τσάντα του γιου μου το πρωί, έτσι το βρίσκω το μεσημέρι… δεν πεινάνε όπως πεινούσαμε εμείς στην ηλικία τους… ή αγοράζουν απ’ το κυλικείο…», λέει μια καλή μου φίλη.

Αλλά αν μιλάει μια 40χρονη για πείνα, τι να πει και μια 98χρονη; Η θεία Σοφία μού μιλάει και για το τι έτρωγαν τα παιδιά εκείνης της μακρινής εποχής. Οι εναλλακτικές ήταν ελάχιστες: «Κάθι προυί η μάνα μ’ έβραζι τραχανά ή γάλα… Ή κανιά πίτα αν είχι φκιάσει του βράδυ… Οι γ’ναίκις τότι μαέριβαν του βράδυ, γιατί δούλιβαν ούλη μέρα στα χουράφια… Στου σκουλειό δεν έτρουγαμαν τίπουτα… Του μισημέρι π’ μας σκόλαγι ου δάσκαλους, έτρουγαμαν μια κι καλή… Τα βλαχόπ’λα (οι συμμαθητές της που ήταν παιδιά μετακινούμενων κτηνοτρόφων και περπατούσαν μέχρι και δύο ώρες για να έρθουν στο σχολείο) έπιαναν κάναν ίσκιου (δηλ. κάθονταν σε σκιερό μέρος) για να φάν’… Ψουμουτύρι έτρουγαν κάθι μέρα αυτά τα πιδιά…», θυμάται η ηλικιωμένη θεία μου.

Χειροποίητες τσάντες


Σήμερα η αγορά σχολικής τσάντας είναι ένα ζήτημα που απασχολεί επί μέρες όλη την οικογένεια. Να έχει ρόδες για να μεταφέρεται πιο εύκολα; Να προσαρμόζεται στην πλάτη του μαθητή, ή μήπως αυτό επιβαρύνει το μυοσκελετικό του σύστημα; Πόσα χωρίσματα να έχει για να βάζει τακτοποιημένα τα πράγματά του;



«Τα παλιά τα χρόνια», τα παιδάκια που πήγαιναν στο σχολείο δεν είχαν απολύτως καμία επιλογή, αλλά και κανένα αντίστοιχο άγχος οι γονείς τους. Οι μανάδες των παιδιών έπαιρναν παλιά υφάσματα και με αυτά έραβαν μια υποτυπώδη τσάντα, η οποία είχε μόνο ένα κουμπί για να κλείνει, αλλά και μια λωρίδα υφάσματος, που την περνούσαν στον ώμο για να τη μεταφέρουν. «Αυτήνη τ’ν τσιάντα τ’ν έσκαγαμαν στ’ν πλάτη κι πάιναμαν στου σκουλειό…», λέει η αιωνόβια πληροφορήτρια.

«Πούντιαζαμαν στου κρύου…»


Σε σχετική ερώτηση η σεβάσμια θεία μου απαντά: «Αν είχαμαν σόμπα; Μπα… Τίπουτα! Πού να βρεις σόμπα τότι… Πούντιαζαμαν στου κρύου! Κι πουλλά πιδιά ήταν ξυπόλητα ή είχαν τρύπια παπούτσια… Κινούργιου παπούτσι δε φόραγι κανένας τότι, ούτι ιμείς τα πιδιά… Τα βλαχόπ’λα φόραγαν σγαρόνια (παπούτσια από κατεργασμένο δέρμα χοίρου)… Κι τα ρούχα μας ήταν μπαλουμένα… Ό,τι φόραγαμαν, πιδιά κι κουπέλις (αγόρια και κορίτσια), ήταν υφαντά στουν αργαλειό, τα ύφαιναν οι μανάδις μας…».

«Τα χέρια κι τα πουδάρια μας ήταν γαλάζια απ’ του ξύλου!»


Ένα σκοτεινό κεφάλαιο της μαθητικής ζωής τα παλιά χρόνια ήταν οι μαθητικές τιμωρίες, όχι απλώς αντιπαιδαγωγικές αλλά ταπεινωτικές, σκληρές και πραγματικά απάνθρωπες. Τα όσα αφηγείται η θεία μου για το τι πέρασε από τους δασκάλους της δεν μπορεί να τα πιστέψει εύκολα κάποιος νέος, πολύ περισσότερο ένα παιδί.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει σε έναν δάσκαλο από τα ορεινά χωριά της Άρτας. Ήταν ανύπαντρος και έμενε με τη μητέρα και τα αδέρφια του σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στη σχολική αίθουσα.

Η θεία μου τα εξιστορεί κυριολεκτικά χωρίς να πάρει ανάσα:

«Ήταν ένας δάσκαλους απ’ τα χουριά μας π’ μας είχι τσακίσει στου ξύλου! (για ευνόητους λόγους δεν αναφέρεται το όνομά του). Μι χάρακα κι μι λούρις απού κρανιές μάς βάρ’γι (οι βέργες αυτές είναι ευλύγιστες, αλλά και δεν σπάνε)! Τα χέρια κι τα πουδάρια μας χρουν’κής (όλο τον χρόνο) τα ‘ταν γαλάζια απ’ του ξύλου!

Δεν κόταγαμαν (τολμούσαμε) να πούμι ούτι στ’ς γουνέους μας ότι μας βαρεί ου δάσκαλους! Κι να έλιγαμαν τίπουτα, μας έλιγαν οι θ’κοί μας: “Ου δάσκαλους σάς βαρεί για να μάθιτι γράμματα! Διαβάστι, για να μην τρώτι ξύλου!” Δεν πάινι (πάγαινε: πήγαινε) πουτέ κανένας γουνής να κάμει παράπουνα στου δάσκαλου γιατί βάρισι τα πιδιά… Κι έστιλναν κι πισκέσια (δώρα) στ’ς δασκάλους: αυγά, τυρί, δγιαούρτη…

Αυτός ου δάσκαλους ήταν ανύπαντρους (35 μι 40 χρουνών, αυτού μέσα…), είχι κι τ’ μάνα του κι τ’ν αδιρφή του κι τουν αδιρφό του… Η αδιρφή του ήταν μιγάλη, 25 χρουνών, ου αδιρφός του ήταν στ’ν έκτη δημουτικού… Είχαν δουματιάκι δίπλα απ’ του σκουλειό… Σ’ ένα δουματιάκι κι οι τέσσιροι… Κι άμα τσακώνουνταν αυτός μι τ’ μάνα του, ξιθίμαινε στ’ ιμάς! Κι τουν αδιρφό του τούν έδιρνι κι αυτόν!

Ου αδιρφός του έβανι μπαρούτη στου χέρι απ’ τα πιδιά κι του κένταγι σταυρό μ’ ένα βιλόνι (έκανε τατουάζ!), κι αυτό όταν έβγινι του αίμα κι έμπινι η μπαρούτη μέσα, έμν’σκι (έμενε) ου σταυρός γαλάζιους, δεν έφιβγι (ήταν ανεξίτηλος)! Απάνου απ’ τ’ν παλάμη, ικεί π’ βάνουμι του ρουλόι (στον καρπό).

Αυτός ου δάσκαλους βάρ’γι κι πιδιά κι κουπέλις (αγόρια και κορίτσια), όποιουν ηύρισκι τούν βάρ’γι! Μας έλιγι, γράψτι στουν πίνακα, αλλά ιμείς δεν ήξιραμαν απού αρχή (δεν είχαμε βάσεις στη μάθηση) κι αυτός βάρ’γι… Σαν κι (μήπως) τουν πόναγι αυτόν, ιμάς πόναγι…

Μας έβανι κι τιμουρία στου κ’τσό, να στέκουμαστι στου ένα του πουδάρι, στ’ν άκρη απ’ του σκουλειό (στη γωνία της αίθουσας). Κι άμα απόσταινες (κουραζόσουν) κι σο’ ‘φιβγι του πουδάρι κι ακούμπαγι καταή (δηλ. το ακουμπούσες στο έδαφος), σο’ ‘κουβι (σου έριχνε) κι κάμπουσις μι τ’ λούρα! Στου κ’τσό έβανι τα πιδιά (αγόρια), όχι ιμάς τ’ς κουπέλις…

Αυτός έκατσι ένα χρόνο, μιτά πέθανι απού παλιαρρώστια… Ου έρμους…».

Η φωτεινή εξαίρεση ενός δασκάλου…


Η τότε μικρή μαθήτρια και σήμερα αιωνόβια προ-προγιαγιά θυμάται με σεβασμό και νοσταλγία έναν πολύ καλό δάσκαλο που είχε στην έκτη δημοτικού.

«…Κουντά (αργότερα) ήρθι ένας πουλύ καλός δάσκαλους. Δε μας βάρισι πουτέ… Μας μάθινι γράμματα, μας ορμήνευε (συμβούλευε), μας πάινι ικδρουμές, μας έβανι ποιήματα κι διαλόγους (θεατρικά σκετς στις εθνικές επετείους), μας μάθινι χουρούς, τραγούδια… Ιγώ είχα πουλύ θυμητικό (ισχυρή μνήμη), μια φουρά τού διάβαζα κι δεν του πέραγα δεύτερη, του θ’μάμαν…. (αυτός ο δάσκαλος λεγόταν Κώστας Γεωργούλας απ’ το Τετράκωμο Άρτας)».

Εκμάθηση προπαίδειας… άνευ διδασκάλου!


Η μικρή Σοφία τελείωσε το δημοτικό σχολείο, αλλά δεν υπήρχε καμία δυνατότητα για να συνεχίσει στο γυμνάσιο. Η μόνη επιλογή ήταν να βοηθήσει την οικογένειά της βόσκοντας τα γιδοπρόβατα.

Την προπαίδεια, κυρίως λόγω του φόβου και του ξυλοδαρμού, δεν μπόρεσε να τη μάθει στο δημοτικό σχολείο, την έμαθε όμως… βόσκοντας το κοπάδι!

Πώς έγινε αυτό; Στην πίσω πλευρά ένα παλιό τετράδιο είχε γραμμένη την προπαίδεια, έτσι ώστε να μπορούν συνεχώς να τη βλέπουν οι μαθητές για να την αποστηθίσουν. Έσκισε λοιπόν αυτή τη σελίδα η μικρή Σοφία και τη διάβαζε καθημερινά, όταν πήγαινε το κοπάδι για βοσκή. Το αποτέλεσμα; Όχι μόνο έμαθε να κάνει ταχύτατα πολλαπλασιασμούς, αλλά και όταν πλέον ενηλικιώθηκε και πήγε στην Άρτα (όπου παντρεύτηκε τον σύζυγό της, τον μακαρίτη θείο Γιώργο), άνοιξε κατάστημα κατεψυγμένων τροφίμων, και μάλιστα τους λογαριασμούς τούς έκανε πάντα χωρίς στυλό και χαρτί! Αριθμομηχανή το μυαλό της!

Όπως λέει γελώντας, αλλά και με εύλογη υπερηφάνεια για το ηπειρώτικο πείσμα της: «Ξισκόλισα (τελείωσα το δημοτικό) κι δεν ήξιρα προυπαίδεια… Αλλά απ’ αυτό του τιτράδιου τ’ν έμαθα μια κι καλή! Ιγώ κράτ’σα μαγαζί μι του μυαλό μ’, δεν τα ‘γραφα. Μι του μυαλό μ’ ηύρισκα πόσα λιπτά να μ’ δώκει ου καθένας. Τόσα κιλά κουτόπ’λα μι τόσις δραχμές (έκανε τον πολλαπλασιασμό βάρους και τιμής) κι ηύρισκα πόσου έκανι, μέχρι κι τ’ς δικάρις (υποδιαίρεση της δραχμής). Θ’μάμι, κάπουτι είχι έρθει ένας δάσκαλους κι αγόρασι δυο κουτόπ’λα… Ιγώ έκανα απόξου (χωρίς χαρτί και μολύβι) του λουγαριασμό… Αυτός τα ‘γραψι σ’ ένα χαρτί για να δει ότι τα ‘καμα (υπολόγισα) σουστά… Κι δεν πίστιβι… Κι πιδιά απ’ του γυμνάσιου πο’ ‘ρθουνταν στου μαγαζί για να ψουνίσουν, δεν ήξιραν να κάμουν λουγαριασμό μι του μυαλό τ’ς…».

Μάνα τεσσάρων γενεών!


Η γλυκύτατη θεία Σοφία είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Έζησε βασανισμένη ζωή και βίωσε ακραία φτώχεια στα παιδικά και νεανικά της χρόνια. Έμεινε ορφανή από πατέρα, τα πολυαγαπημένα της αδέρφια, Παύλος και Νικόλαος Σαλαμούρας, βρήκαν τραγικό θάνατο στη διάρκεια του Εμφυλίου. Δυστυχώς γεύτηκε το δηλητήριο και του θανάτου παιδιών της, αφού έχασε τον γιο της, μία κόρη της, αλλά και τον γαμπρό της. «Να ‘ταν ο πόνος μου καπνός, να τον φυσάω, να φεύγει» λέει, και τα μάτια της βουρκώνουν.

Υπόδειγμα αγωνιστικότητας και εργατικότητας, ασυμβίβαστη και αυτοδημιούργητη, με κοφτερό μυαλό, δούλεψε σκληρά μια ζωή, έγινε επιτυχημένη επιχειρηματίας, το σημαντικότερο όμως κατόρθωμά της ήταν ότι δημιούργησε μια πραγματικά υπέροχη οικογένεια. Αξιώθηκε να καμαρώνει σήμερα την κόρη της, εγγόνια, δισέγγονα κι ένα τρισέγγονο!

Μένει όρθια, καπετάνισσα στο τιμόνι της ζωής και της οικογένειας. Ένα πράγμα που μ’ εντυπωσιάζει είναι ότι την προσφωνούν «Μάνα» όχι μόνο η κόρη της, αλλά και τα εγγόνια, τα δισέγγονά της, όπως κι ο μικρούλης τρισέγγονός της! Η θεία Σοφία μεγάλωσε με αγάπη και αυτοθυσία τέσσερις γενιές, αλλά τώρα εισπράττει την ίδια ζεστασιά από τους δικούς της ανθρώπους. Δεν υπάρχει πιο συγκινητικό πράγμα, για παράδειγμα, να βλέπεις μια ωραία οικογενειακή φωτογραφία με τριάντα ανθρώπους (απόδειξη του θαύματος συνέχισης της ζωής) γύρω από τη Μάνα Σοφία, την ηρωίδα και αγωνίστρια που πλησιάζει τα εκατό, κι όμως είναι ακμαία και με εξαιρετική υγεία σώματος και πνεύματος, και δικαιολογημένα καμαρώνει για τους απογόνους της, όπως κι αυτοί για εκείνη!

Τέλη Αυγούστου, απολαμβάνοντας το καφεδάκι στο πάντα φιλόξενο σπίτι της θείας μου Σοφίας, η οποία μου χαρίζει και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία από τότε που ήταν νέα – όμορφη παραμένει μέχρι και σήμερα. Η συνέντευξη τελειώνει με θερμές ευχαριστίες από την πλευρά μου. Η πολυσέβαστη συνομιλήτριά μου δίνει μια πολύ συγκινητική ευχή προς όλους μας, όχι απλώς να φτάσουμε στην ηλικία της, αλλά να ζήσουμε κι ακόμα παραπάνω! («Να μ’ πάριτι τα χρόνια κι να τα πιράσιτι!», λέει χαμογελώντας). Η ευχή μας προς τη θεία Σοφία; Να τα χιλιάσει!

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος-θεολόγος και εταίρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκεια-Τοσίτσεια Σχολεία), είναι συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού


E-mail: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas






img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ