Αναρτήθηκε στις:21-08-19 10:58

Συνέντευξη της Ελένης Πριοβόλου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Οι λέξεις είναι το νόημά τους. Είναι οι ιδέες. Με αυτές γκρεμίζεις και αναδημιουργείς τον κόσμο


Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Αιτωλίας και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί μέχρι σήμερα. Έχει καταθέσει είκοσι ένα βιβλία για παιδιά και εφήβους, επτά μυθιστορήματα για μεγάλους, μία νουβέλα και ένα βιβλίο με ιστορίες. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημά της Όπως ήθελα να ζήσω (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009). Επίσης, έχει αποσπάσει το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Μεγάλα Παιδιά του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο της Το σύνθημα (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2008). Αφορμή για τη συζήτησή μας αυτή στάθηκε το τελευταίο της μυθιστόρημα, Στη ζωή νωρίς νυχτώνει (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019), το οποίο παρουσιάζεται τη Δευτέρα 6 Μαΐου, στις 8 το βράδυ, στο Polis Art Café.

Κάθε μυθιστόρημά σας είναι διαφορετικό από το προηγούμενο. Πώς ξεκινά η προετοιμασία για να γράψετε ένα νέο βιβλίο;


Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και εσάς προσωπικά αλλά και το περιοδικό για τη διαρκή στήριξη. Και για να απαντήσω στην ερώτησή σας: το θέμα έρχεται και με βρίσκει μέσα από ανερμήνευτες συγκυρίες. Αυτό συμβαίνει διότι οι κεραίες μου βρίσκονται πάντα τεντωμένες προς τα κοινωνικά συμβάντα, αλλά και επειδή μελετώ πολύ ιστορία, κοινωνιολογία και πολιτική επιστήμη. Είμαι κοντά στο προσφυγικό ζήτημα και φυσικά στις αντίρροπες δυνάμεις και ωσμώσεις της εποχής και της χώρας. Δεν ζω μέσα στο ατομικό μου καβούκι, αλλά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ολιστικά ως μέλος ενός κόσμου και όχι ενός κράτους. Όλα τούτα με καθιστούν ανά πάσα στιγμή έτοιμη για την τρέχουσα ή και την επόμενη συγγραφική απόπειρα.

Πόσο χρόνο σάς πήρε να γράψετε το τελευταίο σας μυθιστόρημα, Στη ζωή νωρίς νυχτώνει;


Το συγκεκριμένο βιβλίο το ολοκλήρωσα σε δύο χρόνια. Έμοιαζε σα να βρίσκομαι μέσα στο θέμα. Έζησα μια εποχή όπου λόγω της φιλοαραβικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου, της επίσημης αναγνώρισης της Παλαιστίνης ως κράτους και του Γιάσερ Αραφάτ ως αρχηγού αυτού του κράτους, ακούγαμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων τα προβλήματα που μάστιζαν τον ταλαίπωρο λαό και φυσικά τα πάντα για τον εμφύλιο πόλεμο που μαινόταν στον Λίβανο. Εκείνη την εποχή, είχα συναντήσει μια γυναίκα ελληνικής καταγωγής με ρίζες μικρασιάτικες που ζούσε στη Βηρυτό και λόγω του εμφυλίου βρέθηκε σαν πρόσφυγας στην Αθήνα. Με αυτόν τον τρόπο ήρθε και έδεσε στο μυθιστόρημα η Αθήνα και η Βηρυτός. Έπιασα την άκρη του κουβαριού και αυτό με οδήγησε στον λαβύρινθο της ιστορίας και των δραμάτων της.

Το μυθιστόρημά σας διαδραματίζεται από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα. Τι έχει αλλάξει από εκείνη την εποχή;


Τι έχει αλλάξει; Η τόσο σύντομη εξέλιξη της τεχνολογίας έφερε άλλα δεδομένα. Όσα το μυαλό και ο μόχθος του ανθρώπου προετοίμαζαν για αιώνες εξελίχθηκαν σε λίγα μόλις χρόνια. Όμως η δεκαετία του ’60 ήταν μια εποχή που άνοιγε τους ορίζοντες των οραμάτων για έναν άλλο κόσμο. Αποδείχτηκε και αυτό μια φενάκη. Έμεινε στα τραγούδια διαμαρτυρίας και αγώνων, στις ιστορικές μπροσούρες και τα συνθήματα. Η ψυχή του κόσμου στενεύει. Ο φόβος και η έλλειψη εμπιστοσύνης κρατάει τους ανθρώπους μακριά από τη δράση και οι μηχανές της παιδείας παράγουν εξαρτήματα της παραγωγικής μηχανής και όχι σκεπτόμενους πολίτες. Και κυρίως: το φάντασμα του φασισμού σαρκώνεται και πάλι, γυρίζοντας πίσω τον κόσμο στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Γράφετε για την Αθήνα του αντιδικτατορικού αγώνα μέχρι τον Λίβανο του αιματηρού εμφυλίου πολέμου. Δεν μοιάζει σαν να ακροβατείτε μεταξύ Ανατολής και Δύσης;


Δεν πρόκειται για ακροβασία, αλλά για συνειδητή σύνδεση Ελλάδας και Μέσης Ανατολής. Οι χώρες μας έζησαν τις ίδιες ιστορικές συνθήκες, ως επαρχίες των μεγάλων αυτοκρατοριών – Ρωμαϊκής, Βυζαντινής, Οθωμανικής. Δέχτηκαν πολιτισμικές επιρροές και υπέστησαν τα δεινά των τόπων που βρέθηκαν στο στόχαστρο των αποικιοκρατικών συμφερόντων.

Οι βασικές σας ηρωίδες του μυθιστορήματος είναι η Άρια και η Οριάνθη, που ανταμώνουν το καλοκαίρι του 1963 και ένα μοιραίο γεγονός διακόπτει πρόωρα την εξελισσόμενη φιλία τους. Γιατί μια σπουδαία φιλία χάνεται τόσο ξαφνικά;


Η φιλία έτεινε να εξελιχθεί σε δυνατή. Όμως δεν πρόλαβε. Η Οριάνθη έφυγε εσπευσμένα ύστερα από ένα δραματικό περιστατικό. Έπεσε στα χέρια του νόμου και της άτεγκτης εξουσίας και κακοποιήθηκε. Μετά από αυτό συνειδητοποίησε τι σημαίνει «λεβιάθαν» και τρόμαξε. Έπειτα, δεν μπορεί να εκλογικεύσει κάποιος τα πράγματα θέτοντας ένα γιατί. Ανατρέπεις μια φιλία επειδή θέλεις να πεις κάτι και να εξελίξεις μέσω της ανατροπής την ιστορία σου. Ούτως ή άλλως, τα πάντα στη ζωή είναι ρευστά και ασταθή.

Το γύρισμα που κάνετε από το παρόν στο παρελθόν γοητεύει τον αναγνώστη και τον κάνει να διαβάζει το μυθιστόρημα απνευστί. Ποιος είναι ο ρόλος της τεχνικής του συγγραφέα για να πετύχει ένα μυθιστόρημα;


Η τεχνική είναι ένα τέχνασμα που ανατρέπει την ευθύγραμμη δομή. Σε αυτό το βιβλίο επέλεξα να αφηγείται το παρόν και η «ανάμνηση». Επειδή η ανάμνηση – το παρελθόν είναι ο βιωμένος χρόνος που αν τον αναλύσουμε έντιμα, απαλλαγμένοι από την τύφλωση της ιδεοληψίας, τότε έχουμε κάνει ένα βήμα προς την πολιτική, κοινωνική και ατομική ενσυναίσθηση και την αυτογνωσία.

Μου αρέσουν οι περιγραφές σας για την Αθήνα της αντιπαροχής. Πώς χάθηκαν τόσα νεοκλασικά στη δίνη της αντιπαροχής;


Η αντιπαροχή, έτσι όπως συνηθίσαμε να την προφέρουμε, ακούγεται όπως το πιπίλισμα μιας καραμέλας χωρίς γεύση. Γίνεται μια λέξη χωρίς νόημα και βαρύτητα. Μια συνήθεια χωρίς εμβάθυνση. Όμως ο νόμος περί αντιπαροχής ήταν ένα καλά οργανωμένο πολιτικό σχέδιο, το οποίο υπαγορεύτηκε από τους Αμερικανούς, αφού αυτοί χάραζαν πια την πορεία της μεταπολεμικής ανάπτυξης της χώρας. Επένδυση στην οικοδομή. Όταν ο οικονομολόγος Δημήτρης Μπάτσης έγραψε το βιβλίο Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα, ανοίγοντας δρόμο και προοπτική στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, συνελήφθη με τον νόμο περί κατασκοπείας και εκτελέστηκε με τον Μπελογιάννη και τους άλλους δέκα. Διότι η χώρα προοριζόταν ως αγορά των προϊόντων των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκτός αυτού, μεταφέροντας τον πληθυσμό της υπαίθρου στο άστυ, παρουσιάστηκαν ανάγκες στέγασης. Έτσι, το λεκανοπέδιο παραδόθηκε στην ασύλληπτη εργολαβική κερδοσκοπία. Ο Έλληνας, εκπαιδευμένος ατομικιστικά, πένης και αγράμματος στη συντριπτική του πλειοψηφία και με επαρκή φραγκολεβαντίνικη νοοτροπία, δεν άργησε να παραδώσει την ομορφιά στην ασχήμια για το ατομικό του συμφέρον. Δεν αντιστάθηκε. Έτσι, το πολιτικό και το εργολαβικό κατεστημένο αντάμα έκαναν το θαύμα τους.

Αλλά και για τον Λίβανο οι περιγραφές σας είναι εξαιρετικές. Από πού πήρατε αυτές τις πληροφορίες;


Από μελέτες και εικόνες. Είδα σινεμά, ντοκιμαντέρ, δελτία ειδήσεων, φωτογραφικό υλικό και εντέλει ταξίδεψα σε όλο σχεδόν τον Λίβανο, για να διαπιστώσω πόσο οικεία μού ήταν τα πολιτισμικά στοιχεία στις αρχαίες πόλεις, αλλά και η χλωρίδα του όρους Λίβανος και της κοιλάδας Μπέκαα.

Γράφετε για ενήλικες, αλλά και για εφήβους. Πώς συνδυάζετε αυτές τις δυο δραστηριότητες;


Σας συμπληρώνω: γράφω για όλες τις ηλικίες, ακόμη και για νήπια. Διότι η τέχνη της γραφής είναι ενιαία και δεν υφίσταται θέμα συνδυασμού. Μεγάλωσα παιδιά και τώρα μεγαλώνω εγγόνια. Ως εκ τούτου, ένιωθα και νιώθω την ανάγκη να τους μιλήσω για την ομορφιά αλλά και για τα δεινά του κόσμου μέσα από τον συμβολισμό. Έπειτα, σαν παιδί τράφηκα με τα παραμύθια των παππούδων και των γονιών μου. Έτσι από μικρή κατανόησα πως ο κόσμος μας δεν είναι ό,τι βλέπουμε με τα μάτια, αλλά και ό,τι αισθανόμαστε με την ψυχή. Και σε αυτόν τον αόρατο κόσμο βρίσκεται η ουσία της ζωής. Ακόμα κατάλαβα πως οι λέξεις δεν είναι σημαδάκια πεταμένα στο χαρτί, αλλά το εκμαγείο ενός ανώτερου πεδίου. Οι λέξεις είναι το νόημά τους. Είναι οι ιδέες. Με αυτές γκρεμίζεις και αναδημιουργείς τον κόσμο.

Τα μυθιστορήματά σας είναι γραμμένα με τον δικό σας τρόπο. Πότε ένας συγγραφέας αποκτά δικό του στιλ γραφής και δεν μιμείται τους κλασικούς ή άλλους συγγραφείς;


Μα ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και έχει το δικό του στιλ. Απαντάτε ο ίδιος, θαρρώ. Ο δημιουργός αποκτάει τον δικό του τρόπο όταν δεν αντιγράφει ή δεν μαϊμουδίζει πάνω σε πρότυπα τα οποία είναι και κακοχωνεμένα. Όταν αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να εκφραστεί χωρίς να σκέφτεται πώς θα παγιδεύσει τον αναγνώστη. Και πάνω απ’ όλα όταν είναι καθαρός, ειλικρινής, αληθινός απέναντι στην τέχνη και απέναντι στο κοινό.

Πέρα από τη συγγραφή, διαβάζετε άλλα βιβλία;


Είμαι μανιώδης αναγνώστρια. Γύρω μου υπάρχουν πλήθος ανοιχτών βιβλίων κάθε είδους. Ποίηση, δοκίμιο, πεζογραφία, ιστορία, αρθρογραφία. Θαρρώ πως ο συγγραφέας οφείλει να διαβάζει και να συνδιαλέγεται με το πνεύμα των ομοτέχνων. Διαφορετικά κλείνεται στη μονομέρειά του και την πλεκτάνη του «εγώ».

Σήμερα εκδίδονται πολλά μυθιστορήματα. Πώς ο αναγνώστης θα διακρίνει τα καλύτερα ανάμεσά τους;


Όντως βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η μυθιστοριογραφία κατέχει τη μερίδα του λέοντος στην αγορά. Οι αναγνώστες είναι χωρισμένοι. Το τηλεοπτικά διαμορφωμένο κοινό προστρέχει στα εύπεπτα μονοδιάστατα αναγνώσματα, κάτι σαν τις τηλεοπτικές σειρές. Το πιο υποψιασμένο κοινό έχει και πιο απαιτητικές αναζητήσεις. Το δεύτερο είναι σε θέση να διακρίνει και να αξιολογήσει, επειδή έχει τη γνώση και την αισθητική. Το πρώτο κοινό καταπίνει τη σαβούρα, δακρυρροεί με τις γλυκερές ερωτικές ιστορίες και αγανακτεί με τις ίντριγκες των κακών και τις δικαιώσεις των παθόντων. Όμως η υπερπροσφορά πανομοιότυπων αφηγημάτων έφερε τον κορεσμό και πιστεύω από τούδε αρχίζει το ξεσκαρτάρισμα.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;


Τώρα διαβάζω το βιβλίο της Λουντμίλα Ουλίτσκαγια Το πράσινο αντίσκηνο, σε μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου. Εξαιρετικό ανάγνωσμα.

Τι σας έμαθαν οι γονείς σας και το τηρείτε ακόμη;


Να αγωνίζομαι έντιμα και καθαρά, χωρίς ιδιοτέλεια στις σχέσεις και τις φιλίες μου, με σεμνότητα και φόβο μπροστά στην επιτυχία. Ευχαριστώ από καρδιάς!

diastixo.gr
img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img